Επιχειρηματικά δάνεια: ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση από πρόδηλα σφάλματα της Δικαιοσύνης

Θανάσης Αλαμπάσης
1. Στο άρθρο 1 παρ. 4 Ν 2251/1994, μετά την τροποποίηση του με το Ν. 3587/2007 με την προσθήκη, με το άρθρο 1 § 5 του Ν 3587/2007, της περ. ββ στο άρθρο 1 § 4α του Ν 2251/1994, ορίζεται, ότι  α) Καταναλωτής, είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι και: αα) κάθε αποδέκτης διαφημιστικού μηνύματος, ββ) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του
[Προϊσχύουσα μορφή άρθρου: «α Καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προιόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προιόντων ή υπηρεσιών εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους»].
 

Περαιτέρω, στο  άρθρο 3 της οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2008 για την προστασία των καταναλωτών στις συμβάσεις πίστωσης [οδηγία για την καταναλωτική πίστη – ΟΚΠ, οι διατάξεις της οποίας ενσωματώθηκαν στην ελληνική νομοθεσία με την  Υ. Α  Ζ1-699/2010  (ΦΕΚ: Β 917/ 23.06.2010)], ορίζεται ως  «α)       «καταναλωτής»: κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, με τις δικαιοπραξίες που καλύπτει η παρούσα οδηγία, επιδιώκει σκοπούς που είναι άσχετοι με την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητά του, β) «πιστωτικός φορέας»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που χορηγεί ή υπόσχεται να χορηγήσει πίστωση στο πλαίσιο της εμπορικής, επιχειρηματικής ή επαγγελματικής του δραστηριότητας και γ) «σύμβαση πίστωσης»: σύμβαση δυνάμει της οποίας πιστωτικός φορέας χορηγεί ή υπόσχεται να χορηγήσει σε καταναλωτή πίστωση υπό μορφή προθεσμιακής καταβολής, δανείου ή οποιασδήποτε άλλης παρόμοιας χρηματοδοτικής διευκόλυνσης, με εξαίρεση τις συμβάσεις που συνάπτονται για τη συνεχή παροχή υπηρεσιών ή για την προμήθεια αγαθών του ίδιου είδους, σύμφωνα με τις οποίες ο καταναλωτής καταβάλλει με δόσεις το τίμημα για τις εν λόγω υπηρεσίες ή αγαθά κατά τη διάρκεια της παροχής τους. Ωστόσο, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας οι ακόλουθες συμβάσεις πίστωσης: 1. όλες οι συμβάσεις πίστωσης που εξασφαλίζονται είτε με υποθήκη είτε με άλλη παρόμοια εγγύηση που χρησιμοποιείται γενικά σε κράτος μέλος για ακίνητα περιουσιακά στοιχεία, ή που εξασφαλίζονται βάσει δικαιώματος σχετιζομένου με ακίνητα περιουσιακά στοιχεία [άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο α)] και 2. όλες οι συμβάσεις πίστωσης σκοπός των οποίων είναι η απόκτηση ή διατήρηση δικαιωμάτων ιδιοκτησίας επί εγγείου ιδιοκτησίας ή επί υπάρχοντος ή υπό κατασκευή κτιρίου [άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο β)]. Θα πρέπει, ακόμη, να επισημανθεί ότι οποιαδήποτε σύμβαση πίστωσης που αφορά συνολικό ποσό πίστωσης μικρότερο των 200 ευρώ ή μεγαλύτερο των 75000 ευρώ επίσης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ΟΚΠ, μολονότι τα κράτη μέλη δύνανται να επεκτείνουν εθελοντικά την εφαρμογή της ΟΚΠ σε συμβάσεις πίστωσης που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της.
 
Τέλος, η οδηγία 93/13 [στο άρθρο 2 παρ. β της οποίας ορίζεται ως   “καταναλωτής” «κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες»] και οι αρχές του δικαίου της Ένωσης για την προστασία του καταναλωτή και τη συμβατική ισορροπία έχουν την έννοια ότι αποκλείονται του πεδίου εφαρμογής τους οι νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις κράτους μέλους, εάν δεν υπάρχει συμβατική ρήτρα τροποποιούσα το περιεχόμενο ή το πεδίο εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων [C-280/13, Barclays Bank SASara Sánchez García, Alejandro Chacón Barrera].
 
2. Αναφορικά με το νομικό ζήτημα σχετικά με το αν «καταναλωτής είναι ο τελικός αποδέκτης υπηρεσιών-προϊόντων Τράπεζας, αδιαφόρως αν αυτά προορίζονται για προσωπική ή επαγγελματική χρήση» ή αν «μόνον οι συμβάσεις που συνάπτονται για την κάλυψη ίδιων καταναλωτικών αναγκών ενός ατόμου σε ιδιωτικό επίπεδο εμπίπτουν στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή», υφίσταται διάσταση απόψεων τόσο στην εθνική νομολογία όσο και στη θεωρία.
 
Ι. Σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη στην νομολογία που αποτελεί την πλειοψηφία των αποφάσεων που εκδίδονται, με το άρθρο 1 παρ. 4 στοιχ. Α’ Ν 2251/1994, «καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους. Ωστόσο, η παραπάνω υπερβολικά ευρεία απόδοση της έννοιας του καταναλωτή, οδήγησε στην ανάγκη ερμηνείας αυτής, τόσο από τη θεωρία όσο και από τη νομολογία του ΔΕΚ, αλλά και των εθνικών δικαστηρίων, θεωρώντας ότι επικρατέστερος γενικός ορισμός του καταναλωτή, του αντισυμβαλλόμενου κάθε προμηθευτή, ανεξαρτήτως των παρεχόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών, είναι το πρόσωπο που συναλλάσσεται για μη επαγγελματικούς σκοπούς, διότι στα πλαίσια των συναλλαγών αυτών δεν έχει αποκτήσει τις γνώσεις, την εμπειρία και εν γένει την εξειδικευμένη στο αντικείμενο αυτό διαπραγματευτική ικανότητα που έχει ο προμηθευτής, γεγονός που δικαιολογεί την προστασία του από το νόμο. Έτσι, ουσιαστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό του συμβαλλόμενου, ως καταναλωτή πρέπει να είναι η ερασιτεχνική ιδιότητα του αποδέκτη του αγαθού, ως προς τη συγκεκριμένη συναλλαγή. Επομένως, μόνον οι συμβάσεις που συνάπτονται για την κάλυψη ιδίων καταναλωτικών αναγκών ενός ατόμου σε ιδιωτικό επίπεδο, εμπίπτουν στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή, ως θεωρούμενο οικονομικούς ασθενέστερο μέρος. Η ηθελημένη από τις διατάξεις αυτές ιδιαίτερη προστασία δεν δικαιολογείται στη περίπτωση συμβάσεων που έχουν ως σκοπό την επαγγελματική δραστηριότητα. Έτσι και στις αποφάσεις του ΔΕΚ (που είναι δεσμευτικές για τα κράτη – μέλη υπό τη μορφή της αυθεντικής ερμηνείας – πρωτόκολλο της 3.6.1971 κυρωθέν με το Ν 1814/1988, ΑΠ 1738/2009 ΕλλΔνη (2011),750. ΑΠ 904/2011 Nomos, κοινό χαρακτηριστικό και εννοιολογικός πυρήνας του ορισμού του καταναλωτή, αποτελεί η μη ικανοποίηση, επαγγελματικών αναγκών με τη σύναψη της σύμβασης και όχι η ιδιότητα του συμβαλλόμενου λήπτη των υπηρεσιών ως εμπόρου ή ελεύθερου επαγγελματία. Συνεπώς, ο όρος καταναλωτής περιλαμβάνει και εμπόρους και ελεύθερους επαγγελματίες, εφόσον οι τελευταίοι συνάπτουν συμβάσεις για τις ιδιωτικές τους ανάγκες. Μόνον όταν οι επιχειρούμενες από τους ως άνω συναλλαγές συναρτώνται λειτουργικώς με την άσκηση του επαγγέλματός τους, ή είναι βοηθητικές της εμπορικής τους δραστηριότητας [βλ. ΕφΑθ 730/2005 ΕπισκΕΔ (2005),741], δεν τίθεται θέμα προστασίας τους από τις διατάξεις του προμνημονευόμενου νόμου [βλ. ΕφΑθ 3884/2006 ΕλλΔνη (2007),305)]. Προς απόδειξη θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η θέση του προσώπου σε συγκεκριμένη σύμβαση, σε σχέση με τη φύση και το σκοπό αυτής και όχι η υποκειμενική κατάσταση του ιδίου αυτού προσώπου. Έτσι, ένα και το αυτό πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί ως καταναλωτής στο πλαίσιο ορισμένων πράξεων και ως επιχειρηματίας στο πλαίσιο άλλων, πράξεων. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι δεν προστατεύεται κάθε ασθενέστερος συναλλασσόμενος, αλλά μόνον εκείνος που συνάπτει την επίμαχη σύμβαση εκτός του πλαισίου των επαγγελματικών του σχέσεων. Για τη διαπίστωση της συνδρομής της ανωτέρω προϋπόθεσης δεν έχει σημασία η υποκειμενική του κατάσταση (αν λ.χ. το επάγγελμα του είναι άσχετο ή σχετικό με τη συγκεκριμένη σύμβαση), αλλά, εάν μπορεί να θεωρηθεί κατ’ αντικειμενική κρίση, ως επαγγελματίας στο πλαίσιο της συγκεκριμένης συναλλαγής. Κατά συνέπεια, ο αγοραστής τραπεζικών προϊόντων ή ο αποδέκτης τραπεζικών υπηρεσιών, δεν μπορεί να θεωρηθεί εκ των προτέρων καταναλωτής, αποκλειστικά λόγω του γεγονότος ότι είναι αντισυμβαλλόμενος τράπεζας. Η επίκληση και υπαγωγή στο προνομιακό καθεστώς προστασίας των διατάξεων του καταναλωτικού δικαίου, ιδιωτών επενδυτών, οι οποίοι, με γνώση και εμπειρία της αγοράς και σημαντική οικονομική επιφάνεια, ασχολούνται συστηματικά με προϊόντα και συναλλαγές υψηλής οικονομικής αξίας, αποβαίνει καταχρηστική, καθώς οι ανωτέρω συναλλασσόμενοι υπερβαίνουν κατά πολύ το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή και δεν είναι απαραίτητα το αδύναμο μέρος της συγκεκριμένης συναλλαγής. Κατά συνέπεια, μόνον οι συμβάσεις που συνάπτονται για την κάλυψη ιδίων καταναλωτικών αναγκών ενός ατόμου σε ιδιωτικό επίπεδο, εμπίπτουν στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή, ως θεωρούμενο οικονομικώς ασθενέστερο μέρος [βλ. ΑΠ 904/2011, ΑΠ 1738/2009, ό.π., ΕφΘεσ 492/2010, ΕφΛαρ 806/2010, ΕφΘεσ 1429/2009, 2788/2009, 317/2009, ΕφΑθ 4682/2008, ΕφΛαρ 114/2007 Nomos, ΕφΑθ 8217/2006 ΔΕΕ 2007,462, ΕφΑθ 6401/2002 ΔΕΕ (2003),412 με τις εκεί παραπομπές σε αποφάσεις του ΔΕΚ, ΕφΠειρ 91/2002 Nomos, ΔΕΚ υποθ. C-269/1995 ΕλλΔνη (39),238, βλ. και Ε. Αλεξανδρίδου, Δίκαιο προστασίας του καταναλωτή ελληνικό και κοινοτικό, σελ. 34, Φ. Αντωνόπουλου, Τα όρια της προστασίας του αποδέκτη τραπεζικών υπηρεσιών κατά το σύγχρονο καταναλωτικό δίκαιο, ΕλλΔνη (44),333 επ., Α. Κοτσίρη (γνωμ.), Η έννοια του καταναλωτή, ΔΕΕ (2005),1128 και X. Λιβαδά (γνωμ.), Η έννοια του προστατευτέου καταναλωτή σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, ΔΕΕ (2005),1137] […]».
 
Ωστόσο, σχετικά με τις αποφάσεις του ΔΕΚ που, κατά την κρατούσα ως άνω γνώμη στην ελληνική νομολογία, «είναι δεσμευτικές για τα κράτη – μέλη υπό τη μορφή της αυθεντικής ερμηνείας [πρωτόκολλο της 3.6.1971 κυρωθέν με το Ν 1814/1988, ΑΠ 1738/2009 ΕλλΔνη (2011),750, ΑΠ 904/2011 Nomos]» λεκτέο ότι, με το από 3-6-1971 πρωτόκολλο που κυρώθηκε με το Ν. 1814/1988,  το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ), ορίσθηκε αποκλειστικά αρμόδιο για την ερμηνεία της Συμβάσεως των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (και της απολύτως ταυτοσήμου περιεχομένου Συμβάσεως του Λουγκάνο), ώστε ο εννοιολογικός προσδιορισμός των διατάξεων αυτής, στον οποίο έχει προβεί το ΔΕΚ «δεσμεύει» υπό τη μορφή της «αυθεντικής ερμηνείας» τα δικαστήρια των κρατών μελών, αφού η ερμηνεία αυτή ενσωματώνεται στο κείμενο των διατάξεων. Έτσι, «καταναλωτής» κατά την έννοια του άρθρ. 13 της Συμβάσεως των Βρυξελλών  (και του Λουγκάνο) που δικαιούται το προνόμιο του άρθρ. 14 II της Συμβάσεως των Βρυξελλών, είναι ο τελικός καταναλωτής ως ιδιώτης, ο οποίος δεν εμπλέκεται σε εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες. Προς απόδειξη της ιδιότητας του συναλλασσομένου ως καταναλωτή θα ληφθεί υπ’ όψη η θέση του στην συγκεκριμένη σύμβαση.Συνεπώς δε προς τα ανωτέρω, προστατευόμενος δια των άνω ρυθμίσεων -της Συμβάσεως του Λουγκάνο (και των Βρυξελλών)- «καταναλωτής» δεν είναι άνευ ετέρου ο τυχόν ασθενέστερος συναλλασσόμενος, αλλά μόνον εκείνος ο οποίος συνάπτει την επίδικη σύμβαση εκτός του πλαισίου των επαγγελματικών του σχέσεων, καθ’ όσον τα περί ασθενεστέρου ή μη μέρους αποτελούν εκτιμήσεις και επιλογές του συντάκτη της Συμβάσεως του Λουγκάνο. Για τη διαπίστωση της συνδρομής της ανωτέρω προϋποθέσεως δεν έχει σημασία το αν το παρ’ αυτού δηλούμενο επάγγελμα είναι άσχετο με τη συγκεκριμένη σύμβαση αλλά κρίσιμο είναι το εάν, κατ’ αντικειμενική κρίση, δύναται να θεωρηθεί ο συναλλασσόμενος ως επαγγελματικώς δρων (ως «επιχειρηματίας») εντός του πλαισίου της συγκεκριμένης συναλλαγής. Προς απόδειξη της ιδιότητας του συναλλασσομένου ως καταναλωτή κατά την έννοια της  Συμβάσεως του Λουγκάνο (και των Βρυξελλών)  θα ληφθεί υπ’ όψη η θέση του στην συγκεκριμένη σύμβαση σε σχέση προς την φύση και τον σκοπό αυτής και όχι η υποκειμενική κατάσταση του ιδίου αυτού προσώπου και συνεπώς σε κάθε σύμβαση, ένα και το αυτό πρόσωπο δύναται να θεωρηθεί ως καταναλωτής στο πλαίσιο ορισμένων συναλλαγών αυτού και ως επαγγελματίας στο πλαίσιο άλλων συναλλαγών του. Αυτή είναι η έννοια της διατάξεως του άρθρ. 13 της Συμβάσεως του Λουγκάνο, ότι δηλαδή αφορά μόνον τον τελικό καταναλωτή ως ιδιώτη, ο οποίος δεν εμπλέκεται σε εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες [ΑΠ 1738/2009].
 
Περαιτέρω, η απόφαση  C-269/95 (Francesco Benincasa, Dentalkit Srl) στην οποια επίσης παραπέμπει η κρατούσα στην ελληνική νομολογία γνώμη, έχει ως αντικείμενο αίτηση του Oberlandesgericht München (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, για την ερμηνεία από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της Συμβάσεως των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. [Όσον αφορά την έννοια του καταναλωτή, το άρθρο 13, πρώτη παράγραφος, της Συμβάσεως των Βρυξελλών  ορίζει τον καταναλωτή ως το πρόσωπο που ενεργεί για σκοπό που «μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα αυτού». Κατά πάγια νομολογία, όπως προκύπτει από τη διατύπωση και τη λειτουργία που επιτελεί, η διάταξη αυτή αφορά μόνον τον τελικό καταναλωτή ως ιδιώτη, ο οποίος δεν εμπλέκεται σε εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες (βλ. και απόφαση Shearson Lehman Hutton, σκέψεις 20 και 22). Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, προς απόδειξη της ιδιότητας του καταναλωτή, έννοια που πρέπει να ερμηνεύεται στενά, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η θέση του προσώπου σε συγκεκριμένη σύμβαση, σε σχέση με τη φύση και τον σκοπό αυτής, και όχι η υποκειμενική κατάσταση του ίδιου αυτού προσώπου. Συνεπώς, ένα και το αυτό πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί ως καταναλωτής στο πλαίσιο ορισμένων πράξεων και ως επιχειρηματίας στο πλαίσιο άλλων πράξεων (C-269/95, απόφαση  Francesco Benincasa, Dentalkit Srl, σκέψεις 15 και 16)]. Σημειωτέων ότι δεν κατέστη εφικτός ο εντοπισμός των λοιπών αποφάσεων του ΔΕΕ [ΔΕΕ 2007,462,  ΔΕΕ (2003),412 με τις εκεί παραπομπές σε αποφάσεις του ΔΕΚ, ΔΕΕ (2005),1128 και ΔΕΕ (2005),1137] στις οποίες παραπέμπει η κρατούσα στην ελληνική νομολογία γνώμη, πιθανόν επειδή δεν προσδιορίζονται με ακρίβεια τα ειδικότερα στοιχεία των αποφάσεων  αυτών  (ονόματα διαδίκων κλπ).   
 
Τούτων δοθέντων, η έννοια του καταναλωτή στη διάταξη του άρθρ. 1 του Ν 2251/1994, με την οποία επιχειρήθηκε η ενσωμάτωση των ουσιαστικών διατάξεων του Κοινοτικού Δικαίου για την προστασία του καταναλωτή είναι διάφορη και ευρύτερη αυτού του άρθρ. 13 των Συμβάσεων του Λουγκάνο και των Βρυξελλών.  Ο ορισμός αυτός δεν περιλαμβάνει όσους αποκτούν αγαθά και πράγματα προκειμένου να τα μεταβιβάσουν αυτούσια ή επεξεργασμένα, ή να παραχωρήσουν τη χρήση τους ή να τα χρησιμοποιήσουν για λογαριασμό τρίτου ή για την oικονομική εξυπηρέτηση τρίτου, ενώ περιλαμβάνει αυτόν ο οποίος αποκτά ως τελικός χρήστης το προϊόν ακόμη και για να το χρησιμοποιήσει για τις επαγγελματικές του ανάγκες, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι τελικός χρήστης. Ομοίως, η έννοια του καταναλωτή στη διάταξη του άρθρ. 1 του Ν 2251/1994, είναι διάφορη και ευρύτερη αυτού του άρθρου 3 της οδηγίας 2008/48/ΕΚ για την προστασία των καταναλωτών στις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης. Ο ορισμός αυτός δεν περιλαμβάνει όσους  επιδιώκουν σκοπούς που είναι άσχετοι με την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητά τους και συμβάλλονται στις συμβάσεις καταναλωτικής πίστωσης του αρθρ. 2 παρ. 1 της οδηγίας 2008/48/ΕΚ, ενώ περιλαμβάνει όσους  είναι αποδέκτες υπηρεσιών – προϊόντων Τράπεζας καιδεν εξαιρούνται από άλλες διατάξεις, συμπεριλαμβανομένων και όσων επιδιώκουν σκοπούς που είναι σχετικοί με την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητά τους και λαμβάνουν πίστωση από Τράπεζα για να καλύψουν τις χρηματικές ανάγκες τους ως τελικοί αποδέκτες υπηρεσιών για να τις καταναλώσουν και όχι να τις προσφέρουν περαιτέρω με αντάλλαγμα και όταν συνάπτουν συναλλαγές που είναι βοηθητικές για τη συγκεκριμένη εμπορική τους δραστηριότητα. Είναι σαφές ότι ο Ν. 2251/1994, καθ’ ό μέρος επιτρέπειδιεύρυνση της εννοίας του καταναλωτή πέραν του ορίου προστασίας της Συμβάσεως των Λουγκάνο ή της οδηγίας 2008/48/ΕΚ για την προστασία των καταναλωτών (δηλαδή καθ’ ο μέρος θεωρεί «καταναλωτή» και τον επαγγελματκώς δρώντα έμπορο ή επαγγελματία τελικό χρήστη κατά την προηγηθείσα ανάλυση),  απηχεί το εθνικό μόνον δίκαιο και κατά τούτο το πρόσωπο λογίζεται και προστατεύεται ως «καταναλωτής» υπό του Ν. 2251/1994. Η υπ’ αυτού, παρεχομένη προστασία εις τον τοιούτο «καταναλωτή», χωρίς να εμπίπτει και στο προστατευτικό πεδίο της  οδηγίας 2008/48/ΕΚ για την προστασία των καταναλωτών ή της Συμβάσεως του Λουγκάνο, δεν δύναται να υπερισχύσει, κατ’ αρθρο 28 του Συντάγματος, της ρυθμίσεως της οδηγίας 2008/48/ΕΚ ή της  Συμβάσεως του Λουγκάνο και συνεπώς, δεν δύναται να απαιτήσει την προστασία, την οποία του παρέχει το εθνικό δίκαιο εις βάρος των ρυθμίσεων των ανωτέρω υπερνομοθετικής ισχύος κειμένων [ΑΠ 1738/2009]. Τέλος, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ), ορίσθηκε αποκλειστικά αρμόδιο για την ερμηνεία της Συμβάσεως των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (και της απολύτως ταυτοσήμου περιεχομένου Συμβάσεως του Λουγκάνο), ώστε ο εννοιολογικός προσδιορισμός των διατάξεων αυτής, στον οποίο έχει προβεί το ΔΕΚ «δεσμεύει» υπό τη μορφή της «αυθεντικής ερμηνείας» τα δικαστήρια των κρατών μελών, αφού η ερμηνεία αυτή ενσωματώνεται στο κείμενο των διατάξεων, σε κάθε δε περίπτωση, η νομολογία του ΔΕΚ κατά την συγκεκριμενοποίηση της αρχής της ελάχιστης εναρμονίσεως αναφορικά με την έννοια του καταναλωτή δεν αποκλείει αντίθετη προς την δική του ερμηνεία της εθνικής διατάξεως και κατά τούτο δεν αναπτύσσει όπως συνήθως λέγεται, «ενέργεια αποκλεισμού» (Sperrwirkung)· σχετικά βλ. αντί πολλών MűnchKomm-Micklitz, §13 αρ. 22).
 
Παρέπεται από αυτά ότι, μπορεί κάποιος να μην έχει την ιδιότητα του «καταναλωτή» κατά την σύμβαση του Λουγκάνο ή την οδηγία 2008/48/ΕΚ, ούτε κατά το Κοινοτικό Δίκαιο, ενώ έχει την ιδιότητα του καταναλωτή κατά το εσωτερικό δίκαιο, κατ’ άρθρ. 1 του Ν 2251/1994.
 
II. Τούτων λεχθέντων, κατά την (ορθή) αντίθετη άποψη που ακολουθεί  μικρή μερίδα της νομολογίας, «στο χώρο των τραπεζικών συναλλαγών η ανάγκη προστασίας της συμβατικής ισορροπίας και διασφάλισης της δικαιοπρακτικής αυτοδιάθεσης των αντισυμβαλλομένων των τραπεζών είναι ιδιαίτερα έκδηλη, λόγω της οικονομικής και οργανωτικής υπεροχής ή αλλιώς της εξουσιαστικής θέσης των τραπεζών, οι οποίες κατά κανόνα επιβάλλουν μονομερώς στους ασθενέστερους αντισυμβαλλόμενους τους, την κατάρτιση τυποποιημένων συμβάσεων με προδιατυπωμένους από τις ίδιες (ή από τρίτους για λογαριασμό τους) γενικούς όρους. Επομένως, οι διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 εφαρμόζονται ευθέως ή κατ’ αναλογία κατά τον έλεγχο των τραπεζικών ΓΟΣ και μάλιστα ανεξάρτητα από το εάν ο πελάτης συναλλάσσεται με την Τράπεζα στο πλαίσιο της  επαγγελματικής  ή και της   εμπορικής   του   ιδιότητας,   αρκεί   να χαρακτηρίζεται η συγκεκριμένη συναλλαγή από ανισομέρεια σε βάρος της διαπραγματευτικής δύναμης του πελάτη της Τράπεζας (ΕφΠειρ 72/2011 ΔΕΕ 2011. 701, ΕφΑΘ 730/2005 ΕΕμπΔ 2005. 741, ΠολΠρΧαλκ 83/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και βλ. και ΑΠ 1332/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ που παρέπεμψε στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, λόγω του ότι πρόκειται για ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος αλλά και για την ενότητα της νομολογίας, τα νομικά ζητήματα σχετικά με το αν οι δανειολήπτες, οι οποίοι συμβλήθηκαν με σκοπό την εξυπηρέτηση   επαγγελματικών ή επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων, έχουν την ιδιότητα των καταναλωτών και αν τα πρόσωπα που εγγυήθηκαν και ιδίως τα πρόσωπα που εγγυήθηκαν ως αυτοφειλέτες υπέρ τέτοιων δανειοληπτών, όταν τα ίδια δεν ενεργούν στο πλαίσιο επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας τους, έχουν αυτή την ιδιότητα). Εξάλλου, η τράπεζα υπάγεται στην έννοια του προμηθευτή σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. β’ του ν. 2251/1994, που ορίζει ότι «ο προμηθευτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό   πρόσωπο   που   κατά   την   άσκηση   της   επαγγελματικής   του δραστηριότητας προμηθεύει προϊόντα ή παρέχει υπηρεσίες στον καταναλωτή». Ενόψει όλων των ανωτέρω ο ν. 2251/1994 εφαρμόζεται στις περιπτώσεις τραπεζικών συναλλαγών (βλ. ΕφΑΘ 2386/2006 ό.π., ΕφΑΘ 730/2005 ΕΕμπΔ 2005.741, Γ. Καράκωστα, Προστασία του καταναλωτή, ν. 2251/1994, σελ. 100 επόμ., Φ. Δωρή, Η εξειδίκευση της καλής πίστης στο άρθρο 2 του ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών και η σημασία στο κοινό δίκαιο. ΝοΒ 2000.737 επ.. Ψυχομάνη Τραπεζικό δίκαιο 1999. σελ. 17). Εξάλλου στο άρθρο 1 παρ. 4 του παραπάνω νόμου ορίζεται, ότι α) Καταναλωτής, είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι και: αα) κάθε αποδέκτης διαφημιστικού μηνύματος, ββ) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή   επιχειρηματικής δραστηριότητας του. Καταναλωτής επομένως θεωρείται και ο έμπορος που λαμβάνει πίστωση από Τράπεζα για να καλύψει τις χρηματικές ανάγκες του ως τελικός αποδέκτης υπηρεσιών για να τις καταναλώσει και όχι να τις προσφέρει περαιτέρω με αντάλλαγμα και όταν συνάπτει συναλλαγές που είναι βοηθητικές για τη συγκεκριμένη εμπορική του δραστηριότητα (ΕφΑΘ 2386/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, και βλ. Περάκη: Η έννοια του καταναλωτή κατά το νέο νόμο 2521/1994 ΔΕΕ 1995.32 επ.. Γ. Καρακώστα Προστασία του καταναλωτή Ν 2251/1994. σελ. 35). ενώ και ο εγγυητής είναι καταναλωτής, όπως πλέονορίζεται ρητά από την ως άνω διάταξη, μετά την τροποποίηση της, με το Ν. 3587/2007, ενώ και πριν από αυτή είχε κριθεί ως καταναλωτής (ΕφΑΘ 2386/2006 ό.π. και βλ. και Χελιδόνη ΕπισκΕμπΔ 2000. 385) κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 4 του Ν 2251/1994, διότι η εγγύηση είναι παρεπόμενη της πιστώσεως σύμβαση και διότι η τράπεζα δεν θα είχε καταρτίσει την σύμβαση πίστωσης, εάν η εγγύηση δεν είχε προσλάβει το περιεχόμενο το οποίο η τράπεζα επιθυμεί, οπότε θα ήταν αντιφατικό να μην έχει και ο εγγυητής την ιδιότητα του καταναλωτή (βλ.Παμπούκη. σχόλιο επί της ΕφΠειρ 91/2002 ΕπισκΕμπΔ 2002.788)».
 
3. Επειδή την επιδιωκόμενη δικαστική προστασία των καταναλωτών χαρακτηρίζει ο Ν. 2251/1994 ως συλλογική, διότι αποβλέπει στην προστασία περισσοτέρων ατόμων, τα οποία ως σύνολο αποτελούν φορείς συλλογικών εννόμων αγαθών ή συμφερόντων, όπως είναι τα οικονομικά τους συμφέροντα. Η συλλογική αγωγή, που προβλέπεται από το άρθρο 10 παρ. 1 του άνω νόμου, και έχει καθιερωθεί με βάση το πρότυπο της γερμανικής Verbandsklage, είναι ένας νέος δικονομικός θεσμός που συμπληρώνει την κλασική μορφή δικαστικής προστασίας, που είναι η ατομική αγωγή. Η συλλογική αγωγή δεν προϋποθέτει ατομική προσβολή, αλλά προσβολή συλλογικού εννόμου συμφέροντος, και δεν αποβλέπει στην προστασία ατομικού αλλά συλλογικού συμφέροντος. Εξάλλου, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 10 του Ν. 2251/1994 «οι ενώσεις καταναλωτών συγκροτούνται ως σωματεία και διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων αυτού και του Αστικού Κώδικα. Οι ενώσεις καταναλωτών έχουν ως αποκλειστικό σκοπό την προστασία των συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού. Κατά την παράγραφο 9 του άρθρου 10 του άνω νόμου ενώσεις καταναλωτών που έχουν τουλάχιστον πεντακόσια [500] ενεργά μέλη και έχουν εγγραφεί στο μητρώο ενώσεων καταναλωτών πριν από δύο [2] τουλάχιστον έτη μπορούν να ασκούν κάθε είδους αγωγή για την προστασία των γενικότερων συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού [συλλογική αγωγή]. Ιδίως μπορούν να ζητήσουν: «α) την παράλειψη παράνομης συμπεριφοράς του προμηθευτή, ακόμη και πριν αυτή εκδηλωθεί ιδίως όταν συνίσταται στη διατύπωση καταχρηστικών γενικών όρων των συναλλαγών, … β) χρηματική ικανοποίηση λόγω βλάβης. Η απόφαση παράγει τα αποτελέσματα της έναντι πάντων, και αν δεν ήσαν διάδικοι». Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η υπόθεση που φέρεται ενώπιον του δικαστηρίου με τη συλλογική αγωγή εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και έχει ως αντικείμενο όχι τη διάγνωση ιδιωτικού δικαιώματος, έννομης σχέσης ή ζητήματος αμφισβητούμενου μεταξύ ορισμένων υποκειμένων ως φορέων του, αλλά την αυθεντική βεβαίωση νομικού γεγονότος ή τη διάπλαση κατάστασης. Από την απόφαση δε που εκδίδεται σε μια τέτοια δίκη, που δέχεται τη συλλογική αγωγή, παράγεται μια ιδιότυπη δεσμευτικότητα, που ισχύει έναντι πάντων [βλ. ΑΠ 1219/2001 ΕλλΔνη (2001). 1495, ΑΠ 296/2001 ΕλλΔνη (2001). 1326, ΑΠ 1030/2001 ΕεμπΔ/2001. (740), ΑΠ 1401/1999 ΕλλΔνη. (2000). 63, ΕφΑΘ 744/2001 ΔΕΕ/2001. (1144), ΕφΑΘ 6921/2000. (1122), ΕφΑΘ 7950/1999 ΔΕΕ/2000. (1121), ΕφΑΘ 3285/1998 ΕλλΔνη. (1998), 1335, ΠΠρΑΘ 523/2000 ΔΕΕ/2000. (1136), ΠΠρΑΘ 1208/1998 ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ/1999 (1), ΠΠρΑΘ 2411/1997 ΕλλΔνη (1998), 936, ΠΠρΑΘ 3229/1996 ΕλλΔνη. (1998). 940, 145/2013 ΜΠρ Κεφ].
 
4. Επειδή, οι διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 εφαρμόζονται ευθέως ή κατ’ αναλογία κατά τον έλεγχο των τραπεζικών ΓΟΣ και μάλιστα ανεξάρτητα από το εάν ο πελάτης συναλλάσσεται με την Τράπεζα στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή και της εμπορικής του ιδιότητας, αρκεί να χαρακτηρίζεται η συγκεκριμένη συναλλαγή από ανισομέρεια σε βάρος της διαπραγματευτικής δύναμης του πελάτη της Τράπεζας (ΕφΠειρ 72/ 2011 ΔΕΕ 2011. 701, ΕφΑθ 730/2005 ΕΕμπΔ 2005. 741, οι οποίες έκριναν ότι καταναλωτής είναι ο τελικός αποδέκτης υπηρεσιών-προϊόντων Τράπεζας, αδιαφόρως αν αυτά προορίζονται για προσωπική ή επαγγελματική χρήση, παρέβαλε ΑΠ 1343/2012 Νόμος, ΑΠ 733/2011 ΕΕμπΔ 2011. 819, ΑΠ 16/2009 Νόμος, ΑΠ 989/2004 ΕΕμπΔ 2005. 517, ΕφΛάρ 133/2010 ΕΕμπΔ 2011. 145, ΕφΘεσ/κης 1215/2008 ΕΕμπΔ 2008. 1154, οι οποίες έκριναν ότι υπάγονται στο ν. 2251/1994 οι ζημίες σε περιουσιακά αγαθά που προορίζονται για επαγγελματική χρήση, αντίθετα ΑΠ 904/2011, ΑΠ 1738/2009, ό.π., ΕφΘεσ 492/2010, ΕφΛαρ 806/2010, ΕφΘεσ 1429/2009, 2788/2009, 317/2009, ΕφΑθ 4682/2008, ΕφΛαρ 114/2007 Nomos, ΕφΑθ 8217/2006 , ΕφΑθ 6401/2002 , ΕφΠειρ 91/2002 Nomos, ΕφΑΔ 2010. 439, ΕφΑθ 3670/2012 , ΕφΑθ 1159/2012 , Εφ Λάρ 806/2010 ΕΕμπΔ 2011. 461, ΕφΘεσ/κης 1429/2009 ΕΕμπΔ 2009. 1010, Εφ Θεσ/κης 317/2009 ΔΕΕ 2009. 819, ΠΠΑθ 7169/2010 ΝοΒ 2011. 351, ΠΠΙωανν 206/ 2010 ΕΕμπΔ 2011. 430, κατά τις οποίες μόνον οι συμβάσεις που συνάπτονται για την κάλυψη ίδιων καταναλωτικών αναγκών ενός ατόμου σε ιδιωτικό επίπεδο εμπίπτουν στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή ως θεωρούμενο οικονομικώς ασθενέστερο μέρος, ενώ εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η ΑΠ 1332/2012 παρέπεμψε στην τακτική Ολομέλεια του Aρειου Πάγου τα εξής νομικά ζητήματα : α) αν οι δανειολήπτες, οι οποίοι συμβλήθηκαν με σκοπό την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων, έχουν την ιδιότητα των καταναλωτών και β) αν τα πρόσωπα που εγγυήθηκαν και ιδίως τα πρόσωπα που εγγυήθηκαν ως αυτοφειλέτες (παραιτηθέντες των οικείων ενστάσεων) υπέρ τέτοιων δανειοληπτών, όταν τα ίδια δεν ενεργούν στο πλαίσιο επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, έχουν αυτή την ιδιότητα, απόφαση δε επ’ αυτής δεν έχει ακόμα εκδοθεί).
 
5. Επειδή, με τον όρο Νομολογία χαρακτηρίζεται η δια δικαστικών αποφάσεων ερμηνεία και εφαρμογή των Νόμων, που  λαμβάνουν το όνομα του αρμόδιου δικαστηρίου που τις εκδίδει. Η νομολογία στη χώρα μας, σε αντίθεση με άλλα δίκαια (π.χ. αγγλοσαξωνικό), δεν αποτελεί άμεση πηγή δικαίου ούτε συντελεί στη διαμόρφωση δικαίου αλλά μπορεί να θεωρηθεί ως έμμεση πηγή δικαίου. Δεν αναγνωρίζεται δηλαδή ως τυπική πηγή δικαίου και δεν έχει ισχύ κανόνα δικαίου. Ιστορικά άλλοτε ίσχυσε κατ’ έκταξη του γραπτού δικαίου, άλλοτε ίσχυε ως εθιμικό δίκαιο και άλλοτε είχε απλώς πνευματικό κύρος (force de raison ecrite) (Τσάτσος Κ.”Το πρόβλημα των πηγών Δικαίου”, Τεύχος Α, Εκδ. Παπαδόγιαννη, 1941, Επανέκδοση, Κλασσική Νομική Βιβλιοθήκη, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, σελ.238). Έτσι ούτε αυτή καθεαυτή η νομολογία αλλά ούτε και οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου μπορούν να εξομοιωθούν με τους κανόνες δικαίου. Ο κάθε δικαστής είναι ελεύθερος να κρίνει προκειμένου να δώσει νομική λύση επί των υποβαλλομένων σ΄ αυτόν νομικών διαφορών, έστω και αν άλλο δικαστήριο (ακόμη και ανώτερο) έχει δώσει σε όμοια περίπτωση διαφορετική νομική λύση. Σήμερα, στην πράξη, η νομολογία των ανωτέρων δικαστηρίων δεν παραβλέπεται, έστω και αν οι αποφάσεις τους δεν δεσμεύουν τον κατώτερο δικαστή, ο οποίος κατά κανόνα δεν παρεκκλίνει από τη νομολογία των ανωτέρων δικαστηρίων, εκτός και αν συντρέχουν αποδεδειγμένα νεώτερα στοιχεία που είχαν διαφύγει της πρότερης κρίσης. Η πάγια νομολογία συντελεί στην ομοιομορφία της απονομής δικαίου, απαραίτητης στην ασφάλεια των συναλλαγών αλλά και εγγύηση των προσφευγόντων στο δικαστήριο για επίλυση διαφοράς.
 
6. Επειδή, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στις σκέψεις 1 και 2, για την ομοιομορφία της απονομής δικαίου και για την αποσαφήνιση του υπό κρίση νομικού ζητήματος αν «καταναλωτής είναι ο τελικός αποδέκτης υπηρεσιών – προϊόντων Τράπεζας, αδιαφόρως αν αυτά προορίζονται για προσωπική ή επαγγελματική χρήση» δεν απαιτείται για αυτό η ενοποιητική νομολογία των ΑΠ 1343/2012, ΑΠ 733/2011 ΕΕμπΔ 2011. 819, ΑΠ 16/2009 , ΑΠ 989/2004 ΕΕμπΔ 2005. 517, ΕφΛάρ 133/2010 ΕΕμπΔ 2011. 145, ΕφΘεσ/κης 1215/2008 ΕΕμπΔ 2008. 1154, ΕφΠειρ 72/ 2011 ΔΕΕ 2011. 701 και  ΕφΑθ 730/2005 ΕΕμπΔ 2005. 741, οι οποίες έκριναν ότι «καταναλωτής είναι ο τελικός αποδέκτης υπηρεσιών-προϊόντων Τράπεζας», αδιαφόρως αν αυτά προορίζονται για προσωπική ή επαγγελματική χρήση και ότι «υπάγονται στο ν. 2251/1994 οι ζημίες σε περιουσιακά αγαθά που προορίζονται για επαγγελματική χρήση», δεδομένου ότι η ιδιότητα του καταναλωτή, έννοια που πρέπει να ερμηνεύεται στενά (C-269/95, απόφαση  Francesco Benincasa, Dentalkit Srl, σκέψεις 15 και 16), προκύπτει ευθέως από το άρθρο 1 παρ. 4 Ν 2251/1994, ενώ και ο εγγυητής είναι καταναλωτής, όπως πλέον ορίζεται ρητά από την ως άνω διάταξη, μετά την τροποποίηση της και  την προσθήκη της περ. ββ, με το Ν. 3587/2007. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, οι αποφάσεις ΑΠ 904/2011, ΑΠ 1738/2009, ό.π., ΕφΘεσ 492/2010, ΕφΛαρ 806/2010, ΕφΘεσ 1429/2009, 2788/2009, 317/2009, ΕφΑθ 4682/2008, ΕφΛαρ 114/2007 Nomos, ΕφΑθ 8217/2006 , ΕφΑθ 6401/2002 , ΕφΠειρ 91/2002 Nomos, ΕφΑΔ 2010. 439, ΕφΑθ 3670/2012 , ΕφΑθ 1159/2012 , Εφ Λάρ 806/2010 ΕΕμπΔ 2011. 461, ΕφΘεσ/κης 1429/2009 ΕΕμπΔ 2009. 1010, Εφ Θεσ/κης 317/2009 ΔΕΕ 2009. 819, ΠΠΑθ 7169/2010 ΝοΒ 2011. 351, ΠΠΙωανν 206/ 2010 ΕΕμπΔ 2011. 430, κατά τις οποίες «μόνον οι συμβάσεις που συνάπτονται για την κάλυψη ίδιων καταναλωτικών αναγκών ενός ατόμου σε ιδιωτικό επίπεδο εμπίπτουν στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή ως θεωρούμενο οικονομικώς ασθενέστερο μέρος», δεν  παράγουν δεσμευτικότητα και ως εκ τούτου κάθε δικαστήριο είναι ελεύθερο να κρίνει προκειμένου να δώσει νομική λύση επί του υποβαλλομένου σε αυτό νομικού ζητήματος της έννοιας του καταναλωτή κατά το άρθρο 1 παρ. 4 Ν 2251/1994, έστω και αν άλλο δικαστήριο (όπως εν προκειμένω τα ανωτέρω) έχουν δώσει για την ίδια περίπτωση διαφορετική νομική λύση, ιδίως δε όταν αποδεδειγμένα  συντρέχουν στοιχεία που είχαν διαφύγει της πρότερης κρίσης. Περαιτέρω, οι παραπάνω αποφάσεις κατά τις οποίες «μόνον οι συμβάσεις που συνάπτονται για την κάλυψη ίδιων καταναλωτικών αναγκών ενός ατόμου σε ιδιωτικό επίπεδο εμπίπτουν στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή ως θεωρούμενο οικονομικώς ασθενέστερο μέρος», δεν παράγουν κάποια ιδιότυπη δεσμευτικότητα, που ισχύει έναντι πάντων, από την οποία (δεσμευτικότητα) δεσμεύονται και τα δικαστήρια που επιλαμβάνονται του ζητήματος σε χρόνο μεταγενέστερο, και γι’ αυτό και πρέπει να αγνοηθούν κατά την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 2251/1994, αφού οι εν λόγω αποφάσεις δεν εκδόθηκαν βάσει της επιδιωκόμενης δικαστικής προστασίας των καταναλωτών που χαρακτηρίζει ο Ν. 2251/1994 ως συλλογική αγωγή. Ισχύει μάλιστα το αντίθετο: οι αμετάκλητες αποφάσεις υπ’ αριθμ. 430/05 και 1219/01 του  Αρείου Πάγου, 5253/03 και 6291/00 του Εφετείου Αθηνών, 1119/02 και 1208/98 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες δέχτηκαν τις συλλογικές αγωγές Ενώσεων Καταναλωτών και διέγνωσαν την ακυρότητα των Γενικών Όρων Συναλλαγών που  κρίθηκαν με αυτές  καταχρηστικοί σε συμβάσεις που συνάπτουν τα Πιστωτικά Ιδρύματα με τους καταναλωτές, από τις οποίες παρήχθη μια ιδιότυπη δεσμευτικότητα, που ισχύει έναντι πάντων, δεν διέκριναν μεταξύ «καταναλωτή» ως αποδέκτη υπηρεσιών – προϊόντων Τράπεζας, για προσωπική ή επαγγελματική χρήση, αλλά όρισαν την έννοια του καταναλωτή  ως τελικού αποδέκτη τραπεζικών προϊόντων, αδιαφόρως αν αυτά προορίζονται για προσωπική ή επαγγελματική χρήση και ότι υπάγονται στο ν. 2251/1994 οι ζημίες σε περιουσιακά αγαθά που προορίζονται για επαγγελματική χρήση. [Τα παραπάνω ισχύουν και για την απόφαση η έκδοση της οποίας εκκρεμεί στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, στην οποια  η 1332/2012 παρέπεμψε τα νομικά ζητήματα, α) αν οι δανειολήπτες, οι οποίοι συμβλήθηκαν με σκοπό την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων, έχουν την ιδιότητα των καταναλωτών και β) αν τα πρόσωπα που εγγυήθηκαν και ιδίως τα πρόσωπα που εγγυήθηκαν ως αυτοφειλέτες (παραιτηθέντες των οικείων ενστάσεων) υπέρ τέτοιων δανειοληπτών, όταν τα ίδια δεν ενεργούν στο πλαίσιο επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, έχουν αυτή την ιδιότητα].
 
7. Επειδή, με την από 25 Ιουνίου  2008  Ζ1 – 798 Υ.Α όπως αυτή τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την υπ’ αριθμ. Ζ1-21/17-01-2011 («Τροποποίηση – συμπλήρωση της υπ’ αριθμ. Ζ1-798/25-06-2008 ΦΕΚ Β΄1353 Απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης για την απαγόρευση αναγραφής Γενικών Όρων Συναλλαγών που έχουν κριθεί καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις») και αφού λήφθησαν υπόψη οι αποφάσεις υπ’ αριθμ. 430/05 και 1219/01 του  Αρείου Πάγου, 5253/03, και 6291/00 του Εφετείου Αθηνών καθώς και 1119/02 και 1208/98 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες, καθώς και την απόφαση υπ’αριθμ. 961/07 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο μέρος που έχει καταστεί αμετάκλητη, και το γεγονός ότι οι συνέπειες του δεδικασμένου των ανωτέρω αποφάσεων έχουν ευρύτερο δημόσιο ενδιαφέρον για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και την προστασία των καταναλωτών, αποφασίστηκε «η απαγόρευση αναγραφής των Γενικών Όρων Συναλλαγών που έχουν κριθεί ως καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις επί αγωγών ενώσεων καταναλωτών, σε συμβάσεις που συνάπτουν τα Πιστωτικά Ιδρύματα με τους καταναλωτές», παραθέτοντας το σύνολο των Γ.Ο.Σ. που έχουν κριθεί ως άκυροι.  Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, οι υποθέσεις δυνάμει των οποίων εξεδόθησαν οι αποφάσεις υπ’ αριθμ. 430/05 και 1219/01 του  Αρείου Πάγου, 5253/03 και 6291/00 του Εφετείου Αθηνών, 1119/02 και 1208/98 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες, καθώς και η απόφαση υπ’αριθμ. 961/07 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο μέρος που έχει καταστεί αμετάκλητη,  ενώπιον των ανωτέρω  δικαστηρίων με τη συλλογική αγωγή και είχαν ως αντικείμενο όχι τη διάγνωση ιδιωτικού δικαιώματος, έννομης σχέσης ή ζητήματος αμφισβητούμενου μεταξύ ορισμένων υποκειμένων ως φορέων του, αλλά την αυθεντική βεβαίωση της ακυρότητας των Γενικών Όρων Συναλλαγών που  κρίθηκαν καταχρηστικοί, παρέπεται ότι από τις ως άνω αποφάσεις που εκδόθηκαν στις παραπάνω δίκες, που δέχτηκαν τις συλλογικές αγωγές, παρήχθη μια ιδιότυπη δεσμευτικότητα, που ισχύει έναντι πάντων, από την οποία (δεσμευτικότητα) δεσμεύονται και τα  δικαστήρια όταν ερμηνεύουν Γενικούς Όρους Συναλλαγών  σε συμβάσεις που συνάπτουν τα Πιστωτικά Ιδρύματα με τους καταναλωτές [πρβ. ΑΠ 1219/2001 ΕλλΔνη (2001). 1495, ΑΠ 296/2001 ΕλλΔνη (2001). 1326, ΑΠ 1030/2001 ΕεμπΔ/2001. (740), ΑΠ 1401/1999 ΕλλΔνη. (2000). 63, ΕφΑΘ 744/2001 ΔΕΕ/2001. (1144), ΕφΑΘ 6921/2000. (1122), ΕφΑΘ 7950/1999 ΔΕΕ/2000. (1121), ΕφΑΘ 3285/1998 ΕλλΔνη. (1998), 1335, ΠΠρΑΘ 523/2000 ΔΕΕ/2000. (1136), ΠΠρΑΘ 1208/1998 ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ/1999 (1), ΠΠρΑΘ 2411/1997 ΕλλΔνη (1998), 936, ΠΠρΑΘ 3229/1996 ΕλλΔνη. (1998). 940, 145/2013 ΜΠρ Κεφ].
 
8.  Το Α2′ Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου με την υπ’ αριθ. 1332/2012 απόφασή του δέχθηκε ότι το ζήτημα των δανειοληπτών και εγγυητών  που συνεβλήθησαν με σκοπό την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων έχουν την ιδιότητα των καταναλωτών,  είναι γενικότερου ενδιαφέροντος, γιατί αφορούν ικανό αριθμό δανειοληπτών και εγγυηθέντων υπέρ αυτών τρίτων προσώπων. Συγκεκριμένα δέχθηκε ότι με αυτούς τίθενται τα ζητήματα: Α) αν  η ιδιότητα του συμβληθέντος ως καταναλωτή κρίνεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.4 ν. 2251/1994, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο χρήσης (επίκλησης) του καταχρηστικού ΓΟΣ ή όπως ισχύαν κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (άρθρο 533  παρ.2 ΚΠολΔ) και Β) αν με βάση τις διατάξεις που θα κριθούν εφαρμοστέες κατά τα ανωτέρω: α) οι δανειολήπτες, οι οποίοι συνεβλήθησαν με σκοπό την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων έχουν την ιδιότητα των καταναλωτών και β) τα πρόσωπα που εγγυήθηκαν και ιδίως τα πρόσωπα που εγγυήθηκαν ως αυτοφειλέτες (παραιτηθέντες των οικείων ενστάσεων) υπέρ τέτοιων δανειοληπτών, όταν τα ίδια δεν ενεργούν στο πλαίσιο επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, έχουν αυτή την ιδιότητα.
 
9. Τρία χρόνια μετά τη δημοσίευση της υπ’ αριθ. 1332/2012  του Α2′ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία είχαν – μεταξύ άλλων – είχε παραπεμφθεί στην Ολομέλεια  για να κριθούν τα ανωτέρω ζητήματα, τα οποία χαρακτηρίστηκαν (το 2012) «ως γενικότερου ενδιαφέροντος», «γιατί αφορούσαν ικανό αριθμό δανειοληπτών και εγγυηθέντων υπέρ αυτών τρίτων προσώπων», στις 10/09/2015 δημοσιεύθηκε η υπ’ αρίθμ. 13/2015 απόφαση της Β’ Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, με την ανωτέρω απόφαση της Β’ Τακτικής Ολομέλειας του, με αρνητική εισήγηση της Εισαγγελώς του Αρείου Πάγου, εδέχθη τα κάτωθι:
Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. α’ του ν. 2251/1994 «προστασία καταναλωτών», όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007, καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους. Η θεσπισθείσα με τον άνω νόμο έννοια του καταναλωτή διηύρυνε τον κύκλο των προσώπων στα οποία παρέχεται η προβλεπόμενη από αυτόν προστασία, σε σχέση με τον κύκλο αυτών στα οποία αφορά η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993, σε εφαρμογή της οποίας εκδόθηκε, και στα οποία παρείχε προστασία και ο προϊσχύσας υπ’ αριθ. 1961/1991 νόμος. Τούτο δε, διότι σύμφωνα με το άρθρο 2 περ. β’ της Οδηγίας «καταναλωτής είναι κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο, κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες», ενώ σύμφωνα με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 2 παρ.2 του προϊσχύσαντος νόμου 1961/1991 «καταναλωτής είναι κάθε νομικό ή φυσικό πρόσωπο, που ενεργεί συναλλαγές με σκοπό την απόκτηση ή τη χρησιμοποίηση κινητών ή ακινήτων πραγμάτων ή υπηρεσιών για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών αναγκών».
Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων. (ΑΠ 1738/2009, ΑΠ 16/2009, ΑΠ 989/2004). Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους. Η παραπάνω έννοια του καταναλωτή, κατά το ν. 2251/1994, αποσκοπεί, όπως προκύπτει και από την εισηγητική έκθεση του, στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σ’ αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών. Η διεύρυνση δε αυτή δεν είναι αντίθετη προς την παραπάνω οδηγία, δεδομένου ότι το άρθρο 8 αυτής, που ορίζει ότι «Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν, στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή», επιτρέπει στον εθνικό νομοθέτη τη διεύρυνση της έννοιας του καταναλωτή και πάντως δεν απαγορεύει σ’ αυτόν τη θέσπιση όμοιας προστασίας κατά των καταχρηστικών ΓΟΣ και υπέρ προσώπων που δεν είναι καταναλωτές κατά την έννοια του άρθρου 2β της άνω οδηγίας.  Έτσι, από το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης επέλεξε έναν στενότερο ορισμό του καταναλωτή στην παραπάνω, ελάχιστης εναρμόνισης, οδηγία, δεν παραμερίζεται ο ευρύτερος ορισμός της εγχώριας ρύθμισης, αφού πρόθεσή του (κοινοτικού νομοθέτη) ήταν να διατυπώσει με τη συγκεκριμένη οδηγία κατώτατους (ελάχιστους) όρους προστασίας.
Περαιτέρω, στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ τραπεζών. Δεδομένης όμως της διαρκούς επέκτασης των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του, ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές. Και τούτο διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α του ν. 2251/1994 δεν συνάγεται οποιαδήποτε πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους, αποκλείοντας το στάδιο της περαιτέρω μεταβίβασής τους. Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβασή τους. Έτσι υπάγονται στην προστασία του ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών, χωρίς να αποκλείεται όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση η εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, μετά από την υποβολή σχετικής  ένστασης από την τράπεζα, κάθε φορά που η επίκληση της ιδιότητας του καταναλωτή εμφανίζεται ως καταχρηστική, όπως συμβαίνει, όταν ο δανειολήπτης δεν υφίσταται έλλειμμα αυτοπροστασίας, διότι διαθέτει εμπειρία στο συγκεκριμένο είδος συναλλαγών ή έχει τέτοια οικονομική επιφάνεια και οργανωτική υποδομή, ώστε να μπορεί να διαπραγματευθεί ισότιμα τους όρους της δανειακής του σύμβασης. Επιπροσθέτως, μέχρι την αντικατάσταση του ν. 2251/1994 με το ν. 3587/2007 δεν υπήρχε στην ελληνική έννομη τάξη ρύθμιση προστασίας ως καταναλωτή του εγγυητή γενικώς και ειδικότερα του εγγυητή επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου. Ωστόσο, λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της εγγυητικής σύμβασης έναντι της κύριας οφειλής, κατ’ άρθρο 847 ΑΚ, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όταν ο πρωτοφειλέτης-δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου έχει την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικός αποδέκτης τούτου και τυγχάνει προστασίας του άνω νόμου, της ίδιας προστασίας πρέπει να τυγχάνει και ο εγγυητής αυτού, εφόσον η εγγύηση δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας του τελευταίου και τούτο διότι δεν δικαιολογείται δυσμενέστερη αντιμετώπιση του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη. Η εκδοχή αυτή ενισχύεται, άλλωστε, και από το γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. ββ του ίδιου παραπάνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007, εντάσσεται ήδη ρητά στο προστατευτικό πεδίο αυτού και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του. Ενόψει των εκτεθέντων: Α) Ο δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου θεωρείται τελικός αποδέκτης των πιστωτικών υπηρεσιών της τράπεζας και συνεπώς και καταναλωτής υπό την έννοια του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α του ν. 2251/1994. Β) Ο εγγυητής υπέρ τέτοιου δανειολήπτη και ιδίως αυτός που εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης (παραιτούμενος των ενστάσεων), ο οποίος δεν ενεργεί στο πλαίσιο επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του, εμπίπτει στο πεδίο προστασίας του άνω νόμου, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγύησης. [όλόκληρο το κείμενο της  ΑΠ 13/2015, εδώ]
 
10. Επί τυχόν ζημίας:
Επειδή, το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, ορίζοντας ότι «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους» έχει αναγάγει σε συνταγματικό κανόνα την ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών, συνιστά δε, παράλληλα, και διάταξη στην οποία θεμελιώνεται η αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων του που προκαλούν ζημία, παράνομες (ΣτΕ 980/2002) ή νόμιμες (ΣτΕ 5504/2012). Τούτο, διότι η ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών επιτάσσει και την αποκατάσταση της ζημίας που κάποιος υφίσταται από την δράση, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, των οργάνων του Κράτους, όταν η δράση αυτή δεν είναι σύννομη ή όταν είναι μεν νόμιμη αλλά προκαλεί βλάβη ιδιαίτερη και σπουδαία, σε βαθμό ώστε να υπερβαίνει τα όρια που είναι κατά το Σύνταγμα ανεκτά προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος στον οποίο αποβλέπει η δράση αυτή, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία.. Πραγματώνεται δε ο σκοπός της διατάξεως αυτής υπό την ως άνω έννοια όταν αποκατάσταση τέτοιας ζημίας καθίσταται δυνατή σε περίπτωση ζημιογόνου δράσεως οιουδήποτε οργάνου του Κράτους, άρα και εκείνης των οργάνων τα οποία είναι ενταγμένα στην δικαστική λειτουργία. Αποκλεισμός της αστικής ευθύνης του Δημοσίου στην τελευταία περίπτωση δεν συνάγεται από την περί αγωγών κακοδικίας διάταξη του άρθρου 99 του Συντάγματος, διότι η προσωπική ευθύνη οργάνου του Δημοσίου δεν αποκλείει αναγκαίως την ευθύνη του τελευταίου, σκοπός δε της διατάξεως αυτής είναι η προστασία του κύρους της Δικαιοσύνης με ανάθεση σε ειδικό δικαστήριο του έργου της διαγνώσεως της προσωπικής ευθύνης των δικαστικών λειτουργών από την άσκηση των καθηκόντων τους. Επομένως, κατά το Σύνταγμα, επιβάλλεται στο νομοθέτη να ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες αποκαθίσταται η ζημία που προκαλείται από την δράση οποιουδήποτε κρατικού οργάνου λαμβάνοντας υπ’όψη την φύση και την αποστολή του έργου που το Σύνταγμα αναγνωρίζει, αναθέτει και εγγυάται στα όργανα των τριών λειτουργιών του Κράτους.
Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984 – Α΄ 164) ορίζεται ότι «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών». Η πρώτη από τις διατάξεις αυτές, ορίζοντας ως προϋπόθεση για την ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση τον παράνομο χαρακτήρα της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως έχει ευθεία εφαρμογή στην περίπτωση ζημιογόνας δράσεως οργάνων της νομοθετικής εξουσίας (νομοθέτηση ή παράλειψη νομοθετήσεως αντικείμενη σε κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος) και της εκτελεστικής εξουσίας κατά την εφαρμογή του νόμου στην ατομική περίπτωση (παράβαση της αρχής της νομιμότητας). Η διάταξη αυτή δεν αναφέρεται ευθέως σε ζημιογόνες πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, διότι ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω απλώς εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου ή απλώς εσφαλμένης εκτιμήσεως των πραγμάτων από δικαστικό λειτουργό δεν είναι συμβατή με την φύση του δικαστικού έργου, ως εκ της οποίας το Σύνταγμα εγγυάται στον δικαστικό λειτουργό την λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία του. Εν όψει της φύσεως του δικαστικού έργου, μόνο πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού λειτουργού επισύρει ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση. Εφ’όσον δε το Σύνταγμα, κατά την προηγούμενη σκέψη, δεν ανέχεται να παραμένουν αναποζημίωτες ζημίες που κάποιος υφίσταται από ενέργειες οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, μέχρις ότου ο νομοθέτης ρυθμίσει ειδικώς την ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ. έχει ανάλογη εφαρμογή σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από πράξεις των οργάνων αυτών η οποία μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλο σφάλμα τους. Ο πρόδηλος δε χαρακτήρας του σφάλματος της κρίσεως οργάνου της δικαστικής λειτουργίας προκύπτει από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως βάσει των οποίων η δικαστική πλάνη καθίσταται συγγνωστή ή ασύγγνωστη (ΣτΕ-Ολ-1501.2014).
 
Το κείμενο σε pdfεδώ
 
Προηγήθηκε καταγγελία προς την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων  με θέμα, «Εσφαλμένη «μεταφορά» και ερμηνεία από τα ελληνικά δικαστήρια  της έννοιας του καταναλωτή σε σχέση με τις επαγγελματικές πιστώσεις τραπεζών σε έλληνες δανειολήπτες, όπως η έννοια αυτή ορίζεται,  α) στην Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993, σε εφαρμογή της  οποίας εκδόθηκε ο προϊσχύσας υπ’ αριθ. 1961/1991 νόμος περί προστασίας καταναλωτή, στη συνέχεια Ν 2251/1994, μετά την τροποποίηση του με το Ν. 3587/2007 με την προσθήκη, με το άρθρο 1 § 5 του Ν 3587/2007, της περ. ββ στο άρθρο 1 § 4α του Ν 2251/1994 και, β) στην Σύμβαση των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και της απολύτως ταυτοσήμου περιεχομένου Συμβάσεως του Λουγκάνο».
  http://alampasis.blogspot.gr/2015/11/blog-post.html