H διάσωση των τραπεζών δεν είναι το ίδιο με τη διάσωση του ευρώ

Ύστερα από μήνες παιχνιδιών και μικροπολιτικές, και μόλις μία εβδομάδα αφού οι έλληνες ψηφοφόροι απέρριψαν τους όρους για ένα πακέτο διάσωσης 7,5 δισεκατομμυρίων ευρώ, το τέλος του παιχνιδιού έφτασε γρήγορα.

 

Οι πολιτικοί ηγέτες συμφώνησαν να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις για ένα πολύ μεγαλύτερο πακέτο, αξίας 86 δισεκατομμυρίων ευρώ, σχεδόν το μισό του ΑΕΠ της Ελλάδας. Δυστυχώς, η συμφωνία αποκαλύπτει την προφανή αποφασιστικότητα της Ευρώπης να επαναλάβει την ίδια τραγωδία στο μέλλον.

Τα τελευταία πέντε χρόνια, το εντυπωσιακό ποσό των 344 δισεκατομμυρίων ευρώ έχει ρεύσει από επίσημους πιστωτές όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στα θησαυροφυλάκια της ελληνικής κυβέρνησης και τις εμπορικές τράπεζες της χώρας. Όμως ύστερα από έξι μήνες σχεδόν άκαρπων διαπραγματεύσεων, η εξάντληση είχε επικρατήσει και οι διακοπές έκαναν νόημα, και συνεπώς οι προϋποθέσεις για τη νέα ελληνική διάσωση έλαβαν σύντομη άφεση. Παρ’ ότι το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας έχει επισήμως ανακηρύξει την Ελλάδα χρεοκοπημένη στης 3 Ιουλίου, οι ηγέτες της ευρωζώνης ανέβαλαν το ζήτημα της αφερεγγυότητας για μια ακόμη φορά.

Η τελευταία συμφωνία σταμάτησε, ή τουλάχιστον διέκοψε, τη μεγαλύτερη κρίση της ευρωζώνης έως σήμερα, με αποκορύφωμα μια άνευ προηγουμένου περίοδο αντιπάθειας, ύβρεως, ταπείνωσης, εχθρότητας και εκβιασμού μέσα στην Ευρώπη. Πράγματι, η Ελλάδα βρέθηκε σε απόσταση αναπνοής από την έξοδο από την ευρωζώνη.

Ο πρώην υπουργός Οικονομικών της Ελλάδας Γιάνης Βαρουφάκης αποκάλυψε πως αφού ανέλαβε τη θέση του, συγκάλεσε μια ομάδα, με την έγκριση του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, η οποία συνεδρίαζε μυστικά για να προετοιμάσει την εισαγωγή ενός παράλληλου νομίσματος και την κατάληψη της κεντρικής τράπεζας της Ελλάδας – ουσιαστικά, την έξοδο από την ευρωζώνη. Η κυβέρνηση της Γερμανίας ήταν επίσης έτοιμη να δεχτεί αυτό που φαινόταν αναπόφευκτο. Εάν ο γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολλάντ δεν είχε δώσει συμβουλές στην Ελλάδα πίσω από την πλάτη της γερμανίδας καγκελάριου Άγκελα Μέρκελ για το πώς να διαπραγματευτεί, τα γεγονότα θα είχαν ακολουθήσει μια εντελώς διαφορετική πορεία.

Η πικρή διαμάχη μέσα στο Eurogroup όχι μόνο επιδείνωσε τις σχέσεις μεταξύ των μελών της νομισματικής ένωσης, αλλά επίσης πυροδότησε εντάσεις στις εθνικές κυβερνήσεις. Πολλοί ευρωπαίοι ηγέτες γλείφουν ακόμη τις πληγές τους. Αυτή, ωστόσο, θα πρέπει να είναι η στιγμή γι’ αυτούς να αναλογιστούν τι συνέβη και γιατί.

Η αψιμαχία προέκυψε από μια προσπάθεια τοποθέτησης της πολιτικής πάνω από τους νόμους της οικονομίας. Το δόγμα του αλάθητου των ευρωπαίων παραγόντων και του αμετάκλητου του κάθε βήματος προς την ενοποίηση συγκρούστηκε με την πραγματικότητα.

Η Ευρώπη θα αντιμετωπίσει πολλές τέτοιες διαμάχες στο μέλλον εάν συνεχίσει να ακολουθεί την ίδια προσέγγιση στα προβλήματα χρέους της που χρησιμοποίησε στην ελληνική περίπτωση. Το θεμελιώδες λάθος έγινε τον Απρίλιο και τον Μάιο του 2010, όταν οι επίσημοι δανειστές – υπό τη μορφή άλλων μελών της ευρωζώνης – αντικατέστησαν τους ιδιώτες πιστωτές της Ελλάδας.

Αυτή η διευθέτηση προτάθηκε από τον τότε πρόεδρο της ΕΚΤ Ζαν-Κλοντ Τρισέ, παραβαίνοντας ξεκάθαρα τον κανονισμό των μη διασώσεων της συνθήκης του Μάαστριχτ, ο οποίος ήταν η βασική προϋπόθεση της Γερμανίας για να εγκαταλείψει το μάρκο. Όμως ο γάλλος πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί απείλησε να αφήσει το ευρώ (όπως αποκάλυψε αργότερα ο πρώην πρωθυπουργός της Ισπανίας Θαπατέρο) εάν η Γερμανία δεν υπέγραφε τη συμφωνία διάσωσης. Η Κριστίν Λαγκάρντ, τότε υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας, είπε: «Παραβιάσαμε όλους τους κανόνες γιατί θέλαμε να κλείσουμε τις γραμμές και πραγματικά να σώσουμε την ευρωζώνη.»

Οι κανονισμοί πράγματι παραβιάστηκαν, όμως το κατά πόσο η απόφαση της διάσωσης έσωσε το ευρώ θα φανεί στο μέλλον. Σίγουρα έσωσε πολλές εμπορικές τράπεζες, των οποίων η έκθεση στο ελληνικό κράτος ήταν σημαντική μέχρι το πρώτο τρίμηνο του 2010. Οι ελληνικές τράπεζες είχαν δανείσει τα περισσότερα στην ελληνική κυβέρνηση (29 δισεκατομμύρια ευρώ), με δεύτερες τις γαλλικές τράπεζες (20 δισεκατομμύρια ευρώ), ύστερα τις γερμανικές (17 δισεκατομμύρια ευρώ) και τις αμερικάνικες (4 δισεκατομμύρια ευρώ).

Η διάσωση έσωσε επίσης την ΕΚΤ, καθώς η δημοσιονομική πίστωση αντικατέστησε μέρος της πίστωσης στόχου της Τράπεζας, που είχε συσσωρευτεί από τις αρχές του 2008. Τότε, η ελληνική οικονομία αντιμετώπιζε μιαν ξαφνική παύση των εισροών ιδιωτικών κεφαλαίων, και η ελληνική κεντρική τράπεζα χρηματοδοτούσε εξ ολοκλήρου το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών της χώρας.

Όμως η διάσωση των τραπεζών δεν είναι το ίδιο με τη διάσωση του ευρώ. επιπλέον, η διάσωση του ευρώ δεν είναι το ίδιο με τη διάσωση του ευρωπαϊκού σχεδίου.

Η απόφαση διάσωσης της 2010 μεταμόρφωσε μια συνηθισμένη εμπορική διαφωνία μεταξύ πιστωτών και οφειλετών – μία που πάντα προκύπτει όταν οι οφειλέτες δεν πληρώνουν – σε διαμάχη μεταξύ κυρίαρχων κρατών. Αυτό δημιούργησε εχθρότητα ανάμεσα στους λαούς της Ευρώπης και παρείχε πολεμοφόδια σε ριζοσπαστικά κόμματα όλων των χρωμάτων, ζημιώνοντας σημαντικά τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Χωρίς την κοινωνικοποίηση του χρέους που παρείχαν τα πακέτα διάσωσης, ο Βαρουφάκης, ή όποιος ηγούταν του υπουργείου Οικονομικών της Ελλάδας, θα έπρεπε να κηρύξει αφερεγγυότητα και στη συνέχεια να αντιμετωπίσει ιδιώτες πιστωτές από διάφορες χώρες. Οι κυβερνήσεις των χωρών αυτών θα αισθάνονταν τότε υποχρεωμένες να σώσουν τις παραπαίουσες τράπεζες με τα χρήματα των φορολογουμένων τους.

Αναμφισβήτητα, η διάσωση των τοπικών τραπεζών δε θα ήταν εύκολη. Όμως θα είχε αποτρέψει το θέαμα των κυβερνήσεων των μελών της Ευρώπης να δείχνουν τα δόντια τους η μία στην άλλη. Το 2008 η Γερμανία διέσωσε τη Hypo Real Estate, και το 2011 το Βέλγιο, η Γαλλία και το Λουξεμβούργο διέσωσαν τη Dexia Bank. Όπως δείχνουν αυτές οι περιπτώσεις, το ξεκαθάρισμα των ιδίων υποθέσεων θα μπορούσε να γίνει χωρίς πολλή φασαρία, ή τουλάχιστον χωρίς τη συσσώρευση διεθνούς έντασης.

Οι τράπεζες και οι υποστηρικτές τους στον Τύπο πάντα προβλέπουν την καταστροφή όταν πλησιάζουν διαγραφές. Οι φοβισμένοι πολιτικοί τότε συνήθως συναινούν και βάζουν μπροστά τους φορολογούμενούς τους. Όμως οι περισσότερες από 180 κρατικές χρεοκοπίες που έγιναν από το 1945 δεν έριξαν τους χρεοκοπημένους στον γκρεμό. Αντ’ αυτού, κατά κανόνα, κέρδισαν ένα νέο ξεκίνημα. Μάλιστα, οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζει τώρα η Ευρώπη ως αποτέλεσμα της κοινωνικοποίησης των χρεών, είναι πολύ μεγαλύτεροι από αυτούς που παρουσιάζει μια απλή ενδεχόμενη χρηματοπιστωτική κρίση.

Το μάθημα που θα πρέπει να πάρει κανείς από την ελληνική πανωλεθρία είναι πως η ευρωζώνη θα πρέπει να αναπτύξει διαδικασίες δημόσιας αφερεγγυότητας το συντομότερο, αποτρέποντας έτσι άλλα κράτη από το να γίνουν πιστωτές μέσω της κοινοποίησης του χρέους. Εάν οι εθνικές κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης θέλουν να βοηθήσουν η μία την άλλη σε περίοδο κρίσης, θα πρέπει μονομερώς να παρέχουν ανθρωπιστική βοήθεια, χωρίς όρους και χωρίς επιστροφή. Εάν δανείσεις στον φίλο σου, δε θα είναι πλέον φίλος. Αν δεν τηρηθεί αυτή η σοφία, θα είναι αδύνατον να παραμείνει ενωμένη η Ευρώπη.    

http://iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=21552:ekklhsh-prowpikothtwn&catid=83:aristera&Itemid=200