Αναπάντητα κρίσιμα ερωτήματα για τη νομιμότητα των 9,5 δις ευρώ ELA στη Λαϊκή Τράπεζα Κύπρου

Αναπάντητα άφησε, ο εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας JorgAsmussen, τα ερωτήματα για τη νομιμότητα των 9,5 δισεκατομμυρίων ευρώ που χορηγήθηκαν ως “βοήθεια έκτακτης ρευστότητας” (ELA) στη Λαϊκή Τράπεζα, τα οποία του υπέβαλε ο ευρωβουλευτής Θόδωρος Σκυλακάκης στη διάρκεια της συνεδρίασης της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που συνήλθε στις 8/5/2013 εκτάκτως, για να συζητήσει το θέμα της οικονομικής βοήθειας προς την Κύπρο.

 

Στη συνεδρίαση ήταν παρόντες  εκ μέρους της τρόικα, ο Επίτροπος της ΕΕ για θέματα οικονομικών και νομισματικών υποθέσεων OliiRehnκαι ο εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας JorgAsmussen, προς τον οποίο, ο Θόδωρος Σκυλακάκης, ευρωβουλευτής της Ομάδας των Φιλελευθέρων και Δημοκρατών για την Ευρώπη (ALDE) και μέλος της ΚΕ της Δράσης, απηύθυνε τα εξής τρία ερωτήματα:

·         Πότε ελήφθη η απόφαση από το ΔΣ της ΕΚΤ να αυξηθεί η οροφή της δυνατότητας παροχής έκτακτης ρευστότητας της Λαϊκής στα 9,6 δις και στη βάση ποιών κριτηρίων θεωρήθηκε τότε η Λαϊκή αξιόχρεος τραπεζικός οργανισμός;

·         Ποια ήταν η επαρκής εξασφάλιση (adequate collateral), δεδομένου ότι το χρέος του κυπριακού κράτους, ακόμα και με το τρέχον πρόγραμμα προσαρμογής δεν επιτρέπει τη χρηματοδότηση αυτού του ποσού;

·         Πώς επιτρέπεται να δίδεται το 50% του ΑΕΠ μιας χώρας, το οποίο διαχειρίζεται ως ιδιωτικό χρήμα μια μη αξιόχρεη τράπεζα επί ένα τουλάχιστον χρόνο; Συνειδητοποιείτε ότι επιτρέποντας αυτή την κολοσσιαία παροχή ρευστότητας από τον ELA προς μια μη αξιόπιστη τράπεζα επιτρέψατε να αυξηθεί εμμέσως το δημόσιο χρέος της χώρας, χωρίς την έγκριση του κοινοβουλίου και του λαού της, τη στιγμή μάλιστα που εν τέλει αυτά τα 9,6 δις κατέληξαν στα χέρια κάποιων ιδιωτών οι οποίοι τα καρπώθηκαν;

Ο εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας JorgAsmussenπου πήρε το λόγο στη συνέχεια δεν απάντησε σε κανένα από τα τρία ερωτήματα. Για τον λόγο αυτό, ο Θ. Σκυλακάκης επιφυλάχθηκε να επανέλθει με γραπτή διατύπωση των σχετικών ερωτημάτων.

Αναλυτικά, η ερώτηση του Θ. Σκυλακάκη και η απάντηση του εκπροσώπου της ΕΚΤ είχαν ως ακολούθως:

ΕΡΩΤΗΣΗ Θ. ΣΚΥΛΑΚΑΚΗ

«Η ερώτησή μου απευθύνεται προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και φοβάμαι ότι θα είναι μια δύσκολη ερώτηση. Σύμφωνα με τον κανονισμό της ΕΚΤ, ο ELA (Μηχανισμός Έκτακτης Ρευστότητας) ενεργοποιείται με την έγκριση της ΕΚΤ προκειμένου να παράσχει ρευστότητα σε τραπεζικούς οργανισμούς που αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας αλλά παραμένουν αξιόχρεοι και έναντι επαρκούς εξασφάλισης (adequate collateral). Στο τέλος του 2011 η έκτακτη χορήγηση ρευστότητας προς τη Λαϊκή Τράπεζα είχε φτάσει τα 3,5 δις ευρώ. Σύμφωνα με την απάντησή σας στην γραπτή μου ερώτηση, μετά τον προσδιορισμό της πλήρους αξίας των απωλειών που υπέστη η τράπεζα μετά το ελληνικό PSI, οι δείκτες αξιόχρεου της Λαϊκής έπεσαν κάτω από τα ελάχιστα απαιτούμενα σε σχέση με την κεφαλαιακή επάρκεια που θέτει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Στη συνέχεια όμως η έκτακτη ρευστότητα (ELA) αυξήθηκε από 3,5 σε 9,6 δις ευρώ, κατά κύριο λόγο τον Μάιο, Ιούνιο και Ιούλιο του 2012. Αυτό το νούμερο ισοδυναμεί με το 50% του κυπριακού ΑΕΠ.

Πότε ελήφθη η απόφαση από το ΔΣ της ΕΚΤ να αυξηθεί η οροφή της δυνατότητας παροχής έκτακτης ρευστότητας της Λαϊκής στα 9,6 δις και στη βάση ποιών κριτηρίων θεωρήθηκε τότε η Λαϊκή αξιόχρεος τραπεζικός οργανισμός;

Δεύτερον, ποια ήταν η επαρκής εξασφάλιση (adequate collateral), δεδομένου ότι το χρέος του κυπριακού κράτους, ακόμα και με το τρέχον πρόγραμμα προσαρμογής δεν επιτρέπει τη χρηματοδότηση αυτού του ποσού;

Πώς επιτρέπεται να δίδεται το 50% του ΑΕΠ μιας χώρας, το οποίο διαχειρίζεται ως ιδιωτικό χρήμα μια μη αξιόχρεη τράπεζα, επί ένα τουλάχιστον χρόνο; Συνειδητοποιείτε ότι επιτρέποντας αυτή την κολοσσιαία παροχή ρευστότητας από τον ELA προς μια μη αξιόπιστη τράπεζα επιτρέψατε να αυξηθεί εμμέσως το δημόσιο χρέος της χώρας, χωρίς την έγκριση του κοινοβουλίου και του λαού της, τη στιγμή μάλιστα που εν τέλει αυτά τα 9,6 δις κατέληξαν στα χέρια κάποιων ιδιωτών οι οποίοι τα καρπώθηκαν;»

ΑΠΑΝΤΗΣΗ JEORG ASMUSSEN

«Όπως ορθώς επισημάνατε, η πρόβλεψη για την παροχή έκτακτης ρευστότητας, αποσκοπεί στην διευκόλυνση αξιόχρεων τραπεζικών οργανισμών, που αντιμετωπίζουν προσωρινά προβλήματα ρευστότητας. Και κάναμε τρία διαδοχικά βήματα στην σχετική διαδικασία για την Λαϊκή Τράπεζα. Το πρώτο έγινε το 2010 και 2011. Η Τράπεζα απώλεσε την πρόσβαση σε πηγές ιδιωτικής χρηματοδότησης, ιδιαίτερα εξαιτίας της κρίσης της ευρωζώνης και ιδιαίτερα μετά τις απώλειες στα ελληνικά κρατικά ομόλογα. Τον Σεπτέμβριο του 2011, η Λαϊκή αντιμετώπισε πιο έντονο πρόβλημα και άρχισε να λαμβάνει έκτακτη ρευστότητα από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Το δεύτερο βήμα έγινε στο τέλος του 2011, ως αποτέλεσμα της αναγνώρισης του πλήρους ποσού των απωλειών, μετά το ελληνικό PSI και τη σημαντική αύξηση του ποσού των επισφαλών απαιτήσεων. Όπως περιγράψατε, o συντελεστής αξιοπιστίας της Λαϊκής έπεσε κάτω από το ελάχιστο απαιτούμενο δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας που θέτει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Στις 29 Ιουνίου 2012, η Κύπρος εξέδωσε ομόλογο για να αντλήσει 1,8 δις για την Λαϊκή Τράπεζα, προκειμένου να ικανοποιήσει τις εκ του νόμου προβλεπόμενες κεφαλαιακές απαιτήσεις. Στις 2 Ιουλίου 2012, δεδομένης της αδυναμίας άντλησης των προϋπολογισμένων κεφαλαίων από την τελευταία έκδοση ομολόγου, το ΔΣ της ΕΚΤ αποφάσισε να αναστείλει την πρόσβαση της Λαϊκής στα εργαλεία νομισματικής πολιτικής, για προληπτικούς λόγους. Από εκείνη τη μέρα, η χρηματοδότηση της Λαϊκής έγινε από τον ELA, μέσω της Κεντρική Τράπεζας της Κύπρου και αυξήθηκε περαιτέρω ως αποτέλεσμα της εκροής καταθέσεων. Στο τρίτο βήμα, το ΔΣ θεώρησε ότι οι κυπριακές τράπεζες που λαμβάνουν έκτακτη ρευστότητα δεν μπορούν να θεωρηθούν φερέγγυες, δίχως ένα πρόγραμμα από την ΕΕ και το ΔΝΤ διότι, εν τη απουσία του, δεν υπήρχε προοπτική αξιόπιστης επανακεφαλαιοποίησης. Και αυτό οδηγεί σε αυτό που είπα στην εισαγωγική μου δήλωση, ότι δηλαδή σύμφωνα με τους κανόνες που αποφάσισε και ανακοίνωσε το ΔΣ στις 21 Μαρτίου αυτού του έτους ότι η συνέχιση της παροχής ρευστότητας από τον ELA θα υλοποιούνταν μόνο υπό την προϋπόθεση εφαρμογής ενός προγράμματος που θα εξασφάλιζε τη φερεγγυότητα των κυπριακών τραπεζών. Αυτό λοιπόν που συνέβη είναι η εφαρμογή των κανόνων που ισχύουν για τον ELA, η δε λογική που ακολουθήσαμε κατά την εφαρμογή τους δεν διαφέρει από αυτή που ισχύει για άλλες χώρες. Η ίδια λογική εφαρμόσθηκε και στην ελληνική περίπτωση. Μπορείς να λάβεις έκτακτη ρευστότητα από την Κεντρική σου Τράπεζα μόνο όταν είσαι φερέγγυος ή όταν υπάρχει μια καθαρή προοπτική ότι η τράπεζα μπορεί να ξαναγίνει φερέγγυα, όσο επανακεφαλαιοποιείται, βάσει ενός προγράμματος προσαρμογής. Δεν υπήρχε ειδική μεταχείριση, έγινε το ίδιο όπως και στην ελληνική περίπτωση, όσο υπάρχει η προοπτική επανακεφαλαιοποίησης της τράπεζας. Η Κεντρική Τράπεζα μιας χώρας μπορεί να παράσχει έκτακτη ρευστότητα, αλλά όπως είπαμε, η διαπραγμάτευση για το Μνημόνιο ήταν μακρά. Δεν ήταν ξεκάθαρο ότι υπήρχε καθαρή προοπτική για την ύπαρξη ενός προγράμματος που θα αποκαθιστούσε τη φερεγγυότητα των τραπεζών.»