Η περιπέτεια της Ισλανδίας

Είναι αλήθεια ότι η Ισλανδία έχει γίνει παντιέρα για πολλούς «ελληναράδες» παντογνώστες και το παράδειγμα των «περήφανων ισλανδών που είπαν όχι» προβάλλεται εντυπωσιακά και συνοδευόμενο πάντοτε με απαξιωτικές συγκρίσεις για τους δικούς μας εθελόδουλους πολιτικούς. Παράλληλα, η Ισλανδία έχει γίνει όπλο στην φαρέτρα όσων επιμένουν πως η λύση στα προβλήματά μας συνίσταται στην αποχώρηση από το ευρώ. Εδώ δεν θα ασχοληθούμε με το αν είναι εθελόδουλοι οι πολιτικοί μας ούτε με το αν η υιοθέτηση δικού μας νομίσματος αποτελεί πανάκεια. Εδώ θα δούμε τα πράγματα με ψύχραιμη ματιά ώστε να διαπιστώσουμε αν πράγματι αξίζει τον κόπο να παραδειγματιστούμε σε κάτι από τους ισλανδούς.

Πρώτα-πρώτα, δεν καταλαβαίνω προς τι αυτός ο θαυμασμός προς τον «αδούλωτο ισλανδικό λαό» που σε δυο απανωτά δημοψηφίσματα απέρριψε τα κυβερνητικά σχέδια. Τους θαυμάζουμε επειδή είπαν ότι δεν θέλουν να πληρώσουν; Δηλαδή, ποιός λαός θα έλεγε ότι θέλει να πληρώσει; Μήπως κι εμείς δεν είπαμε Όχι, τότε που νομίζαμε πως μας ρώτησαν το ίδιο πράγμα; Σβάρνα τους πήραμε τους μενουμευρώπηδες, άσχετα αν ψηφίσαμε δίχως να καταλαβαίνουμε τι μας περίμενε. Υπ’ αυτή την έννοια, οι ισλανδοί δεν έκαναν και τίποτε μοναδικό.

Όσο για τους εραστές τής αποχώρησης από το ευρώ, θα συμφωνήσω ότι η στάση της Ισλανδίας οφείλεται εν πολλοίς στο ότι έχει το δικό της νόμισμα. Θα τους ρωτήσω, όμως, αν έχουν υπ’ όψη τους το παρακάτω δημοσίευμα της Süddeutsche Zeitung. Μήπως το έχουν αλλά δεν το προβάλλουν διότι δεν εξυπηρετεί τα πλάνα τους;

        Καθώς ο Γκούλφι Άρνμπγιορνσσον μιλάει για το ευρώ, η φωνή του πάλλει από λαχτάρα. «Αυτό που χρειαζόμαστε εδώ στην Ισλανδία, είναι ένα ισχυρό νόμισμα», λέει ο πρόεδρος του μεγαλύτερου εργατικού συνδικάτου τής χώρας. Και για να μην υπάρξει καμμιά παρανόηση για το ποιο θα μπορούσε να είναι αυτό το νόμισμα, προσθέτει: «Χρειαζόμαστε το ευρώ».
        Ο ισλανδός, όπως και οι περισσότεροι συμπατριώτες του, είναι υπερήφανος για το μικρό νησί του στην μέση τού Ατλαντικού. Παρά ταύτα, θα ήθελε να δει πολύ σύντομα την ισλανδική κορώνα να θάβεται κάτω από αρκετά μέτρα λάβας. «Η κορώνα είναι τόσο ασταθής ώστε κάθε χρόνο μειώνει το εισόδημά μας και μαζί μ’ αυτό και το βιοτικό μας επίπεδο, κατά 25%», λέει. (*)

Όταν αυτά τα λέει ο επί κεφαλής τού μεγαλύτερου εργατικού συνδικάτου τής Ισλανδίας (το οποίο εκπροσωπεί σχεδόν 100.000 εργαζόμενους, ήτοι σχεδόν το 1/3 του πληθυσμού), όσο πουλημένος κι αν είναι, δεν μπορούμε να μη τα λάβουμε υπ’ όψη μας. Συνεπώς, ας δούμε τα γεγονότα με ψυχραιμία πριν καταλήξουμε σε συμπεράσματα.

«Aφήσαμε τις τράπεζες να χρεωκοπήσουν (…) συχνά ρωτάω γιατί ο κόσμος τις αντιμετωπίζει ως τους ιερούς ναούς τής σύγχρονης οικονομίας; (…) Γιατί δεν πρέπει να αφήνονται να καταρρεύσουν;» (**). Αυτή την δήλωση που έκανε ο ισλανδός πρόεδρος Όλαφουρ Γκρίμσσον στην Ντώυτσε Βέλλε, την έχουν πάρει όλοι οι άσχετοι και οι σπεκουλαδόροι και την έχουν κάνει σημαία. Δυστυχώς γι’ αυτούς, τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά απ’ αυτό που αφήνει ο Γκρίμσσον να εννοηθεί. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Ένα από τα πολλά στοιχεία που αποκρύπτονται σχετικά με την Ισλανδία είναι ότι η χώρα βρίσκεται σε καθεστώς νεοφιλελεύθερου μετασχηματισμού από τις αρχές τής δεκαετίας τού ’90. Από εκείνη την εποχή άρχισε η σταδιακή συρρίκνωση της απασχόλησης στην αλιεία, με το βάρος τής ανάπτυξης να μετατοπίζεται στον τουρισμό και στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Στις αρχές τής χιλιετίας ολοκληρώθηκε η μεταρρύθμιση του τελευταίου και όλες οι τράπεζες έγιναν ιδιωτικές. Σύντομα, άρχισε η κόντρα μεταξύ των τραπεζών για το ποια θα πρόσφερε τις υψηλότερες αποδόσεις ώστε να προσελκύσει και τα περισσότερα ξένα κεφάλαια. Έτσι, σε πολύ μικρό χρόνο, τα ξένα κεφάλαια κατέκλυσαν το νησί, επιτρέποντας τον χωρίς φειδώ και μέτρο δανεισμό του εγχώριου πληθυσμού, ο οποίος είδε ξαφνικά το βιοτικό του επίπεδο να απογειώνεται. Θα μπορούσε να πει κανείς, δηλαδή, ότι οι ισλανδοί άρχισαν να ζουν πάνω από τις δυνατότητες τους χάρη στα δανεικά. Ακριβώς ότι λένε και για μας.

Και όμως, εδώ εντοπίζεται η πρώτη μεγάλη διαφορά μεταξύ Ελλάδας και Ισλανδίας. Εκεί, το επίπεδο ευημερίας ετροφοδοτείτο από τον εξωτερικό δανεισμό τού τραπεζικού τομέα. Εδώ, ο τραπεζικός τομέας τροφοδοτούσε το κράτος (έναντι υψηλών κερδών, φυσικά) με χρήματα που προέρχονταν κατά μείζονα λόγο από τις καταθέσεις τόσο των πολιτών της χώρας όσο και του ίδιου του ελληνικού δημοσίου, ενώ το κράτος έσπρωχνε το περισσότερο δανεικό χρήμα στον ιδιωτικό τομέα (μέσω επιδοτήσεων, συνεργασιών, δημοσίων έργων κλπ). Με άλλα λόγια, εκεί το ΑΕΠ διογκωνόταν μέσω τραπεζών με ξένο -κυρίως- χρήμα ενώ εδώ με εγχώριο. Η διαφορά έγκειται, λοιπόν, στο ότι η κατάρρευση των ισλανδικών τραπεζών ζημίωσε κυρίως τους ξένους δανειστές.

Όταν ξέσπασε η κρίση τού 2008, οι ισλανδικές τράπεζες βρέθηκαν να χρωστούν βραχυπρόθεσμα στο εξωτερικό περίπου 50 δισ. ευρώ. Παρ’ ότι το ΑΕΠ δεν ξεπερνούσε τα 9 δισ. ευρώ, το κράτος έκανε μια προσπάθεια να τις σώσει. Στις 29/9/2008, η κυβέρνηση εθνικοποίησε την τρίτη μεγαλύτερη τράπεζα, την Glitnir, αποκτώντας τα στοιχεία τού ενεργητικού της αντί 600 εκατ. ευρώ. Το ίδιο επιχείρησε να κάνει και με τις δυο μεγαλύτερες, την Kaupthing και την Landsbanki, αλλά μάταια. Με τα ανοίγματα των τραπεζών να ξεπερνούν το 900% του ΑΕΠ, κάθε προσπάθεια εθνικοποίησης ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία (***). Έτσι, μόλις 10 ημέρες αργότερα, στις 9 Οκτωβρίου, η αρμόδια Αρχή Ελέγχου (Financial Supervisory Authority – FME) αποφάσισε να θέσει και τις τρεις τράπεζες σε εκκαθάριση.

Συνεπώς, η παραπάνω δήλωση του Γκρίμσσον στην Ντώυτσε Βέλλε είναι πέρα ως πέρα ανακριβής, σε σημείο ώστε να μπορούμε άνετα να την χαρακτηρίσουμε ως συγκαλυμμένο ψέμα. Πρώτον, το κράτος έκανε ό,τι μπορούσε για να σώσει τις -ιδιωτικές, μη το ξεχνάμε- τράπεζες, μέχρις ότου κατάλαβε ότι κάτι τέτοιο ήταν απολύτως αδύνατο. Και, δεύτερον, κάθε άλλο παρά τις άφησε να πτωχεύσουν. Αντίθετα, λειτούργησε εντελώς προστατευτικά ως προς τις ενδοϊσλανδικές υποχρεώσεις των τραπεζών, προκειμένου να διασώσει όσο γινόταν την εγχώρια οικονομία, εγκαταλείποντας στην τύχη τους τους αλλοδαπούς αποταμιευτές και επενδυτές.

Εδώ βρίσκεται μια δεύτερη ριζική διαφορά τής Ελλάδας με την Ισλανδία. Η Ισλανδία είχε την άνεση να κάνει ό,τι έκανε, διότι αφ’ ενός μεν δεν είχε εγγυηθεί ποτέ τα δάνεια των τραπεζών της, αφ’ ετέρου δε το συντριπτικά μεγαλύτερο κομμάτι των υποχρεώσεων των τραπεζών αφορούσε το εξωτερικό. Αντίθετα, το ελληνικό κράτος, ακολουθώντας την πολιτική και τις οδηγίες τής Ε.Ε. και της ΕΚΤ, έχει δώσει εγγυήσεις για τα δάνεια των τραπεζών του, ενώ ένα τεράστιο τμήμα των υποχρεώσεων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων του αφορά το εσωτερικό τής χώρας (ιδιώτες ή νομικά πρόσωπα του στενού ή ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως ασφαλιστικά ταμεία, επιμελητήρια, πανεπιστήμια κλπ). Το αν αυτή η εμπλοκή τού ελληνικού δημοσίου με τις τράπεζες έπρεπε να αποφευχθεί ή όχι είναι αντικείμενο άλλης συζήτησης. Εδώ, το θέμα μας είναι ότι η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να κάνει αυτό που έκανε η Ισλανδία.

Όμως, τί ακριβώς ήταν αυτό που έκαναν οι ισλανδοί με τις τράπεζές τους; Αυτό θα το δούμε αναλυτικά αύριο.

————————————————-
(*) Süddeutsche Zeitung, «Island träumt vom Euro» (Η Ισλανδία ονειρεύεται το ευρώ), 22/9/2011.
(**) Deutche Welle, «Grimsson: IMF learned new lessons in Iceland«, 31/1/2013.
(***) Το ίδιο είχε κάνει και ο υπουργός οικονομικών των ΗΠΑ Χανκ Πώλσον. Προσπάθησε να σώσει τον κλυδωνιζόμενο χρηματοπιστωτικό τομέα σπρώχνοντας εκατοντάδες δισ. δολλαρίων (Fannie Mae, Freedie Mac, Goldman Sachs, AIG κλπ), ώσπου κατάλαβε ότι ήταν αδύνατο να βρεθεί αρκετό χρήμα για να σωθούν όλοι και άφησε την Lehman Brothers να καταρρεύσει.

http://teddygr.blogspot.gr/2017/03/3.html?utm_source=feedburner&utm_medium=feed&utm_campaign=Feed:+blogspot/teddygr+(Cogito+ergo+sum)