Η ελληνική οικονομία κατά το ΙΟΒΕ

Τριμηνιαία έκθεση ΙΟΒΕ:

Η ελληνική οικονομία βρίσκεται εκ νέου σε ένα σημείο καμπής. Η προσαρμογή που έχει γίνει από την έναρξη της κρίσης είναι αξιοσημείωτη και επιτεύχθηκε πάρα το ότι πάρα πολλοί παράγοντες της πολιτικής και της οικονομίας τη θεωρούσαν αρχικά αδύνατη. Οι θετικές εξελίξεις στο δημοσιονομικό έλλειμμα, το εξωτερικό ισοζύγιο και την ανταγωνιστικότητα είναι αδιαμφισβήτητες και έχουν απομακρύνει τον κίνδυνο ενός «ξαφνικού θανάτου». Όμως η θετική αυτή προσαρμογή προέκυψε κυρίως με αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης, ιδίως για τους συνεπείς φορολογούμενους, και με οριζόντια μείωση των δημόσιων δαπανών. Αντίθετα, με κοινή ευθύνη του ελληνικού πολιτικού συστήματος και της τρόικας που εκπροσωπεί τους εταίρους και πιστωτές, οι δομικές μεταρρυθμίσεις δεν προωθήθηκαν συνολικά με τη συνέπεια και έμφαση που χρειάζονταν. Αναλυτικότερα:

 

Η γενική εικόνα της οικονομίας παραμένει μεικτή, με τα θετικά στοιχεία να οδηγούν σε ένα μάλλον θετικό πρόσημο. Σε αυτό συμβάλλει καθοριστικά η συνεχιζόμενη τάση αποκατάστασης της ισορροπίας στα «δίδυμα ελλείμματα» που διαχρονικά ήταν ο καθρέφτης των αδυναμιών και παθογενειών της ελληνικής οικονομίας. Το δημοσιονομικό έλλειμμα περιορίζεται συστηματικά, με την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος να είναι πλέον απόλυτα ορατή, ενώ και το έλλειμμα του εξωτερικού ισοζυγίου περιορίζεται δραστικά. Ταυτόχρονα υπάρχει πλέον σαφής τάση αποπληθωρισμού σε πολλούς σημαντικούς τομείς. Συντρέχουν επίσης μια σειρά από επιμέρους θετικές εξελίξεις, τρέχουσες ή επικείμενες: αυτές περιλαμβάνουν συμφωνίες για μεγάλα έργα (με την ευκαιρία της θετικής εξέλιξης για τον ΤΑP περιλαμβάνουμε στην έκθεση αναφορά σε σχετική μελέτη), ανάκαμψη του γενικότερου επενδυτικού ενδιαφέροντος, μια αρχική δυναμική στις αποκρατικοποιήσεις (όπως με την περίπτωση της ΔΕΣΦΑ) και στον τουρισμό. Οι επιμέρους θετικές αυτές εξελίξεις σε ένα σημαντικό βαθμό στηρίζονται στην εμπέδωση της σταθεροποίησης στο δημοσιονομικό και πολιτικό επίπεδο.

Στην αρνητική πλευρά, κυρίαρχο στοιχείο είναι η συνεχιζόμενη για έκτο έτος ύφεση, η οποία για το τρέχον έτος αναμένεται πλέον βαθύτερη από ό,τι αρχικά προβλέπονταν. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται εν μέρει σε επιμέρους διαταραχές, οικονομικές ή πολιτικές, που κατά διαστήματα αναζωπυρώνουν την αβεβαιότητα ως προς την επιτυχή εφαρμογή του προγράμματος προσαρμογής (σε συνάρτηση και με τις περιοδικές διαπραγματεύσεις με την τρόικα) και σε αμφιβολίες ως προς τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους. Τις αναπτυξιακές προοπτικές στην Ελλάδα επίσης επιβαρύνει η παρατηρούμενη επιβράδυνση της ανάπτυξης διεθνώς,  ιδίως σε χώρες που αποτελούν βασικούς εμπορικούς εταίρους. Φυσικό επακόλουθο είναι και η συνεχιζόμενη αύξηση της ανεργίας, έστω και με μειούμενο ρυθμό.  Σε κάθε περίπτωση όμως, η συνεχιζόμενη ύφεση εκφράζει κυρίως τη συνεχιζόμενη μείωση της ιδιωτικής  κατανάλωσης – έστω και με επιβραδυνόμενο ρυθμό – λόγω της κλιμακούμενης μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματος και της αύξησης της ανεργίας, τη μείωση των δημόσιων δαπανών, και το αναιμικό επίπεδο των επενδύσεων.

Με βάση όλα τα παραπάνω, δεν αποτελεί έκπληξη ότι η συνολική πρόβλεψη για το ρυθμό ανάπτυξης υπολείπεται των αρχικών προβλέψεων και πρέπει να προσαρμοστεί προς τα κάτω, με την ύφεση για το έτος το 2013 να κινείται στην περιοχή του 5%. Οι ειδικότεροι λόγοι που συνθετικά οδηγούν σε αυτό το συμπέρασμα περιγράφονται αναλυτικότερα στην έκθεση (βλ. ενότητα 3.1).

Υπογραμμίζουμε πάντως τη διαπίστωση ότι δεν έχει ακόμη εμπεδωθεί μια δυναμική δομικών μεταρρυθμίσεων που θα σηματοδοτούσαν συνολικά και χωρίς καμία αμφιβολία μια νέα πορεία ανάπτυξης. Η δημοσιονομική εξυγίανση και η αύξηση της ανταγωνιστικότητας δεν έχουν συνοδευτεί από την επιτυχή εφαρμογή ενός προγράμματος δομικών μεταρρυθμίσεων. Αντίθετα, παρατηρείται, και μάλιστα σε κομβικούς τομείς, καθυστέρηση, αμφιθυμία ή αδυναμία για ουσιαστικές αλλαγές. Οι όποιες επιμέρους θετικές εξελίξεις γίνονται με καθυστέρηση, αποσπασματικά, και άρα με πολύ υψηλό κόστος. Σε ορισμένες περιπτώσεις η πίεση ομάδων συμφερόντων αποδεικνύεται ισχυρή τροχοπέδη, αλλού κυριαρχεί η πολιτική και οικονομική επικαιρότητα (η εκάστοτε στρατηγική της «επόμενης δόσης») χωρίς περιθώριο και ενέργεια για ένα μεσοπρόθεσμο σχεδιασμό. Βέβαια, κανείς δεν μπορεί να αναμένει ότι μια οικονομία θα μετασχηματισθεί πλήρως μέσα σε τρία ή τέσσερα χρόνια – κάτι τέτοιο απαιτεί ουσιαστικά μια δεκαετία – θα έπρεπε όμως να είχαν υπάρξει πολύ πιο αποφασιστικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, ώστε να σηματοδοτηθεί με σαφήνεια και η μελλοντική πορεία. Αντίθετα, δημιουργείται η εντύπωση ότι το πολιτικό σύστημα, οι εξωτερικοί εταίροι αλλά και μεγάλα τμήματα της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας αποδέχονται ευκολότερα τη λύση της προσαρμογής μέσω της βαθιάς ύφεσης και όχι τις ενεργές πολιτικές που θα απαλείψουν τις βασικές παθογένειες της οικονομίας.

Όμως χωρίς ουσιαστικές τομές, η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να μετασχηματίζεται με πολύ αργό ρυθμό, ελλοχεύει δε ο κίνδυνος μιας περιόδου όπου η οικονομία θα κινείται οριζόντια, με ιδιαίτερα χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Με τις συνθήκες αυτές, η ισορροπία που προς το παρόν επικρατεί, κινδυνεύει να αποδειχθεί εύθραυστη και η ιδιαίτερα σημαντική προσαρμογή που έχει γίνει στην ελληνική οικονομία μπορεί να ανατραπεί και να αποδειχτεί θνησιγενής. 

Η παρούσα καταγραφή των σχετικών αδυναμιών και καθυστερήσεων δεν αποκλίνει από προηγούμενες επισημάνσεις του ΙΟΒΕ για το θέμα. Θα πρέπει να εκκινήσει από το ότι η αναδιάρθρωση του δημόσιου τομέα ελάχιστα έχει προχωρήσει και ιδίως από το ότι δεν έχει επανακαθορισθεί η σχέση του δημοσίου με τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, μείζον στοιχείο παθογένειας κατά το παρελθόν. Η μείωση του μεγέθους του δημοσίου τομέα μέσω οριζόντιων περικοπών μισθών και θέσεων εργασίας ασφαλώς προσφέρει δημοσιονομική ανακούφιση, όμως δεν αρκεί για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητάς του. Επίσης δεν έχει υπάρξει ακόμη σύγκλιση σε ένα φορολογικό σύστημα που να είναι (κατά το πάγιο αίτημα οικονομικής λογικής και κοινωνικής δικαιοσύνης) απλό, σταθερό και διαφανές. Παρομοίως, δεν έχει προχωρήσει, τουλάχιστον σε βαθμό που να είναι ορατή, η αναδιάρθρωση του μηχανισμού συλλογής και ελέγχου φόρων. Η πλήρης οργάνωση και σύνδεση των πληροφοριακών συστημάτων των δημόσιων οργανισμών δεν έχει ολοκληρωθεί. Η απελευθέρωση της αγοράς εργασίας δεν συνοδεύτηκε από παρόμοιας έκτασης παρέμβαση για την απελευθέρωση των αγορών προϊόντων και υπηρεσιών, παρά τις επιμέρους θετικές τομές. Η γραφειοκρατία, η πολυνομία και το ασαφές και αβέβαιο θεσμικό πλαίσιο συνεχίζουν να αποτελούν δυσβάσταχτο βάρος για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, ενώ δεν έχει υπάρξει σημαντική βελτίωση στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης. Στους κρίσιμους τομείς της υγείας και της εκπαίδευσης έχει υπάρξει περιορισμός της σπατάλης αλλά δεν εφαρμόστηκαν οι απαραίτητες τομές ώστε να εξασφαλίζεται στους πολίτες πρόσβαση σε ικανοποιητικές ποιότητας υπηρεσίας σε λογικό κόστος.

Αναφορικά τώρα με τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές, ασφαλώς τα σχετικά δυσμενέστερα από τα σχεδιαζόμενα στοιχεία για την ανάπτυξη το 2013 θα επηρεάσουν αρνητικά και τις προοπτικές για το επόμενο έτος. Όμως υπάρχει ακόμη  επαρκής χρόνος για την οικονομική πολιτική να επιδράσει θετικά στο ρυθμό ανάπτυξης. Στο σημείο αυτό θα ήταν ενδεχομένως χρήσιμο να επισημάνουμε ότι στην οικονομία οι προβλέψεις για τις εξελίξεις των μελλοντικών μεγεθών είναι ασφαλέστερες όταν οι διαχρονικές μεταβολές δεν αφορούν δυνητικές δομικές αλλαγές. Αντίθετα, σε συνθήκες έντονης αβεβαιότητας, οι λήπτες καταναλωτικών και κυρίως επενδυτικών αποφάσεων μπορούν να αντιδράσουν με έντονο τρόπο σε σαφή θετικά (ή αρνητικά) νέα. Άρα το πόσο γρήγορα μπορεί να επανέλθει η οικονομία σε τροχιά θετικής ανάπτυξης εντός του 2014 εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την πολιτική που θα εφαρμοσθεί έως τότε.

Το ότι η τρέχουσα ύφεση είναι σχετικά βαθύτερη από την αναμενόμενη επηρεάζει αρνητικά και τις προβλέψεις για άλλα συνδεδεμένα μεγέθη. Αναφορικά όμως με την αξιολόγηση της πορείας του Ελληνικού προγράμματος, οι όποιες αποκλίσεις θα πρέπει να αντιμετωπιστούν με έμφαση και επιμονή σε περισσότερες μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες, ώστε να βρεθεί νωρίτερα η ελληνική οικονομία σε τροχιά ανάκαμψης. Αντίθετα, η προσκόλληση στην κατά γράμμα επίτευξη δημοσιονομικών δεικτών, ειδικότερα με την εφαρμογή πρόσθετων οριζόντιων περικοπών και την αύξηση της φορολογίας, θα έχει αρνητικές συνέπειες και πρέπει να αποφευχθεί. Ειδικότερα, ήδη στην προηγούμενη τριμηνιαία έκθεση του ΙΟΒΕ αναφέρονταν ότι «η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων θα μπορεί να αποτελέσει διαπραγματευτικό επιχείρημα απέναντι σε αιτιάσεις για μη υλοποίηση του προγράμματος οικονομικής στήριξης από τους δανειστές, ενδεχομένως αποτρέποντας ή αναβάλλοντας, πλήρως ή εν μέρει, την επιβολή νέων δημοσιονομικών μέτρων σε περίπτωση απόκλισης της υλοποίησης του προϋπολογισμού από τους στόχους του».

Όσον αφορά τις μελλοντικές προοπτικές και κοιτώντας προς το επόμενο τρίμηνο, τέσσερις επιμέρους παρατηρήσεις μπορεί να είναι σημαντικές.

Πρώτον, είναι κρίσιμο το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα να τρέξει γρηγορότερα από το συμφωνημένο πλαίσιο δημοσιονομικής προσαρμογής όπως και να επιτευχθεί η ευρύτερη δυνατή συναίνεση, πιθανώς εκφραζόμενη ως ένα «συμβόλαιο» ανάμεσα στη κυβέρνηση, τις επιχειρήσεις και τους εργαζόμενους.

Δεύτερον, πρέπει να αποφευχθεί η ψευδαίσθηση ότι ο κίνδυνος οικονομικής κατάρρευσης έχει περάσει αμετάκλητα και άρα τα μέρη του οικονομικού και πολιτικού συστήματος μπορούν να συνεχίσουν να συμπεριφέρονται όπως και πριν την κρίση, χωρίς επιπτώσεις. Μια ελληνική οικονομία που δομικά δεν θα είναι διαφορετική από πριν, θα εμφανίσει νωρίτερα ή αργότερα τα ίδια συμπτώματα.

Τρίτον, η αποκατάσταση της ρευστότητας είναι απαραίτητη το συντομότερο δυνατό, τόσο όσον αφορά το τραπεζικό σύστημα όσο και για κεφάλαια από το εξωτερικό που πρέπει να διεκδικηθούν. Τονίζεται ότι η ρευστότητα δεν μπορεί να λύσει από μόνη της το πρόβλημα της ανάπτυξης, αλλά θα πρέπει να λειτουργήσει συμπληρωματικά με τις μεταρρυθμίσεις.

Τέταρτον, καθώς προωθείται το πρόγραμμα των μεταρρυθμίσεων είναι σημαντικό να διατυπωθεί προς τους εταίρους και πιστωτές ότι θα πρέπει να υπάρχει μια σαφής, ακόμη και αν είναι άρρητη, συμφωνία για σταδιακή σημαντική ελάφρυνση από το βάρος του δημόσιου χρέους με ρυθμό που να εξαρτάται από την εφαρμογή της πορείας των μεταρρυθμίσεων και των αναπτυξιακών μέτρων και όχι μόνο με την επιτυχή βραχυπρόθεσμη δημοσιονομική προσαρμογή.   

Τέλος, οφείλουμε μια σύντομη αναφορά στη μελέτη του ΙΟΒΕ για ένα «νέο πρότυπο» ανάπτυξης που εκπονείται για το Υπουργείο Οικονομίας ως μέρος του ευρύτερου αναπτυξιακού σχεδιασμού της κυβέρνησης. Η εκπόνηση της μελέτης σχετίζεται με όλους τους παραπάνω αναφερόμενους προβληματισμούς, και ειδικότερα με το ότι το πλαίσιο της δημοσιονομικής προσαρμογής αυτό καθαυτό, τουλάχιστον όπως έως τώρα προωθήθηκε, δεν διασφαλίζει συνθήκες ανάπτυξης. Απαιτείται εξειδίκευση των μεταρρυθμιστικών και αναπτυξιακών πολιτικών και ιεράρχηση των παρεμβάσεων ώστε συνθετικά οι εξελίξεις στους κύριους τομείς να υποστηρίξουν τη μακρο-οικονομική εικόνα ανάπτυξης. Ασφαλώς, για πολλές από τις τομές δημιουργείται έστω και αργά αποδοχή για το ότι θα είναι όχι μόνο επωφελείς αλλά και απαραίτητες – το ζητούμενο όμως είναι η εφαρμογή. Ο ρόλος του ΙΟΒΕ μπορεί να είναι μόνο μελετητικός και συμβουλευτικός, ελπίζοντας ότι σε πολιτικό επίπεδο θα υπάρχει η απαραίτητη βούληση και αποφασιστικότητα για την εφαρμογή.