Δημόσιο χρέος και άμεση δημοκρατία

Του  Όθωνα Ιακωβίδη

 

Όλοι μας έχουμε αντιληφθεί ότι η χώρα, βρίσκεται κάτω από το αβάσταχτο βάρος ενός τεράστιου χρέους που (όπως αποδεικνύεται στο τέλος αυτού του σημειώματος, με τον αστερίσκο) συσσώρευσε το (στην καλύτερη περίπτωση) άφρον καθεστώς πολιτικό σύστημα, κατά τη διάρκεια της «μεταπολίτευσης», προκειμένου να τροφοδοτηθεί ο εσωτερικός ανταγωνισμός των κομμάτων, για την κατάληψη ή τη διατήρηση της κυβερνητικής Εξουσίας, δηλαδή της διαχείρισης των εθνικών υποθέσεων και του εθνικού πλούτου. 

Και, στην καλύτερη περίπτωση το καθεστώς πολιτικό σύστημα χαρακτηρίζεται «άφρον», διότι άλλως θα έπρεπε, προς όλα τα κόμματα που συμμετείχαν στο κοινοβούλιο αυτή την περίοδο, να απευθυνθεί  κατηγορία εσχάτης προδοσίας εκ προμελέτης, επί σειρά ετών μεθοδευμένης και εκτελεσμένης.

Προς άλλα, ως ψυχρούς αυτόχειρες εκτελεστές του εγκλήματος και προς άλλα ως συνενόχους για την επιδειχθείσα ανοχή και παθητική συμμετοχή στο τεράστιο αυτό εθνικό έγκλημα.

Την ίδια στιγμή, η ζώσα γενιά  που αποτελεί την τρέχουσα Ελληνική κοινωνία, έχει ένα ακόμη τεράστιο χρέος:  Να παραδώσει στις επόμενες γενιές των Ελλήνων, αλώβητα (αν όχι αυξημένα) τα ανεκτίμητα αγαθά που παρέλαβε από τις προηγούμενες γενιές, αποκτημένα με χιλιάδες θυσίες, θανάτους και ακρωτηριασμούς στα πεδία των μαχών και τόνους προσωπικής δυστυχίας της Ελληνικής οικογένειας:

  • την Ελευθερία/Εθνική κυριαρχία
  • την ακεραιότητα της χώρας, με ότι αυτή περιλαμβάνει: εδάφη, αέρα, θάλασσες και ότι αυτά κρύβουν.

Ύστερα από την καταγραφή των δύο αυτών υποστάσεων του Χρέους, παρατηρούμε ότι μετά το κατακάθισμα του κουρνιαχτού των εκλογών και το (επαναλαμβανόμενο μονότονα, κάθε φορά) προεκλογικό μασκάρεμα των κομμάτων στις πολύχρωμες ενδυμασίες του «σωτήρα της κατάστασης», το πολιτικό τοπίο της Ελληνικής κοινωνίας πήρε τα πραγματικά του χρώματα: το σκούρο γκρί.

Αυτό, το χρώμα της στάχτης, καλύπτει πλέον:

  • το πατριωτικό γαλάζιο της (κάποτε κραταιάς) ΝΔ, που (μόλις άρχισαν τα δύσκολα) αποδείχθηκε προπέτασμα καπνού για να κρύβει την απόλυτη εξάρτησή της από τα μαύρα «συμφέροντα» των υψηλών αλλοδαπών πατρόνων της και να ξεγελά αφελείς ψηφοφόρους που πίσω από γαλάζια γυαλιά βλέπουν τα πάντα (ακόμα και το μαύρο) γαλάζια.
  • το ελπιδοφόρο πράσινο τού (σε όζουσα αποσύνθεση) Πανελ. Σοσιαλ. Κινήματος, που (μόλις άρχισαν τα δύσκολα) αποδείχθηκε  βαθειά διαβρωμένο και καθοδηγούμενο από τους ίδιους (με της ΝΔ) πάτρωνες και συμφέροντα, που λειτουργούν μέσα από τη φιλοσοφία και πρακτική του νεο-φιλελευθερισμού της παγκοσμιοποίησης των «αγορών» που χρησιμοποιούν, παγκοσμίως, τους «σοσιαλιστές» για τσιράκια τους.
  • το ρόζ του ΣΥΡΙΖΑ που, κατά ομολογία του Προέδρου του, αποτελεί «ύστατη ελπίδα ανάκτησης της αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος» (αυτού που ευθύνεται αποκλειστικά για την καταστροφή της σύγχρονης Ελληνικής κοινωνίας) καθώς,  κατά τον  Αλέξη Τσίπρα, (αναφερόμενο στο ακομμάτιστο » και μή ελεγχόμενο από το κόμμα του – Κίνημα Ανεξάρτητων/Αγανακτισμένων πολιτών) «αποτέλεσε ανάχωμα στην ανεξέλεγκτη κοινωνική σύγκρουση, η οποία ερχόταν με μεγάλη ταχύτητα».
  • το μπλέ των «Ανεξάρτητων» του Πάνου Καμμένου, μένει μετέωρο, αφού το αντιμνημονιακό μένος του μένει επιφανειακό, καθώς δεν αναφέρει ποτέ και πουθενά την αιτία και τους αίτιους (δηλαδή την – και δική του τροφό – κομματοκρατία) που δημιούργησαν όλες τις προϋποθέσεις ώστε η Ελληνική κοινωνία να οδηγηθεί στην αιχμαλωσία των Μνημονίων και, μέσω αυτών, στην απώλεια της εθνικής κυριαρχίας και στον ήδη εκτελούμενο σχεδιασμό της λεηλασίας του απέραντου εθνικού πλούτου.
  • το κόκκινο του ΚΚΕ που, εκτός χρόνου και τόπου, επιμένει πεισματικά να θεωρεί μία καταστροφική πρακτική σαν τον επίγειο Παράδεισο, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει να «εξωστρακισθεί» οριστικά και μόνιμα από τη βούληση των Ελλήνων.
  • το μαύρο της Χ/Α, είναι το μόνο που ταιριάζει με το χρώμα του μέλλοντος της Ελληνικής κοινωνίας, όπως αυτό διαγράφεται με την καταγραφόμενη βραδύτητα αφύπνισής της και την πρόσφατη εμφάνιση στο επίσημο πολιτικό προσκήνιο και του (καταδικασμένου σαν υπαίτιου της «τέλειας καταστροφής» του Β’ΠΠ) φασισμού/ναζισμού, σαν παράγοντα διαμόρφωσης πολιτικής σκέψης και αποφάσεων της Ελληνικής κοινωνίας.

Έτσι, μετά την (από το «σύστημα») στημένη  παράτα των εκλογών, (από τις οποίες μόνον αυτό ωφελήθηκε, βγαίνοντας από το μπιντέ του Σιλωάμ φρεσκοπλυμένο, αρωματισμένο φρεσκοσιδερωμένο, με «νωπή εντολή» και ανανεωμένη διάθεση συνέχισης της καταστροφικής διακυβέρνησής του)  η Ελληνική κοινωνία παραμένει (όπως ήταν αναμενόμενο από κάθε πολίτη με ένα κουκούτσι μυαλού) ανυπεράσπιστη αιχμάλωτη στους ανθρωποκτόνους όρους των Μνημονίων, ορφανεμένη, τόσο από όραμα εξόδου και δραπέτευσης από την αιχμαλωσία της (την ύπαρξη της οποίας, ακόμη δεν έχει πιστέψει, στο σύνολό της) όσο και από ηγεσία εμπιστοσύνης.

Λείπει εκκωφαντικά ένα όραμα ανάστασης του πεθαμένου σήμερα, που θα σηματοδοτήσει το πέταμα της κοινωνίας σε ένα υψηλό αύριο και μία ηγεσία που θα την εμπιστευτεί η κοινωνία για να οδηγηθεί εκεί, στο αύριο, με μία γενναία απόδραση από το μαύρο, αναπάντεχο και ασήκωτο σήμερα.

Πώς και ποιός θα καλύψει αυτά τα κενά;

Στο «ποιός ;», απαντά η, φιμωμένη σήμερα, δημοκρατική συνείδηση:

Η ΜΟΝΗ ΗΓΕΣΙΑ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ ΕΙΝΑΙ (απομένει) ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ.

Η ίδια η κοινωνία πρέπει να καλύψει το κενό ηγεσίας , γεννώντας (έστω και με καισαρική τομή) την ηγεσία της.

Αν συμφωνούμε σ’ αυτή τη διαπίστωση, αυτό που μένει, είναι να βρούμε και να συμφωνήσουμε σε έναν αδιάβλητο τρόπο με τον οποίο το σύνολο της κοινωνίας θα μπορεί, πρακτικά, να εκφράζει τη βούλησή του και τις αποφάσεις του, γρήγορα (σε καθημερινή βάση) και αποφασιστικά.

Ζητείται, δηλαδή ένα, καθημερινό (αν είναι δυνατόν), υποκατάστατο των δημοψηφισμάτων, με παρόμοια ισχύ, για κάθε απόφαση της Βουλής των Ελλήνων.

Στο «πώς ;», απαντά η βεβαιότητα πώς, το όραμα αυτό, δεν μπορεί να είναι άλλο από την αναστήλωση και  αποκατάσταση της λειτουργίας μίας πραγματικής (και όχι ψευδεπίγραφης, σαν της σημερινής)  Δημοκρατίας.

Δηλαδή, μίας Δημοκρατίας στην οποία η βούληση (θέληση) του λαού θα  αποτελεί άμεση προσταγή προς εκτέλεσή της από το κράτος (κυβέρνηση).
Αυτό, μπορεί να γίνει μόνο με τον  θεσμικό και οριστικό παραμερισμό από τα κέντρα λήψεως αποφάσεων (Βουλή,Κυβέρνηση) της (πολιτικής και οικονομικής) Ολιγαρχίας που κυβερνά σήμερα τον τόπο,  υπό τον μανδύα της Δημοκρατίας, σφετεριζόμενη ύπουλα τη δημοκρατική νομιμότητα.

Δεν μπορεί να συνεχιστεί το σημερινό χάλι που όλοι βλέπουμε (και υφιστάμεθα «στο πετσί» μας, φτωχαίνοντας, εξευτελιζόμενοι, ψεκαζόμενοι και δερόμενοι όταν αντιστεκόμαστε) όπου το κόμμα (δηλαδή κάποια οικογενειοκρατούμενη ελίτ που εξουσιοδοτείται εκδίδοντας επιταγές χωρίς κανένα αντίκρυσμα και χωρίς καμία τιμωρία γι’ αυτή την απάτη της που είναι «η μητέρα όλων των απατών» ) παίζει ταυτόχρονα το ρόλο της κυβέρνησης, της Βουλής και της Δικαιοσύνης…
Το ότι αυτό δεν είναι Δημοκρατία, είναι πλέον φανερό και στον κάθε δύσπιστο.
Το μόνο που πετυχαίνει το σύστημα, αποκαλώντας «Δημοκρατία» αυτό το κατάντημα, είναι να απαξιώνεται το μόνο πολίτευμα , μέσα από το οποίο η κοινωνία μπορεί να προοδεύει.

Η απαξίωση αυτή, οδηγεί στην προτίμηση μίας (φανερής πλέον και όχι κρυπτόμενης) Δικτατορίας.

Αυτό ήδη ακούγεται και σιγά-σιγά θα δυναμώνει αυτή η επίκληση, ώσπου να αρχίσει να προβάλλεται και ως λαϊκή απαίτηση. Τότε θα έχει έρθει η ώρα της Χ/Α και των πατρόνων της.

Πρέπει, λοιπόν,  το συντομώτερο δυνατό, να ανα-στήσουμε το πολίτευμα της Δημοκρατίας, για να αποτρέψουμε τέτοιες εκδοχές της ζωής μας.

Το «ξαναχτίσιμο» αυτό της Δημοκρατίας, δεν αποτελεί ένα από αυτά που χρειάζεται να γίνουν στον τόπο.

Είναι το μόνο που χρειάζεται
, καθώς η αποκατάσταση της Δημοκρατίας, οδηγεί, αυτομάτως, στη λύση όλων των προβλημάτων που ταλανίζουν τη σημερινή κοινωνία μας, αφού η απόφαση για τη λύση κάθε προβλήματος, δεν θα είναι απόφαση ενός μέρους της κοινωνίας, (εκπροσωπούμενου από κάποια ελίτ κομματικού μηχανισμού και τα συμφέροντά της) αλλά του συνόλου τής κοινωνίας, δρώντος σε ένα συμπαγές και ακομμάτιαστο (και ακομμάτιστο) σώμα, την (πραγματική) Βουλή/βούληση των Ελλήνων που θα απαρτίζεται από πολίτες βουλόμενους και όχι από  βουλευτές πολιτευόμενους, γονατισμένους από το βάρος της κομματικής δουλείας.

Θα τελειώσει, έτσι, η πολυσπερμία των (ανάλογα με τις κομματικές προτιμήσεις και συμφέροντα) προτεινόμενων λύσεων στα διάφορα προβλήματα του τόπου, που, τελικά, εμποδίζει την άμεση λήψη μέτρων αντιμετώπισής τους, με αποτέλεσμα να λιμνάζουν επί χρόνια άλυτα, δημιουργώντας, όλα μαζί, ένα τέλμα που εμποδίζει κάθε πρόοδο.

  • Το αν θα παραμείνουμε αιχμάλωτοι των όρων των «Μνημονίων» ή όχι, θα το αποφασίσει με άμεσο τρόπο η κοινωνία και όχι ο, ενδεδυμένος το κοστούμι του υπουργού ή του πρωθυπουργού, εξαρτημένος από τη «Διεθνή του Χρήματος», «βουλευτής»/υπάλληλός της.
  • Το αν η οικονομία θα ακολουθήσει το σοσιαλιστικό πρότυπο ή το φιλελεύθερο, ή κάτι ανάμεσα στα δύο, θα το αποφασίσει με άμεσο τρόπο η κοινωνία και όχι ο ινστρούχτορας του κόμματος ή ο, ενδεδυμένος το κοστούμι του υπουργού, εξαρτημένος από (διεθνή ή εντόπια) επιχειρηματικά συμφέροντα, υπάλληλός της.
  • Τη λύση του «μεταναστευτικού», θα την αποφασίσει με άμεσο τρόπο η κοινωνία και όχι τα οικονομικά ή κομματικά  συμφέροντα που εδράζονται σ’ αυτό.
  • Τη χάραξη των γενικών κατευθύνσεων της εξωτερικής πολιτικής της χώρας,  θα την αποφασίσει με άμεσο τρόπο η κοινωνία και όχι τα ξένα συμφέροντα, μέσα από το «δικό» τους πολιτικό προσωπικό που έχουν προωθήσει στα κέντρα λήψης αποφάσεων του Ελληνικού μέλλοντος.
  • Τη χάραξη της ΑΟΖ ή τον τρόπο αξιοποίησης του κάθε λογής εθνικού πλούτου,  θα τα αποφασίσει με άμεσο τρόπο η κοινωνία και όχι τα οικονομικά συμφέροντα που καραδοκούν μέσα στους κομματικούς μηχανισμούς (όρα Siemens).
  • Το αν η «Παιδεία» μας πρέπει να παράγει παπαγάλους ή πολίτες με κριτική σκέψη, θα το αποφασίσει η κοινωνία και όχι αυτοί που θέλουν ένα λαό «υπνωμένο» και συνεχώς υπνωτιζόμενο με το κυνήγι της χυδαίας κατανάλωσης, δηλαδή του όλο και περισσότερου χρήματος, ως καρότου ποτέ αποκτούμενου.
  • Το αν η κοινωνία θα τ ρέχει πίσω από την υπερκατανάλωση που υπαγορεύουν τα συμφέροντα της Διεθνούς του Χρήματος ή όχι,  θα το αποφασίσει η κοινωνία και όχι η ελίτ/τσιράκι αυτής της «Διεθνούς».
  • Το αν, σε κάθε περίπτωση, πολεμήσουμε ή συμβιβαστούμε, θα το αποφασίσει η κοινωνία (η οποία και θα πληρώσει το τίμημα) και όχι μία ελίτ που, ούτως ή άλλως, θα παρακολουθεί εκ του ασφαλούς μακρόθεν τον πόλεμο, «παίζοντας» τα συμφέροντα άλλων, στη ματωμένη τσόχα των πολεμοκάπηλων.

Και, επειδή μπορεί σε πολλούς να δημιουργηθεί το εύλογο ερώτημα: «πώς όλα αυτά μπορούν να γίνουν στην πράξη;»,  πρέπει να αναφερθούν, πολύ επιγραμματικά, κάποιες βασικές αρχές ενός πρότυπου Άμεσης Δημοκρατίας.
(Λεπτομέρειες της λειτουργίας αυτού του πρότυπου Άμεσης Δημοκρατίας, όπου ο λαός αποφασίζει άμεσα, δηλαδή χωρίς ενδιάμεσους, υπάρχουν σε σχετικά κείμενα, για τους ενδιαφερόμενους).

Ο οραματισμός αυτής της (πραγματικής) Δημοκρατίας, προϋποθέτει:

  • Εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας (τό πρόσωπο του οποίου δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε κομματική εξάρτηση ή σχέση) απ’ ευθείας από τον λαό.  Ο ΠτΔ συνθέτει την Κυβέρνηση της χώρας από τους (για τον κάθε κυβερνητικό τομέα) αρίστους πολίτες και προϊσταται της εκτελεστικής εξουσίας/κυβέρνησης.
  • Κατάργηση της εκλογής κομματικών βουλευτών και αντικατάστασή της από (αδιάβλητη) κλήρωση πολιτών (που πληρούν ένα ελάχιστο νοητικών, γνωστικών και ηθικών προσόντων) για μία σχετικά σύντομη (π.χ 18μηνη) θητεία, πριν την έναρξη της οποίας, περνούν από ένα εντατικό 3/μηνο «σεμινάριο» προετοιμασίας τους για την υψηλή αυτή εθνική αποστολή τους.

Αυτές οι δύο (όχι και τόσο πολύπλοκες) αλλαγές στο σύστημα της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας που λειτουργεί ήδη, συνθέτουν την ανατροπή της Ολιγαρχίας που κυβερνά την Ελληνική (και όχι μόνο) κοινωνία, καθώς:  Η, με αυτό τον τρόπο, εγκατάσταση και λειτουργία μίας μορφής «Άμεσης/Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας», φέρνει πραγματικά (και όχι ψευδεπίγραφα, όπως ευαγγελίζονται τα κόμματα, ψευδόμενα) «τον λαό στην εξουσία» , παραχωρώντας του την αμεσότητα της νομοθετικής Εξουσίας, τον ένα από τους τρείς πυλώνες της Δημοκρατίας (Εκτελεστική εξουσία, Νομοθετική εξουσία, Δικαιοσύνη) και εγκαθιστώντας τον κυρίαρχα στον θώκο του άμεσου ελεγκτή της υλοποίησης της βούλησής του.

Με αυτό τον τρόπο :

  • Αποκαθίσταται η «διάκριση των τριών Εξουσιών» που απαιτεί η λειτουργία της Δημοκρατίας, σαν στρόφιγγα εγγύησης του αδιάβλητου της δημοκρατικότητας των αποφάσεων και της εκτέλεσής τους.
  • Καταργείται αυτομάτως και οριστικά η εμπορευματοποίηση της πολιτικής, δηλαδή η αδιαφάνεια και διαφθορά που εγκυμονεί η εξάρτηση της εκλογής του κόμματος και του βουλευτή, από τους δύο κύριους παράγοντες της πολιτικής διαφθοράς: 
    • από τους χρηματοδότες της (την οικονομική ολιγαρχία, στην οποία περιλαμβάνεται και η «μιντιοκρατία», άλλο ένα εξάμβλωμα της κρατούσας «Δήθεν Δημοκρατίας» που οφείλει την ύπαρξή του στην κομματοκρατία).   Κόβει οριστικά και αμετάκλητα τον ομφάλιο λώρο, μέσω του οποίου η «μιντιοκρατία» (δηλαδή η οικονομική ολιγαρχία που αποτελεί το αφεντικό της) μπορεί να ποδηγετεί την πολιτική εξουσία, καθώς τα «μίντια» αποτελούν τον σύγχρονο «μαγικό αυλό» που οδηγεί τα πρόβατα στο μαντρί (ψηφοδόχο) που αυτή (η μιντιοκρατία) επιθυμεί, σύμφωνα με τα, εκ των προτέρων συμφωνημένα με το υποστηριζόμενο κόμμα,  συμφέροντά της.
    • από τα συμφέροντα των, οργανωμένων σε συνδικάτα, ψηφοφόρων, παρουσιαζόμενα ως «συνδικαλιστικά», αλλά, όπως όλοι (και οι τυφλοί ακόμα) βλέπουν, καθαρώς κομματικά.
  • Καταργείται οριστικά κάθε δυνατότητα συνέχισης της υφιστάμενης απαράδεκτης οικογενειοκρατίας και, κατ» επέκταση, της ημετεροκρατίας, (η οποία γεννά τη φαυλοκρατία) και ανοίγει έτσι ο (κλεισμένος, σήμερα) δρόμος στην αξιοκρατία, σε όλο τον κοινωνικό οργανισμό.  (Χωρίς αξιοκρατία, όμως, η κάθε κοινωνία είναι καταδικασμένη στη φθορά, με τελικό προορισμό τον θάνατο).
  • Η Βουλή παύει να αποτελεί (όπως συμβαίνει σήμερα) όργανο του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος, δηλαδή μίας ελίτ που προασπίζεται τα συμφέροντα των «χορηγών» της, που εξασφαλίζουν στην κυβερνώσα  πολιτική και οικονομική Ολιγαρχία, την κατάκτηση των κορυφών τής  κρατικής εξουσίας (εκτελεστική και νομοθετική εξουσία), δηλαδή την κρατική παντοδυναμία.
  • Δημιουργεί μία Βουλή με πραγματικά ελεύθερη και ανεξάρτητη γνώμη και βούληση, όπως ορίζει ρητά το Σύνταγμα (και καταπατείται, σήμερα, απερίφραστα με την «κομματική πειθαρχία», άκρως αντισυνταγματικό εφεύρημα της Ολιγαρχίας, με το οποίο η χώρα οδηγείται εκεί που θέλει η Ολιγαρχία και όχι εκεί που βούλεται ο λαός).
  • Απαλλάσσει οριστικά τον πολίτη από τη θέση του κομματικού ανδράποδου και του εξώνητου στον κομματικό ινστρούχτορα που αγοράζει  (ξοδεύοντας αλύπητα τον κοινωνικό πλούτο) την ψήφο τού εξανδραποδισμένου πολίτη με μία (πανάκριβα αμειβόμενη) θέση στο Δημόσιο.  Έτσι  σκοτώθηκε, όχι μόνο η οικονομία του κράτους (που δανείστηκε  δυσθεώρητα ποσά για να πληρώνει τις ορδές των αμειβομένων κομματικών ψηφοφόρων*), αλλά (και το σπουδαιότερο) ευνουχίστηκε χυδαία η δημιουργικότητα της κοινωνίας, χωρίς την οποία δεν μπορεί να υπάρξει η συνέχισή της στο αύριο.( Η αθρόα παραγωγή, όλα αυτά τα χρόνια,  «ανίκανων ευημερούντων» στη  θαλπωρή της αργοσχολίας και της ραστώνης, αποτέλεσε πρόκληση και προσβολή, όχι μόνον της άμιλλας (του κινητήριου αισθήματος της προόδου), αλλά και του αισθήματος δικαίου για την υπόλοιπη, την έξω από κομματικές αγκάλες, κοινωνία).
  • Καταργεί, αυτομάτως, τη συνενοχή της συναλλαγής του πολίτη με το κομματικό σύστημα, σχέση που έχει καλλιεργηθεί τα χρόνια της μεταπολίτευσης, ως μέσον διαιώνισης της κομματοκρατίας και των ολέθριων αυτής αποτελεσμάτων (που όλοι βιώνουμε σήμερα).
  • Απελευθερώνει τις παραγωγικές ικανότητες της κοινωνίας (κυρίως των νέων), που ως σήμερα είναι φαλκιδευμένες στο γονυπετές προσκύνημα του δημοσιοϋπαλληλισμού, πληρωμένου με τον κομματικό εξανδραποδισμό της, και τον ευνουχισμό τής δημιουργικότητας τής νεολαίας.
  • Λύνει οριστικά τα δεσμά της Δικαιοσύνης και τους δεσμούς της με την κομματική εξουσία, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για μία, πραγματικά ανεξάρτητη και τυφλή Δικαιοσύνη, απαραίτητη προϋπόθεση για την ευρυθμία της κοινωνίας.
  • Καθιστά τη Βουλή ένα σώμα καθημερινής παραγωγής «δημοψηφισμάτων», καθώς οι αποφάσεις της  θα είναι γνήσια αντιπροσωπευτικές της κοινής γνώμης, χωρίς ενδιάμεσους και φίλτρα συμφερόντων, αφού θα παίρνονται από ένα σύνολο πολιτών, απαλλαγμένων από κάθε επαγγελματική  ή κομματική ή άλλη δουλεία.

Η εξασφάλιση της πραγματοποίησης και ενός μόνο από τα παραπάνω απαριθμούμενα πλεονεκτήματα, που εξασφαλίζει η συγκεκριμένη θεσμική αλλαγή, είναι αρκετή για να κινητοποιήσει όλες τις, κομματικά ακαπίστρωτες, Δημοκρατικές δυνάμεις της σημερινής Ελληνικής (και όχι μόνο) κοινωνίας, για την θέσπισή της.

Η ώρα της Άμεσης Δημοκρατίας έχει σημάνει, καθώς αυτή είναι ο μονόδρομος για τη λύση των τεράστιων προβλημάτων που έχει σωρεύσει στη χώρα η επικράτηση της κομματοκρατίας, οριζόμενης σαν «πολιτική νοοτροπία και πρακτική που ΠΑΝΤΟΤΕ προτάσσει το κομματικό συμφέρον από το κοινωνικό όφελος».
_________________

* Αν υπολογίσουμε ότι (παρ’ όλο που είναι πολύ περισσότερο) μόνο το των δημοσίων υπαλλήλων διορίστηκε με καθαρά κομματικά κριτήρια, δηλαδή (για να ακριβολογούμε) εξαγοράζοντας ψήφους κατά τη διάρκεια της «μεταπολίτευσης», έχουμε τα εξής αποτελέσματα:

1.    το του 1 εκατομμυρίου ΔΥ (που καταγράφηκε πρόσφατα στον στενό και ευρύ Δημόσιο Τομέα), ισούται με 250.000 εντελώς άχρηστους υπαλλήλους.
2.    Ο Μέσος Όρος του κόστους ενός ΔΥ στο διάστημα αυτό, ήταν περισσότερο από 2.000 Ευρώ μηνιαίως (χωρίς να λάβουμε υπ’ όψη το γεγονός ότι οι κομματοφρουροί είχαν «ιδιαίτερη περιποίηση»). Άρα, ετησίως, το κόστος του Δημοσίου για κάθε έναν από αυτούς ήταν 2.000 Χ 14 μισθούς = 28.000 Ευρώ ετησίως.
3.    Για τους 250.000 το κόστος ήταν 28.000 Χ 250.000 = 7.000.000.000 δηλ. 7 δίς
4.    Υπολογίζοντας ότι, στο διάστημα των 35 ετών της «μεταπολίτευσης», είχαμε αυτή την επί πλέον δαπάνη για 20 (μόνο) χρόνια, προκύπτει σύνολο της δαπάνης αυτής, 7Χ20=140 δις Ευρώ.
5.    Επειδή, ποτέ κατά το διάστημα αυτό η Ελληνική οικονομία δεν είχε παραγωγή πλεονάσματος, ώστε να πληρώνει από αυτό τα εξώνητα ανδράποδα της κομματοκρατίας, προκύπτει σαφώς ότι τα 7 δις ετησίως τα δανείζονταν.
6.    Αν υποθέσουμε (για την ευκολία του υπολογισμού) ότι το μέσο επιτόκιο δανεισμού μας, όλα αυτά τα 20 χρόνια, ήταν 3%,(που ήταν μεγαλύτερο) προκύπτει ότι για κάθε 7 δίς, οι τόκοι είναι 210 εκ.  ετησίως, οπότε για κάθε 7 δίς οι τόκοι 20 ετών είναι 4,2 δις, και οι τόκοι του συνόλου των 140 δις, για τα 20 χρόνια, είναι 84 δις Ευρώ.
7.    Έχουμε λοιπό, ΣΥΝΟΛΟ: 140 + 84 = 224 δις Ευρώ, (από το σύνολο των 298 δις του Δημόσιου Χρέους, στο τέλος του 2009) είναι το κόστος τής εξαγοράς ψήφων της κομματοκρατίας που καλείται να πληρώσει σήμερα η Ελληνική κοινωνία, με την απώλεια της εθνικής της κυριαρχίας και την πλήρη και εξευτελιστική φτωχοποίησή της !!!
8.
Τα υπόλοιπα 74 δις Ευρώ (298-224) είναι το κόστος των σκανδάλων που, μέσα από υπερ-τιμολογήσεις των προμηθειών του Δημοσίου (εξοπλιστικά, Ολυμπιακοί αγώνες, «Μεγάλα Έργα» όπως δρόμοι, γέφυρες, μετρό, αεροδρόμια, κλπ) τροφοδότησαν με χρήμα τους «χορηγούς» των κομμάτων, ώστε να επιστρέψουν ένα μεγάλο μέρος αυτού στα κόμματα, προκειμένου να τα «υποστηρίξουν» για να παραμείνουν ή να επανακαταλάβουν την Εξουσία, ώστε να επανατροφοδοτήσουν τους «χορηγούς» τους για τις επόμενες ανάγκες τους….. Το «πρότυπο Siemens» αποτελεί αδιάσειστο ντοκουμέντο της εφαρμοσμένης πρακτικής.

Ερώτηση κρίσεως:
– Είναι δυνατόν, αυτοί οι ίδιοι εγκληματικοί μηχανισμοί και το προσωπικό τους, να κυβερνούν ακόμη τη χώρα ;;;;;

http://www.spitha-kap.gr/el/articles/?nid=2783