Ασύμμετροι πυλώνες, ασύμμετρη προοπτική

Του βουλευτή Επικρατείας της Ν.Δ. Γιάννη Μιχελάκη

   Όταν, μετά από τους παγκόσμιους πολέμους, οι μεγάλοι ευρωπαίοι οραματιστές έβαζαν τα πρώτα λιθαράκια για την Ενωμένη Ευρώπη, είχαν στη σκέψη τους μια ένωση κρατών και λαών με γνώμονα την ειρήνη και την αλληλεγγύη, την κοινή ανάπτυξη και την ευημερία. Όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, κόντρα στις Σειρήνες της εποχής εκείνης, έβαζε την Ελλάδα στην τότε ΕΟΚ ήθελε να διασφαλίσει για πάντα τη Δημοκρατία, να ενισχύσει τη διεκδίκηση των δικαίων και των δικαιωμάτων μας, να θεμελιώσει στέρεες προϋποθέσεις ανάπτυξης και ευημερίας.

 

Έκτοτε, η ευρωπαϊκή οικογένεια κατέγραψε αλλεπάλληλα βήματα διεύρυνσης και εμβάθυνσης. Δεν μπόρεσε, όμως, να σηκώσει στο ίδιο επίπεδο τους πυλώνες στους οποίους στηριζόταν. Εγκατέλειψε στα θεμέλια τον πυλώνα της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ), σήκωσε ψηλά τον πυλώνα της Εσωτερικής Αγοράς και ύψωσε ακόμη ψηλότερα τον πυλώνα της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ). Ενώ, όμως, έκανε πράξη τη Νομισματική, άφησε  στη μέση την Οικονομική Ένωση. Δημιουργήθηκε, έτσι, ένα οικοδόμημα που αφενός στηριζόταν σε ασύμμετρους πυλώνες κι αφετέρου είχε σαν κορυφή μια προβληματική νομισματική ζώνη. Ευνοούσε τις χώρες του πλούσιου Βορρά και δεν μπορούσε να ανταποκριθεί σε έκτακτες καταστάσεις.

Οι αδυναμίες αυτές του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και ιδίως του τμήματος της Ευρωζώνης φάνηκαν αμέσως μόλις ξέσπασε η διεθνής οικονομική καταιγίδα. Οι ηγέτες της, αντί να δράσουν αποφασιστικά και πολιτικά, άρχισαν να σέρνονται από τα γεγονότα και να λειτουργούν λογιστικά. Οι πιο ισχυροί επέβαλλαν τη βούλησή τους, ακυρώνοντας στην πράξη κάθε έννοια συλλογικότητας και αλληλεγγύης. Κάποια στιγμή φάνηκε πως κάποιοι ήθελαν να μετατρέψουν την Ελλάδα σε Ιφιγένεια, ενώ – μόλις πρόσφατα – με έκδηλη τιμωρητική, και σίγουρα όχι μόνο, διάθεση απέναντι στην Κύπρο, έφτασαν στο σημείο να ακυρώσουν ακόμη και κοινά συμφωνημένες αποφάσεις για τη χρηματοπιστωτική πίστη. Σε κάθε περίπτωση κράτους που ζητούσε βοήθεια εφάρμοζαν διαφορετικά μέτρα και σταθμά. Εφάρμοζαν αποφάσεις που βυθίζουν τις χώρες του Νότου σε φαύλους κύκλους ύφεσης, ελλειμμάτων, ανεργίας και καταβύθισης του βιοτικού επιπέδου. Έτσι, όμως, το ευρωπαϊκό οικοδόμημα άρχισε να γέρνει επικίνδυνα σε βάρος των πιο αδύναμων, να χάνει τους αρμούς της ενότητάς του και να προκαλεί δεύτερες σκέψεις στους λαούς που υφίστανται τις πιο βαριές και άδικες θυσίες. 

 Οι εξελίξεις αυτές άρχισαν να τροφοδοτούν την αίσθηση ότι δεν είναι αυτή η Ευρώπη που οραματίστηκαν οι εμπνευστές και οι θεμελιωτές της. Ενδυνάμωσαν, έτσι, την εκτίμηση πως είτε θα μετατρέψουμε την πρόκληση σε ευκαιρία για μια νέα Ευρώπη, πιο πολιτική, πιο κοινωνική και πιο δημοκρατική, είτε το ευρωπαϊκό όραμα θα ξεθωριάσει και θα χαθεί. Κράτησαν, ωστόσο, αλώβητη την πεποίθηση πως αυτό, δηλαδή η εγκατάλειψη του οράματος της Ενωμένης Ευρώπης,  θα ήταν κάτι παραπάνω από λάθος για ολόκληρη την Γηραιά Ήπειρο.

Κάποιος ευρωσκεπτικιστής θα έβαζε το ερώτημα : Στην Ενωμένη Ευρώπη με οποιοδήποτε τίμημα ; Η απάντηση αφορά τις δοκιμασίες που υφίσταται η χώρα λόγω της κρίσης.

Οι Έλληνες, όποιες κι αν είναι οι δυσκολίες, οφείλουμε, κατ’ αρχήν, να συνειδητοποιήσουμε πως είναι δική μας υποχρέωση – και δεν θα έπρεπε να χρειάζονται μνημόνια – να προχωρήσουν οι αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές, οι μεταρρυθμίσεις στο κράτος και τις δομές του, οι βελτιώσεις στους θεσμούς του. Όπως και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, η πάταξη της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής, ο φραγμός στη σπατάλη και την κακοδιαχείριση. Αλλά και η δημιουργία ενός μικρότερου, ευέλικτου και νοικοκυρεμένου κράτους που να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του, να υπηρετεί τον πολίτη και να σέβεται τους πόρους του. Και, για όλα αυτά, οφείλουμε να τρέξουμε ακόμα πιο γρήγορα.

Αναντίλεκτα, ο δρόμος μπροστά μας είναι δύσκολος. Εκτροπή, δηλαδή πιθανή έξοδος από την Ενωμένη Ευρώπη, ωστόσο, θα σήμαινε πλήρη οικονομική κατάρρευση, μείζονα κοινωνικά δράματα και εθνική περιπέτεια. Δεν έχουμε, κατά συνέπεια, παρά να εντείνουμε τις δράσεις μας απέναντι στις παθογένειες του χτες και να χτίσουμε γρήγορα τις προϋποθέσεις για την επανεκκίνηση της Οικονομίας. Έτσι και μόνο έτσι μπορούμε να σταθούμε ξανά στα πόδια μας και να αναγεννήσουμε τις χαμένες προσδοκίες. Έτσι και μόνο έτσι θα βρεθούμε από θέση ισχύος την επόμενη μέρα που η Ευρώπη θα αλλάξει. Για να είμαστε μέσα στο παιχνίδι ζωντανοί. Πέρα, άλλωστε, από την οικονομία, κρίσιμης σημασίας πολιτικοί και εθνικοί λόγοι καταδεικνύουν ότι το μέλλον, τόσο για την Ελλάδα, όσο και για την Κύπρο, είναι μέσα στην Ευρώπη. Αυτή είναι η οικογένειά μας. Να αγωνιστούμε για να την αλλάξουμε, ναι! Να φύγουμε, όχι!