Ελληνική … Φεουδαρχία! Τo αίσχος του Πολιτικού Συστήματος Εν Ελλάδι

Ο Ελληνικός Διαφωτισμός του 21ου αιώνα “κοιμάται”, τώρα που ο τόπος τον έχει ανάγκη!!!

Λάζαρος Ελευθεριάδης

Η θεσμοθετημένη ασυδοσία των ηγετών του φέουδου το οποίο ονομάζεται Ελλάδα, από το παρόν και προϋπάρχον “πολιτικό σύστημα εξουσίας”, μεταφέρθηκε και έγινε Συνταγματικός κανόνας, με θράσος, αναίδεια και χωρίς κανέναν σεβασμό στον Ελληνικό λαό, τον οποίον επικαλούνται πολλάκις χωρίς την παραμικρή “τσίπα”, στο Ελληνικό Σύνταγμα και στους εκτελεστικούς του νόμους.

Η Ελλάδα από της ιδρύσεώς της ως κράτος το 1830, έως σήμερα αντιμετωπίζεται από τους πολιτικούς της, τα τσιράκια τους και την άρχουσα τάξη της, ως ένα “φέουδο” επί του οποίου έχουν δικαίωμα “ζωής και θανάτου” οι εκάστοτε φεουδάρχες.

Προκαλεί το αίσθημα περί δικαίου κάθε πολίτη και είναι ανήκουστο σε ένα κράτος της ΕΕ, τον εικοστό πρώτο αιώνα, να νομιμοποιείται η προστασία της ασυδοσίας, της παρανομίας, της «προδοσίας», μίας ομάδας “πολιτικών” ή μεμονωμένων “πολιτικών”, οι οποίοι έτυχε συγκυριακά να “εξαπατήσουν” το εκλογικό σώμα και να τεθούν επικεφαλής της διακυβέρνησης της χώρας.

Σύνταγμα της Ελλάδος (Όπως αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 27 Μαΐου 2008 της Η’ Αναθεωρητικής Bουλής των Ελλήνων).

`Αρθρο 86: (Δίωξη κατά μελών της Κυβέρνησης, Ειδικό Δικαστήριο)
1. Μόνο η Βουλή έχει την αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη κατά όσων διατελούν ή διετέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, όπως νόμος ορίζει. Απαγορεύεται η θέσπιση ιδιώνυμων υπουργικών αδικημάτων.

2. Δίωξη, ανάκριση, προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση κατά των προσώπων και για τα αδικήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν επιτρέπεται χωρίς προηγούμενη απόφαση της Βουλής κατά την παράγραφο 3.

Αν στο πλαίσιο άλλης ανάκρισης, προανάκρισης, προκαταρκτικής εξέτασης ή διοικητικής εξέτασης προκύψουν στοιχεία, τα οποία σχετίζονται με τα πρόσωπα και τα αδικήματα της προηγούμενης παραγράφου, αυτά διαβιβάζονται αμελλητί στη Βουλή από αυτόν που ενεργεί την ανάκριση, προανάκριση ή εξέταση.

3. Πρόταση άσκησης δίωξης υποβάλλεται από τριάντα τουλάχιστον βουλευτές. Η Βουλή, με απόφασή της που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, συγκροτεί ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, διαφορετικά, η πρόταση απορρίπτεται ως προδήλως αβάσιμη. Το πόρισμα της επιτροπής του προηγούμενου εδαφίου εισάγεται στην Oλομέλεια της Βουλής η οποία αποφασίζει για την άσκηση ή μη δίωξης. Η σχετική απόφαση λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.

Η Βουλή μπορεί να ασκήσει την κατά την παράγραφο 1 αρμοδιότητά της μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος.

Με τη διαδικασία και την πλειοψηφία του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής η Βουλή μπορεί οποτεδήποτε να ανακαλεί την απόφασή της ή να αναστέλλει τη δίωξη, την προδικασία ή την κύρια διαδικασία.

4. Αρμόδιο για την εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων σε πρώτο και τελευταίο βαθμό είναι, ως ανώτατο δικαστήριο, Ειδικό Δικαστήριο που συγκροτείται για κάθε υπόθεση από έξι μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και επτά μέλη του Αρείου Πάγου. Τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη του Ειδικού Δικαστηρίου κληρώνονται, μετά την άσκηση δίωξης, από τον Πρόεδρο της Βουλής σε δημόσια συνεδρίαση της Βουλής, μεταξύ των μελών των δύο ανώτατων αυτών δικαστηρίων, που έχουν διορισθεί ή προαχθεί στο βαθμό που κατέχουν πριν από την υποβολή πρότασης για άσκηση δίωξης. Του Ειδικού Δικαστηρίου προεδρεύει ο ανώτερος σε βαθμό από τα μέλη του Αρείου Πάγου που κληρώθηκαν και μεταξύ ομοιόβαθμων ο αρχαιότερος.

Στο πλαίσιο του Ειδικού Δικαστηρίου της παραγράφου αυτής λειτουργεί Δικαστικό Συμβούλιο που συγκροτείται για κάθε υπόθεση από δύο μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και τρία μέλη του Αρείου Πάγου. Τα μέλη του Δικαστικού Συμβουλίου δεν μπορεί να είναι και μέλη του Ειδικού Δικαστηρίου. Με απόφαση του Δικαστικού Συμβουλίου ορίζεται ένα από τα μέλη του που ανήκει στον Άρειο Πάγο ως ανακριτής. Η προδικασία λήγει με την έκδοση βουλεύματος.

Καθήκοντα εισαγγελέα στο Ειδικό Δικαστήριο και στο Δικαστικό Συμβούλιο της παραγράφου αυτής ασκεί μέλος της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου που κληρώνεται μαζί με τον αναπληρωτή του. Το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται και για τα μέλη του Δικαστικού Συμβουλίου ενώ το δεύτερο εδάφιο και για τον εισαγγελέα.

Σε περίπτωση παραπομπής προσώπου που είναι ή διετέλεσε μέλος της Κυβέρνησης ή Υφυπουργός, ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου συμπαραπέμπονται και οι τυχόν συμμέτοχοι, όπως νόμος ορίζει.

5. Αν για οποιονδήποτε άλλο λόγο, στον οποίο περιλαμβάνεται και η παραγραφή, δεν περατωθεί η διαδικασία που αφορά δίωξη κατά προσώπου που είναι ή διετέλεσε μέλος της Κυβέρνησης ή Υφυπουργός, η Βουλή μπορεί, ύστερα από αίτηση του ίδιου ή των κληρονόμων του, να συστήσει ειδική επιτροπή στην οποία μπορούν να μετέχουν και ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί για τον έλεγχο της κατηγορίας.

O νέος νόμος περί ευθύνης(!) Υπουργών παραμένει πλατωνικό κείμενο δεδομένου ότι για να έχει ουσιαστική ισχύ χρειάζεται αναθεώρηση των άρθρων 62 και 63 του Συντάγματος. Οι βασικές ρυθμίσεις του έχουν ως εξής :

Ο νόμος 3126/2003 και οι τροποποιήσεις του, ο οποίος αφορά στην ποινική ευθύνη των Υπουργών έχει εκδοθεί ως εκτελεστικός του άρθρου 86 του Συντάγματος, το οποίο και σε μεγάλο βαθμό προσδιορίζει το περιεχόμενό του.

Το ΠΑΣΟΚ έχει δεσμευτεί να προτείνει την τροποποίηση του άρθρου 86 του Συντάγματος, αμέσως μόλις αυτό είναι εφικτό (!!!), προκειμένου να διευκολυνθεί η άσκηση ποινικών διώξεων σε βάρος επίορκων Υπουργών και Υφυπουργών, οι οποίοι ζημιώνουν το κράτος καταχωμένοι της εμπιστοσύνης των πολιτών.

Με τον ισχύοντα νόμο απαγορεύεται η βίαιη προσαγωγή, σύλληψη, προσωρινή κράτηση και επιβολή περιοριστικών όρων σε βάρος Υπουργών.

Ο βουλευτής κατά τη διάρκεια της θητείας του περιβάλλεται από δύο κλασικές θεσμικές εγγυήσεις, οι οποίες συνδέονται με την ιστορική εξέλιξη και τη θεσμική διαμόρφωση του κοινοβουλευτισμού, πρόκειται για το ανεύθυνο και το ακαταδίωκτο του βουλευτή, τα οποία συνθέτουν το νομικό καθεστώς της βουλευτικής ασυλίας.

Ειδικότερα, το ανεύθυνο του βουλευτή κατά την άσκηση του λειτουργήματός του διασφαλίζεται από το συνδυασμό των άρθρων 60 παρ. 1 και 61 παρ. 1 & 2 του Συντάγματος.

Το ακαταδίωκτο του βουλευτή ρυθμίζεται στο άρθρο 62 παρ. 1 του Συντάγματος.

Το λεγόμενο ακαταδίωκτο του βουλευτή (Immunität, inviolabilitē parlementaire), προβλέπεται, δηλαδή μία ειδική προστασία του βουλευτή, από ποινικές διώξεις οι οποίες θα ήταν δυνατόν να ασκηθούν εναντίον του.

Οι διατάξεις αναφέρονται σε δραστηριότητα του βουλευτή η οποία δεν σχετίζεται με την άσκηση των βουλευτικών του καθηκόντων, γιατί τότε θα εφαρμόζονταν οι διατάξεις του άρθρου 61 το οποίο, θεσπίζει το ανεύθυνο του βουλευτή.

Είναι προφανές ότι, εν όψει και της θεμελιώδους συνταγματικής αρχής της διάκρισης των εξουσιών (άρθρο 26 του Συντάγματος), η Βουλή δεν καλείται, κατά την συζήτηση για την άρση της βουλευτικής ασυλίας συγκεκριμένου βουλευτή, να εξετάσει “κατ’ ουσίαν” το έγκλημα το οποίο αναφέρεται στην αίτηση του εισαγγελέα, τις περιστάσεις υπό τις οποίες αυτό φέρεται ότι τελέσθηκε και το εάν ο εγκαλούμενος βουλευτής είναι πράγματι ένοχος ή όχι.

Η Βουλή αρκείται στο να ελέγξει αν η άδεια ζητείται για “πολιτικούς” λόγους, οπότε η σχετική αίτηση μπορεί να απορριφθεί.

Παρατηρούμε ότι οι εγγυήσεις του άρθρου 62 του Συντάγματος έχουν θεσπισθεί με σκοπό την εξασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας του Κοινοβουλίου και την απρόσκοπτη άσκηση του βουλευτικού λειτουργήματος.

Δεν αποτελούν έτσι δικαίωμα του βουλευτή, από το οποίο μπορεί αυτός οικειοθελώς να παραιτηθεί, αλλά αντιθέτως συνιστούν προνόμιο της Βουλής ως πολιτειακού οργάνου, από το οποίο δεν χωρεί παραίτηση.

Έχει δικαίωμα άραγε ένα μέλος πολιτειακού οργάνου (ένας υπουργός, ένας βουλευτής, κτλ) να παρανομεί, να είναι ασύδοτος, να λειτουργεί ενάντια στο “δίκαιο”, όπως αυτό προσδιορίζεται από το δικονομικό καθεστώς ενός ευνομούμενου κράτους και να διαφεύγει της κρίσης του “φυσικού” του δικαστή στην βάση της διάκρισης των εξουσιών του άρθρου 26 του Συντάγματος ;;;

Το πολιτικό έγκλημα αποτελεί αντικείμενο εις το οποίο, ο συντακτικός νομοθέτης, διακρίνει έναν ακόμη τύπο εγκλήματος, κατά του οποίου θωρακίζει έτι περαιτέρω τον βουλευτή.

Το περιεχόμενο του ακαταδίωκτου συνοψίζεται στην απαγόρευση δίωξης, σύλληψης ή περιορισμού του βουλευτή με οποιοδήποτε τρόπο αναφέρεται αποκλειστικά στο πρόσωπό του και καλύπτει όχι μόνο την κύρια ποινική διαδικασία, αλλά και την προδικασία.

Απαγορεύεται η προφυλάκιση ή η προσωρινή κράτηση του βουλευτή, καθώς και η επιβολή κάθε άλλου περιοριστικού μέτρου, όπως, για παράδειγμα, η απαγόρευση εξόδου του από τη χώρα.

Η διάρκεια του ακαταδίωκτου του βουλευτή ταυτίζεται με τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου, όπως ρητώς ορίζεται στο άρθρο 62 του Συντάγματος.

Η ειδική αυτή προστασία του βουλευτή, η οποία θεσπίζεται με το ακαταδίωκτο, ισχύει για όλη τη βουλευτική περίοδο και μόνον για αυτήν.

Τα πολιτικά εγκλήματα διακρίνονται σε απλά, αμιγή και σύνθετα. Από τη γενική διατύπωση της διάταξης, η οποία δεν κάνει τη διάκριση αυτή των πολιτικών εγκλημάτων, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι απαγορεύει την δίωξη του βουλευτή για όλα τα τελεσθέντα πολιτικά εγκλήματα.

Όμως η ειδική προστασία του προσώπου του βουλευτή, το ακαταδίωκτο αυτού, δεν επεκτείνεται κατά το Σύνταγμα –άρθρο 62 εδάφιο δ΄– στα επ’ αυτοφώρω κακουργήματα.

Η διάταξη δεν καθορίζει την έννοια των όρων «αυτόφωρα» κακουργήματα, καταλείποντας τη ρύθμιση του θέματος στον κοινό νομοθέτη. Την έννοια του “κακουργήματος” καθορίζει η διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, κατά την οποία, “κακούργημα” είναι «κάθε πράξη η οποία τιμωρείται με την ποινή του θανάτου ή της κάθειρξης».

Εξάλλου, την έννοια του αυτόφωρου εγκλήματος γενικά καθορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 242 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Από το 1974 έως σήμερα υπεβλήθησαν στη Βουλή περίπου 700 αιτήσεις για την άρση της ασυλίας βουλευτών, εκ των οποίων τρεις μόνο έγιναν δεκτές.

Σε ολόκληρη την μεταπολεμική περίοδο (1945-2012), η Βουλή συναίνεσε στην άρση της ασυλίας βουλευτών σε 10 συνολικά περιπτώσεις.

Παρ’ότι το ακαταδίωκτο των βουλευτών αποτελεί «προνόμιο» του Κοινοβουλίου και όχι ατομικό «προνόμιο» του βουλευτή, δυστυχώς η “διαχείρισή” του από το κοινοβούλιο αποτελεί “σκάνδαλο” συντεχνιασμού των Εθνοπατέρων.

Το “κλείσιμο” ή το “άνοιγμα” της Βουλής αποτελεί “μέσον” εξαγνισμού, την “κολυμβήθρα του Σιλωάμ” του πολιτικού συστήματος, την δεξαμενή καθαγιασμού και κάθαρσης των μελών των εκάστοτε κυβερνήσεων και των μελών του κοινοβουλίου, απο τις άνομες πράξεις των.

Και εμείς οι Έλληνες πολίτες παρακολουθούμε άναυδοι και άφωνοι αυτό το αίσχος της απόλυτης ασυδοσίας των εκπροσώπων της Μοναρχίας στον τόπο μας, ενδεδυμένοι με τον μανδύα της “ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ”.

Η Γαλλική Επανάσταση του 1789 ήταν η κοινωνική επανάσταση η οποία κατήργησε την απόλυτη μοναρχία στην Γαλλία, γκρεμίζοντας το φεουδαρχικό σύστημα αντικαθιστώντας το με το καπιταλιστικό.

Η Γαλλική Επανάσταση ενέπνευσε τους λαούς όλης της Ευρώπης στο να παλέψουν ενάντια στην εκμετάλλευση και την απολυταρχική μοναρχία, αποτελώντας το έναυσμα για τον ξεσηκωμό στην Ισπανία, την Ιταλία και την Ελλάδα.

Η επανάσταση οργανώθηκε από την ανερχόμενη αστική τάξη, η οποία εμπνευσμένη από τα κηρύγματα των Διαφωτιστών και με κεντρικό σύνθημα το τρίπτυχο «Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη», θέλησε να βελτιώσει την υπάρχουσα μοναρχία μετατρέποντάς την σε συνταγματική μοναρχία και όχι να την καταργήσει.

Στην πορεία όμως, η μοναρχία καταργήθηκε και μετά από περιόδους τρομοκρατίας αλλά και οργάνωσης δίκαιου κράτους, εγκαθιδρύθηκε η νεοσύστατη Δημοκρατία η οποία και καταλύθηκε από τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη.

Ο Διαφωτισμός αποτελεί σημαντικό πνευματικό κίνημα, το οποίο τοποθετείται στα τέλη του 17ου αιώνα και αρχές του 18ου, τον οποίο οι ίδιοι οι Γάλλοι Διαφωτιστές απεκάλεσαν «Siècle des lumières», θεωρώντας εαυτούς ως φωτοδότες του Γαλλικού Έθνους.

Ο Ελληνικός Διαφωτισμός του 21ου αιώνα “κοιμάται”, τώρα που ο τόπος τον έχει ανάγκη.!!!

http://www.aegeantimes.gr/article.asp?id=58914&type=1&kata=0