Βιωσιμότητα του χρέους ή της ελληνικής οικονομίας;

Η ανέλκυσις του ναυαγίου της ελληνικής οικονομίας δεν μπορεί να γίνει με δανειακά μέσα.» Αυτά έγραφε το 1948 ο Ξεν. Ζολώτας, ο πρώτος διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος μετά την απελευθέρωση τον Οκτώβριο του 1944, σε μια προσπάθεια να στοιχειοθετήσει τις απόψεις του για το πώς μπορεί να γίνει βιώσιμη η ελληνική οικονομία. Δεν ήταν ο μόνος τότε.

Δημήτρης Καζάκης

Αυτό που απασχολούσε τους πιο επιφανείς οικονομολόγους της εποχής, τόσο της δεξιάς, όσο και της αριστεράς, ήταν η ανάγκη όχι μόνο να «ανελκυστεί το ναυάγιο της ελληνικής οικονομίας», δηλαδή να ανοικοδομηθεί η Ελλάδα μετά από σχεδόν 10 χρόνια πολέμων και κατοχής, αλλά και η μετατροπή της σε βιώσιμη οικονομία.
Και πώς μπορεί να γίνει βιώσιμη; Με δυο θεμελιώδεις τρόπους: (α) την αξιοποίηση του εκτεταμένου και εν πολλοίς ανεκμετάλλευτου φυσικού πλούτου της χώρας. (β) την αξιοποίηση του πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού, δηλαδή της τεράστιας μάζας άεργων και ανέργων που συσσωρεύονταν στις πόλεις λόγω του εμφυλίου. Σ’ αυτό συνέκλιναν όλοι.
Με τι μέσα θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο; Τότε η «γηρασμένη πνευματικά και ηθικά τάξις των πολιτικών ηγετών», όπως έγραφε ο Δαφνής για το πολιτικό σύστημα της εποχής του εμφυλίου, ήξερε μόνο έναν τρόπο: την προσέλκυση ξένων κεφαλαίων και κυρίως δανείων από το εξωτερικό. Παλιά τέχνη κόσκινο. Η προσέλκυση ξένων κεφαλαίων και δανείων είχε οδηγήσει έως τότε την Ελλάδα σε 4 επίσημες χρεοκοπίες και στην άνοδο μιας απόλυτα παρακμιακής, παρασιτικής και διεφθαρμένης πολιτικής και επιχειρηματικής τάξης ημετέρων, η οποία είχε καταδικάσει τη χώρα και τον λαό της στην καθυστέρηση και την ανέχεια.

Μπορούσε η Ελλάδα να γίνει βιώσιμη χωρίς την προσέλκυση ξένων κεφαλαίων; Η αφρόκρεμα της ελληνικής επιστημονικής διανόησης την εποχή αυτή απαντούσε καταφατικά. Εκατοντάδες μηχανικοί, οικονομολόγοι, νομικοί, κοινωνικοί επιστήμονες είχαν αφοσιωθεί να καταδείξουν ότι η Ελλάδα μπορούσε να γίνει βιώσιμος με ίδιους πόρους και ίδια μέσα.
Όλοι τότε και κυρίως οι επαΐοντες, μιλούσαν για την βιωσιμότητα της ελληνικής οικονομίας. Κι όχι για την βιωσιμότητα του χρέους.
Η ίδια η έννοια της βιωσιμότητας του χρέους, ήταν παντελώς άγνωστη στα οικονομικά της εποχής εκείνης. Και συνέχισε να είναι άγνωστη ως έννοια μέχρι και τη δεκαετία του 2000.
Τα οικονομικά δεν είχαν εξαγοραστεί ακόμη από τους τραπεζίτες. Ούτε οι τράπεζες με τις υπερεθνικές χρηματαγορές είχαν υποκαταστήσει την ίδια την λειτουργία της οικονομίας.
Οι οικονομολόγοι – τουλάχιστον όσοι δεν ασκούσαν το επάγγελμα της απολογητικής των μεγάλων συμφερόντων – ήξεραν ότι για να είναι μια οικονομία βιώσιμη θα πρέπει να μην στηρίζεται σε εξωτερικό δανεισμό και γενικά στην εισροή ξένων κεφαλαίων. Ούτε καν σε εξωτερική βοήθεια. Τα ξένα κεφάλαια οφείλουν να παίξουν συμπληρωματικό, επικουρικό ρόλο στην ανάπτυξη της οικονομίας κι όχι τον κυρίαρχο.
Την άποψη αυτή την συμμερίζονταν τότε όλοι οι μεγάλοι οικονομολόγοι, είτε ανήκαν στην δεξιά, είτε στην αριστερά. Γνώριζαν πώς το χρέος δεν είναι ζωντανός οργανισμός για να είναι βιώσιμο. Ούτε η βιωσιμότητα της οικονομίας εξαρτάται από δαύτο. Αντίθετα η «βιωσιμότητα» του χρέους, προϋποθέτει μια οικονομία και μια κοινωνία εντελώς μη βιώσιμη.
Γι’ αυτό και το περισσότερο που τους απασχολούσε είναι το κατά πόσο το χρέος είναι εξυπηρετήσιμο. Χωρίς βέβαια να θέτει σε κίνδυνο την βιωσιμότητα της οικονομίας. Δηλαδή την πραγματική άνοδο των εισοδημάτων, της παραγωγής και της απασχόλησης.
Σήμερα έχουν αντιστραφεί τα πράγματα. Αυτό που νοιάζει είναι η βιωσιμότητα του χρέους κι όχι η βιωσιμότητα της οικονομίας. Λες και από τη βιωσιμότητα του χρέους εξαρτάται η βιωσιμότητα της οικονομίας και όλων μας. Ίσως να μην υπάρχει μεγαλύτερη διαστροφή από την ανάδειξη της απαρέγκλιτης εξυπηρέτησης του χρέους σε όρο για τη βιωσιμότητα της οικονομίας και της ζωντανής εργασίας.
Πρόκειται για μια διαστροφή που έχει να κάνει με την εξαγορά της οικονομικής από το τραπεζικό καρτέλ. Τα πάντα οφείλουν να υπηρετούν τα τραπεζικά συμφέροντα και τις χρηματαγορές. Κι έτσι για πρώτη φορά από τον 16ο αιώνα, που γεννήθηκαν οι πρώτες χρηματοπιστωτικές φούσκες, δεν τίθεται στην ημερήσια διάταξη το αυτονόητο: η ολική διαγραφή του κρατικού και ιδιωτικού χρέους προκειμένου να γίνει βιώσιμη η οικονομία.
Κάτι τόσο αυτονόητο, ώστε σε όλες τις προηγούμενες παγκόσμιες κρίσεις χρέους και κατάρρευσης των χρηματαγορών – 6 τον αριθμό από τον 16ο αιώνα έως σήμερα – πάντα οι χώρες ξεκινούσαν τουλάχιστον με την παύση πληρωμών του χρέους προκειμένου να μην υποθηκεύσουν τη βιωσιμότητα της οικονομίας τους. Πρώτα και κύρια οι πιο ανεπτυγμένες και ύστερα οι υπόλοιπες, που πάσχιζαν να απαλλαγούν από τα δεσμά της εξάρτησης.
Άλλος τρόπος δεν υπάρχει – ούτε στα βιβλία, ούτε στην πράξη – για να ξεκινήσει έστω η «ανέλκυσις του ναυαγίου της ελληνικής οικονομίας». Εκτός φυσικά κι αν οι προθέσεις των δανειστών και των εγχώριων κομπιναδόρων είναι η ολοκληρωτική εκποίηση της ελληνικής οικονομίας, προς όφελος ενός υπερεθνικού συστήματος αγυρτείας και απάτης που ελάχιστα διαφέρει από το οργανωμένο έγκλημα.
Να γιατί σήμερα δεν έχουν ανάγκη για την Ελλάδα ούτε το κοινοβουλευτικό προσωπείο του διαχωρισμού των εξουσιών, ούτε του δημοκρατικού πολιτεύματος, όπως θεμελιώθηκε με το Σύνταγμα του 1975. Σύνταγμα πλέον είναι η θέληση των δανειστών και το πιο άτιμο συμφέρον των τραπεζιτών.
http://dimitriskazakis.blogspot.com/2018/07/blog-post_8.html

Αφήστε μια απάντηση