Εισάγουμε … λάδι από Γερμανία και ψάρια από Σκόπια!!!

Ερώτηση του κ. Μιχελάκη βουλευτή της ΝΔ

Μία από τις πολλές και σοβαρές παθογένειες της ελληνικής οικονομίας, που ήρθε στην επιφάνεια με αφορμή την οικονομική κρίση, είναι το αρνητικό μας εμπορικό ισοζύγιο στον τομέα των τροφίμων, δηλαδή το ότι εισάγουμε περισσότερα προϊόντα διατροφής από όσα εξάγουμε.

 

Είναι προφανές ότι η διαπίστωση αυτή αποτελεί οξύμωρο σχήμα για μία χώρα σαν την Ελλάδα, με μακρόχρονη παράδοση στην αγροτική παραγωγή και με το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της παραγωγής των διεθνούς φήμης προϊόντων της μεσογειακής διατροφής, τα οποία κατά γενική παραδοχή χαρακτηρίζονται από υψηλή ποιότητα, ξεχωριστή γεύση και σπάνια διατροφική αξία. 

Όμως αποτελεί κοινό μυστικό ότι η “βιομηχανία” των επιδοτήσεων, η απαξίωση του αγροτικού επαγγέλματος και σωρεία λαθών στην αγροτική πολιτική, σε συνδυασμό με την έλλειψη εξαγωγικής στρατηγικής και την προβληματική διάρθρωση της εγχώριας λιανικής αγοράς, είναι ορισμένοι μόνο από τους λόγους που οδήγησαν σε αυτό το θλιβερό αποτέλεσμα.

Είναι αλήθεια επίσης ότι σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και η απουσία καταναλωτικής συνείδησης από μεγάλη μερίδα των ελληνικών νοικοκυριών, τα οποία διακατέχονταν από αδικαιολόγητη μανία κατανάλωσης ξένων προϊόντων, παρά το γεγονός ότι τα αντίστοιχα ελληνικά, όχι μόνο θεωρούνται, αλλά και κατά γενική ομολογία είναι κατά πολύ ανώτερα.

Έτσι φθάσαμε στο σημείο να εισάγουμε λεμόνια από την Αργεντινή, όσπρια από το Περού και το Πακιστάν, ντομάτες από το Βέλγιο και την Ιορδανία και πατάτες από την Αίγυπτο και την Τουρκία, την ώρα που μεγάλες εκτάσεις γης στη χώρα μας παραμένουν ακαλλιέργητες.

Ταυτόχρονα το ελληνικό ελαιόλαδο, που αποτελεί παραδοσιακό εθνικό μας προϊόν, χρησιμοποιείται σε μείγματα ιταλικού και ισπανικού ελαιολάδου, τα οποία πωλούνται στη σχεδόν διπλάσια τιμή, με αποτέλεσμα να επωφελούνται άλλοι από την εξαιρετική ποιότητά του.

Επίσης περίπου το 50% των 25.000 τόνων “φέτας” που διακινείται ετησίως στους χώρους εστίασης όλης της χώρας, στην πραγματικότητα δεν είναι ελληνική φέτα, αλλά εισαγόμενο λευκό τυρί, κυρίως από τη Βουλγαρία.  

Τα παραπάνω χαρακτηριστικά παραδείγματα, καταδεικνύουν την μεγάλη έκταση του προβλήματος και αποκαλύπτουν τους σοβαρούς κινδύνους που ελλοχεύουν για την αγροτική μας οικονομία. 

Μάλιστα οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, που ευνοούν τις “περίεργες” διαδρομές προϊόντων, σε συνδυασμό με την άγνοια και την απροσεξία του καταναλωτικού κοινού, έχουν οδηγήσει στο παράδοξο φαινόμενο να εισάγουμε λάδι από την Ελβετία και τη Γερμανία (!!!) και ψάρια από τα Σκόπια και την Ουγγαρία, δηλαδή από χώρες που δεν βρέχονται καν από θάλασσα!

Είναι απαράδεκτο για μια μεσογειακή χώρα, εν μέσω κρίσης, να εισάγει περισσότερα τρόφιμα από όσα εξάγει,

Οιι αθρόες εισαγωγές σε πουλερικά, κρέατα, οινοπνευματώδη, ψάρια, λαχανικά και σιτηρά πλήττουν καίρια την  εγχώρια παραγωγή και συνιστούν ευθεία απειλή για την αγροτική μας οικονομία,

Η ουσιαστική ενίσχυση της αγροτικής παραγωγής, της αλιείας και της κτηνοτροφίας μπορεί να δημιουργήσει πολλές νέες θέσεις εργασίας και να τονώσει την εθνική μας οικονομία,