Το παραμύθι του ιδωτικού μας χρέους

Ας συνεχίσουμε την συζήτηση πάνω στο θέμα που πιάσαμε χτες, βάζοντας μια άλλη παράμετρο, λίαν ενδιαφέρουσα. Δεν υπάρχει αντίρρηση ως προς το ότι το δημόσιο χρέος μιας χώρας συνιστά βασική πτυχή τής οικονομικής της κατάστασης. Μόνο μια πτυχή όμως. Αν θέλουμε να μιλήσουμε σοβαρά για την οικονομία μιας χώρας δεν αρκεί να εξετάσουμε μόνο το δημόσιο χρέος της. Όπως είπαμε στο προηγούμενο σημείωμά μας, πρέπει να δούμε και την περιουσία της. Κι όπως θα πούμε σήμερα, πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη μας και το ιδιωτικό χρέος της.

Μια από τις αποστροφές που ακούγονται συχνά σε οικονομικές συζητήσεις καφενειακού επιπέδου είναι κι αυτή που λέει πως, παρά τις περικοπές των κρατικών δαπανών, η οικονομία της χώρας δεν βελτιώνεται. Ως παρατήρηση, αυτό είναι σωστό. Ποιά είναι, όμως, η ερμηνεία του;

Ας πάρουμε το παράδειγμα ενός κράτους, το οποίο διακόπτει το πρόγραμμα εργατικής κατοικίας και διαθέτει τα χρήματα που εξοικονομεί στην εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους του. Μη έχοντας πλέον την δυνατότητα απόκτησης εργατικής κατοικίας, οι εργάτες προσφεύγουν σε δανεισμό για να αποκτήσουν το δικό τους σπίτι. Τι πετύχαμε με αυτή την διαδικασία; Μειώσαμε το δημόσιο χρέος αλλά αυξήσαμε το ιδιωτικό. Το μόνο που δεν πετύχαμε είναι να βελτιώσουμε την οικονονομική κατάσταση της χώρας, αν δεχτούμε ότι χώρα είναι πάνω απ’ όλα οι πολίτες της και όχι κάτι άψυχο και αόριστο.

Πάμε τώρα πίσω στην αρχή της κρίσης, τότε που λυτοί και δεμένοι επέμεναν ότι μόνο μια προσφυγή σε βοήθεια θα μας έσωζε. Είχαμε μεγάλο δημόσιο χρέος, καμμιά αντίρρηση. Παράλληλα, όμως, είχαμε και περιουσία που έφτανε και περίσσευε για να καλύψει οποιαδήποτε υποχρέωσή μας. Είχαμε και ένα από τα χαμηλότερα ιδιωτικά χρέη στην Ευρώπη. Είχαμε και μια υγιέστατη αγορά ακινήτων, ναι μεν με αυξημένα στεγαστικά δάνεια αλλά χωρίς να έχουμε δημιουργήσει φούσκα, όπως οι ΗΠΑ, η Ιρλανδία ή η Ισπανία. Είχαμε κι ένα τραπεζικό σύστημα που είχε σχεδόν αμελητέα εμπλοκή στο παιχνίδι με τα ομόλογα των πολιτειακών ενυπόθηκων δανείων, τα οποία σώριασαν την ισλανδική οικονομία σε μια νύχτα.

Ας ρίξουμε τώρα μια ματιά στον παραπάνω πίνακα. Όπως είναι γνωστό, η αναπτυγμένη και «υποδειγματική» Ελβετία έχει ένα απόλυτα ελεγχόμενο δημόσιο χρέος. Όμως πόσο υποδειγματική μπορεί να θωρείται μια χώρα, οι πολίτες της οποίας χρωστούν 128% του ΑΕΠ, κάτι που σε απόλυτα ποσά μεταφράζεται σε κάπου 100.000 φράγκα (86.000 ευρώ) το άτομο; Και γιατί να μην είναι καλύτεροι από όλους οι τούρκοι, που βρίσκονται στο κάτω μέρος της λίστας;

Μια γρήγορη ματιά στον πίνακα αρκεί για να βγάλουμε ένα σημαντικό συμπέρασμα: όσο μικρότερο είναι το δημόσιο χρέος μιας χώρας, τόσο περισσότερα χρωστούν οι πολίτες της. Επιβεβαιώνεται, δηλαδή, αυτό που περιγράψαμε πιο πάνω. Αντί το κράτος να μαζεύει χρήματα (από καθένα σύμφωνα με τις δυνατότητές του) και να υλοποιεί πλήρη κοινωνική πολιτική (στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του), νίπτει τα χείρας του και αφήνει τους πολίτες του έρμαια της τύχης τους, δικαιώνοντας την αποστροφή τής μενουμευρωπαίας διαδηλώτριας «αφού τα δικά μου παιδιά πάνε σε ιδιωτικό σχολείο, γιατί να πληρώνω φόρους για την παιδεία;». Αν θέλετε να το πούμε πιο καθαρά, στην ουσία η διαδικασία μείωσης του δημόσιου χρέους δεν είναι παρά μια διαδικασία ανακατανομής του εισοδήματος από τους φτωχότερους προς τους πλουσιώτερους.

Παρένθεση. Προσέξτε το 61% της Ελλάδας στον πίνακα. Αυτό σημαίνει ότι το ιδιωτικό χρέος των ελλήνων πολιτών διαμορφώνεται λίγο κάτω από τα δέκα χιλιάρικα κατά μέσον όρο. Δηλαδή, οι τεμπέληδες έλληνες, που τόσα χρόνια είχαν μάθει να βολεύονται με δανεικά κι επιδοτήσεις και που κατανάλωναν περισσότερα από όσα παρήγαγαν, χρωστάνε το ένα δέκατο όσων χρωστάνε οι φίλεργοι και μετρημένοι ελβετοί. Άφεριμ! Κλείνει η παρένθεση και προχωρούμε.

Η αύξηση του ιδιωτικού χρέους έχει ορισμένα ευμενή βραχυχρόνια αποτελέσματα στην οικονομία, όπως π.χ. την αύξηση της κατανάλωσης ή την ευφορία στις αγορές ακινήτων, αυτοκινήτων κλπ., τα οποία αυξάνουν το ΑΕΠ. Επειδή, όμως, το ιδιωτικό χρέος δεν μπορεί να αυξάνεται στο διηνεκές και κάποτε φθάνει η ώρα να αποπληρωθούν οι δόσεις του σπιτιού και του αυτοκινήτου, οι ιδιώτες αναγκάζονται να μειώσουν την κατανάλωσή τους ώστε να μπορούν να εξυπηρετήσουν τις υποχρεώσεις τους. Έτσι, μοιραία, η βραχυχρόνια αύξηση του ΑΕΠ μετατρέπεται σε μακροχρόνια μείωση, οδηγώντας την εθνική οικονομία σε ύφεση.

Ας ολοκληρώσουμε ρίχνοντας μια ματιά στον παρακάτω πίνακα, ο οποίος καταγράφει το χρέος των νοικοκυριών το 2009 ως ποσοστό τού διαθέσιμου εισοδήματός τους (στοιχεία ΟΟΣΑ). Κάντε κλικ για μεγέθυνση και προσέξτε τους «υπερκαταναλωτικούς» και «καταχρεωμένους» έλληνες (βέλος), των οποίων το διαθέσιμο εισόδημα φτάνει και περισσεύει για να καλύψει τα χρέη τους. Κάτι το οποίο δεν μπορούν να ισχυριστούν άλλοι «συνετοί» και «μετρημένοι» λαοί, που έχουμε βαρεθεί να μας λένε πως πρέπει να τους μοιάσουμε…

Συμπέρασμα; Την εποχή που η χώρα οδηγήθηκε στα δεσμά των μνημονίων (α) διέθετε περιουσιακά στοιχεία που υπερκάλυπταν τις υποχρεώσεις της, (β) δεν είχε μπλέξει σε οποιαδήποτε στεγαστική φούσκα, από εκείνες που σμπαράλιασαν άλλες εθνικές οικονομίες και (γ) οι πολίτες της δεν χρωστούσαν τα μαλλιοκέφαλά τους επειδή κάθε άλλο παρά κατανάλωναν πάνω από τις δυνατότητές τους. Το αναπάντητο ερώτημα, συνεπώς, είναι γιατί οδηγήθηκε στα μνημόνια.

Υποθέτω ότι ο καταλληλότερος να δώσει απάντηση είναι ο άρτι βραβευθείς ακριβώς γι’ αυτή την επιλογή του τότε πρωθυπουργός και νυν πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς. Φυσικά, δεν θα αποπάρουμε όποιον άλλο θέλει και μπορεί να μας απαντήσει. Φοβάμαι, όμως, ότι το ερώτημα αυτό θα μείνει αναπάντητο. Όπως έμεινε και το άλλο, με το οποίο ζητούσαμε τεκμηρίωση του ισχυρισμού ότι καταντήσαμε σε τέτοιο χάλι επειδή ξοδεύαμε περισσότερα από όσα βγάζαμε…

http://teddygr.blogspot.gr

Αφήστε μια απάντηση