Η επιδιόρθωση του Ευρώ

Πριν από έναν χρόνο, η ευρωζώνη είχε σοβαρά προβλήματα. Μία σειρά από πολιτικές δράσεις –η δημιουργία ενός ταμείου διάσωσης, μία φορολογική συνθήκη, και η παροχή φθηνής ρευστότητας προς το τραπεζικό σύστημα- είχαν αποτύχει να εντυπωσιάσουν τις χρηματοπιστωτικές αγορές για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η κρίση μεταφέρθηκε από την περιφέρεια της νομισματική ένωσης, στον πυρήνα της. Η νότια Ευρώπη βίωνε ένα ξεπούλημα δημόσιου χρέους και τη μαζική απόσυρση των ιδιωτικών κεφαλαίων. Οικονομικά, η Ευρώπη ήταν κατακερματισμένη. Οι εικασίες για μία πιθανή διάλυση ήταν ευρέως διαδεδομένες.

 

Στη συνέχεια, κατέφτασαν δύο σημαντικές πρωτοβουλίες. Τον Ιούνιο του 2012, οι ηγέτες της ευρωζώνης ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να καθιερώσουν μίας ευρωπαϊκή τραπεζική ένωση. Το ευρώ, είπαν, χρειαζόταν να στηριχτεί με τη μεταφορά της τραπεζικής εποπτείας σε μία ευρωπαϊκή αρχή.

Για πρώτη φορά από την έναρξη της κρίσης στην Ελλάδα, αναγνωρίστηκε επίσημα ότι η ρίζα του προβλήματος δεν ήταν η περιφρόνηση των δημοσιονομικών κανόνων, και ότι οι ίδιες οι αρχές που διέπουν τη νομισματική ένωση θα έπρεπε να επανεξεταστούν. Όπως ήταν λογικό, η προσπάθεια ήταν φιλόδοξη. Στα μάτια των περισσότερων παρατηρητών, η επίτευξη του στόχου για τερματισμό του φαύλου κύκλου μεταξύ τραπεζών και κρατών απαιτούσε τον διοικητικό συγκεντρωτισμό της εξουσίας για την εξυγίανση και τη διάσωση των τραπεζών.

Η δεύτερη πρωτοβουλία ήρθε ένα μήνα αργότερα. Μιλώντας στις 26 Ιουλίου, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, ανακοίνωσε ότι η ΕΚΤ ήταν έτοιμη να «κάνει ό,τι χρειαστεί» για να διατηρηθεί το ευρώ: «Πιστέψτε με», δήλωσε, «θα είναι αρκετό». Η σημασία αυτής της υπόσχεσης έγινε σαφής με την επακόλουθη ανακοίνωση των «οριστικών νομισματικών συναλλαγών» (OMT) της ΕΚΤ, ένα πρόγραμμα σύμφωνα με το οποίο θα αγόραζε βραχυπρόθεσμα κρατικά ομόλογα χωρών οι οποίες θα επωφελούνταν από την υπό όρους στήριξη του ευρωπαϊκού ταμείου διάσωσης.

Και τα δύο μέτρα είχαν άμεσο και σημαντικό αντίκτυπο στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Από την πλευρά της, η Wall Street έβλεπε το ευρώ να πλησιάζει στο να γίνει ένα κανονικό νόμισμα. Άρχισε να υποχωρεί η αναστάτωση στις αγορές ομολόγων.

Που βρισκόμαστε, έναν χρόνο αργότερα; Πρώτον, οι δύο πρωτοβουλίες οδήγησαν σε σημαντικές βελτιώσεις των συνθηκών δανεισμού για τις κυβερνήσεις του ευρωπαϊκού Νότου (τουλάχιστον μέχρι ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, Μπεν Μπερνάνκι, να προκαλέσει νέους κραδασμούς με την ένδειξή του στα μέσα Ιουνίου ότι οι ΗΠΑ θα μείωναν σταδιακά περισσότερα από τρία χρόνια ποσοτικής χαλάρωσης). Το κεφάλαιο σταμάτησε να ρέει από τη νότια Ευρώπη και η κερδοσκοπία χαλάρωσε.

Δεύτερον, στα τέλη του περασμένου έτους, υπήρξε συμφωνία εξουσιοδότησης της ΕΚΤ όσον αφορά την εποπτεία του τραπεζικού τομέα. Μέσα σε έναν χρόνο, το νέο καθεστώς θα τεθεί σε πλήρη λειτουργία –δεν πρόκειται για ασήμαντο επίτευγμα ενόψει της πολυπλοκότητας του ζητήματος.

Τρίτον, γίνονται συζητήσεις για να προετοιμαστούν τα επόμενα βήματα, δηλαδή το πώς θα οργανωθεί η επίλυση των χρεοκοπημένων τραπεζών και η στήριξη των προβληματικών. Οι Υπουργοί συμφώνησαν πρόσφατα σε ένα σχέδιο δράσης.

Οπότε, υπάρχουν σαφή θετικά αποτελέσματα. Ωστόσο, τα ερωτήματα παραμένουν.

Το ένα πρόβλημα, είναι πρόβλημα αρχιτεκτονικής: κάθε τραπεζική ένωση είναι τόσο ισχυρή όσο ο πιο αδύναμος κρίκος της. Αυτό που έχει σημασία για τις αγορές, δεν είναι ό,τι συμβαίνει υπό φυσιολογικές συνθήκες, ή ακόμα και ό,τι συμβαίνει όταν προκύψει αβεβαιότητα και αστάθεια· αυτά που ενδιαφέρουν τις αγορές είναι τα πιθανά σενάρια σε πραγματικά αντίξοες συνθήκες.

Η διακοπή της αρνητικής σχέσης αλληλεπίδρασης μεταξύ προβληματικών κρατών και προβληματικών τραπεζών –όπου οι διασώσεις τραπεζών εξαντλούν τους δημοσιονομικούς πόρους και καθιστούν πιθανότερο το γεγονός ότι το επόμενο προβληματικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα δεν θα μπορεί να βασιστεί στην κυβερνητική στήριξη- απαιτεί την εξασφάλιση ότι δεν θα επαναληφθεί ακόμα και σε ακραίες συνθήκες. Το να «αποδυναμώσεις» απλά τη σχέση αυτή, όπως υποστήριξαν πρόσφατα Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, θα ήταν βαθιά ανεπαρκές.

Υπάρχουν δύο τρόποι να εξαλειφθεί αυτός ο καταστροφικός βρόχος. Ο ένας τρόπος είναι να αποκλειστούν οι τράπεζες, συνολικά: μόνο οι πιστωτές θα πρέπει να πληρώνουν για τα λάθη των τραπεζιτών. Αυτού του είδος ο κανόνας, θα μπορούσε να προστατεύσει τις κυβερνήσεις από τους τραπεζικούς κινδύνους, μόνο αν εφαρμοστεί συστηματικά, ακόμη και σε βάρος της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Με απλά λόγια, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να είναι προετοιμασμένες να αφήσουν τις τράπεζες να αποτύχουν.

Η άλλη λύση είναι η αμοιβαιοποίηση του κόστους διάσωσης στο περιθώριο. Τα κράτη θα μπορούσαν να συμμετέχουν και να αποδεχθούν απώλειες, ωστόσο οι καταστροφικοί κίνδυνοι θα πρέπει να μοιραστούν μεταξύ όλων των μελών της ευρωζώνης.

Αυτές τις μέρες, η Ευρώπη αμφιταλαντεύεται μεταξύ των δύο αυτών προσεγγίσεων. Η Γαλλία δεν θέλει να αποκλείσει τις χρηματοδοτούμενες από το κράτος διασώσεις· η Γερμανία είναι διστακτική ως προς την αμοιβαιοποίηση του δημοσιονομικού κόστους. Γίνονται κινήσεις προς μία συμβιβαστική λύση, ωστόσο αυτή θα πρέπει να περάσει το τεστ της πραγματικότητας. Δυστυχώς, η μέση οδός μεταξύ των δύο λογικών λύσεων μπορεί η ίδια να μην είναι λογική.

Εντωμεταξύ, η αξιοπιστία του ισχυρού όπλου του Ντράγκι έχει υπονομευτεί. Το θαύμα του προγράμματος OMT είναι ότι, από τότε που ανακοινώθηκε πριν από έναν χρόνο, έχει επιφέρει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα χωρίς να έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ. Η ισχυρή αντιπολίτευση από μέρους της Bundesbank και πολλών Γερμανών ακαδημαϊκών, έχει εγείρει ερωτήματα σχετικά με το πώς και το αν θα μπορούσε ποτέ να χρησιμοποιηθεί στην πραγματικότητα.

Προκειμένου να υπερασπιστεί τη νομιμότητά της στις ακροαματικές διαδικασίες ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας, η ίδια η ΕΚΤ υποστήριξε ότι το πρόγραμμα OMT είναι ένα λιγότερο ισχυρό μέσο από ό,τι πολλοί πιστεύουν. Παρόλο που η γερμανική κυβέρνηση παραμένει ανένδοτη στην άποψη ότι δεν είναι δουλειά ενός γερμανικού δικαστηρίου να αποφανθεί επί της νομιμότητας των πράξεων της ΕΚΤ, οι αγορές έχουν λάβει γνώση.

Εντός ολίγων μηνών, θα έχουμε κλείσει τέσσερα χρόνια από τότε που ξεκίνησε η κρίση στην ευρωζώνη –σχεδόν μία αιωνιότητα με βάση τα ιστορικά πρότυπα. Έχουν γίνει πολλά για να ξεπεραστεί η κρίση αυτή. Ωστόσο, είναι ακόμη πολύ νωρίς για πει κανείς ότι η δουλειά έγινε, και βγήκαμε νικηφόροι.

http://www.sofokleous10.gr/portal2/toprotothema/toprotothema/2013-07-01-22-54-24-20130701100791/