Η οικονομία και η πολιτική σε στάση αναμονής

Από την τέταρτη έκθεση 2013,  του ΙΟΒΕ για την ελληνική οικονομία:

Όλα τα διαθέσιμα δεδομένα καταδεικνύουν πως το 2013 ήταν ένα έτος καμπής, κατά το οποίο σταδιακά η Ελληνική οικονομία πλησίασε σε σημείο σταθεροποίησης δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις για λήξη της παρατεταμένης ύφεσης κατά το επόμενο έτος. Κύρια χαρακτηριστικά αποτελούν η συνεχιζόμενη τάση αποκατάστασης της ισορροπίας στα «δίδυμα ελλείμματα», το δημοσιονομικό έλλειμμα και αυτό του εξωτερικού ισοζυγίου, όπως και η σαφής πλέον τάση αποπληθωρισμού σε πολλούς και σημαντικούς τομείς. Ειδικότερα, με την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος μπορεί να πυροδοτοθεί, κατά την ισχύουσα συμφωνία με τους εταίρους και πιστωτές, και η αναμενόμενη διαδικασία περαιτέρω μείωσης του κόστους στην εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους, στοιχείο που θα διευκολύνει συνολικά τη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών στο επόμενο χρονικό διάστημα. Ταυτόχρονα, τεκμηριώνονται θετικές εξελίξεις στον τομέα των τραπεζών όπου σταδιακά έχει υπάρξει τάση προς τη σταθεροποίηση, στην ανεργία όπου η τάση ανόδου ανακόπτεται και στον εξωτερικό τουρισμό του οποίου η σαφής αύξηση αποτέλεσε σημαντική τονωτική ένεση.

 

Την ίδια ώρα, η ανάπτυξη επιστρέφει σταδιακά – έστω και σε χαμηλά επίπεδα – συνολικά στην Ευρωζώνη, με την πιθανότητα διάσπασής της ή της απομάκρυνσης κάποιου μέλους της να είναι σημαντικά χαμηλότερη από ότι ήταν πριν από ένα έτος. Οι οικονομίες της περιφέρειας που ήταν ή είναι σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής και στήριξης φαίνεται ότι, άλλες γρηγορότερα και άλλες αργότερα, βρίσκουν ένα σημείο ισορροπίας που επιτρέπει σταδιακά την επάνοδό τους στις αγορές. Ειδικότερα, αξιοσημείωτη είναι η δυνατότητα θετικής προσαρμογής και ανάκαμψης που δείχνει η Κυπριακή οικονομία μετά από ένα ιδιαίτερα οδυνηρό πλήγμα. Το ευρύτερο διεθνές οικονομικό περιβάλλον επίσης δεν είναι παράγοντας σημαντικής ανησυχίας, αν και κάποια αστάθεια θα μπορούσε να προέλθει από ανισορροπίες που παρατηρούνται στην αναπτυξιακή δυναμική σημαντικών οικονομιών της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής.

Δεδομένων των παραπάνω, θα περίμενε κάποιος ότι στην Ελληνική οικονομία και στην οικονομική πολιτική θα εμφανιζόταν μια πολύ ισχυρή δυναμική και μια δημιουργική αναμονή για την προ των πυλών ανάπτυξη και το τέλος της βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης. Στον ιδιωτικό τομέα θα ανέμενε μια σαφή δυναμική επενδύσεων που θα τοποθετούνταν έγκαιρα για την επόμενη ημέρα και ταυτόχρονα θα εξέφραζαν το νέο αναπτυξιακό πρότυπο της χώρας που θα επιτρέψει εξωστρεφή και βιώσιμη ανάπτυξη στην επόμενη δεκαετία, βασισμένη σε υψηλότερη και αυξανόμενη ανταγωνιστικότητα. Στην οικονομική πολιτική, θα ανέμενε κάποιος σαφείς και αποφασιστικές τομές που θα εξέφραζαν οριστικά και πέραν πάσης αμφιβολίας τη ρήξη με τις παθογένειες του παρελθόντος: η κρίση θα έπρεπε να είναι η ευκαιρία ώστε να ολοκληρωθούν οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις που θα σηματοδοτήσουν νέους κανόνες για την οικονομία στο επόμενο διάστημα και ειδικότερα θα εξυγιάνουν τη σχέση του δημοσίου με τον ιδιωτικό τομέα. Τόσο στο μέτωπο των επενδύσεων όσο και σε αυτό των μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών παρατηρείται όμως σχετική αδυναμία, με τις θετικές εξελίξεις περίπου να εξουδετερώνονται από τις αρνητικές.

Οι οικονομίες είναι βέβαια ιδιαίτερα σύνθετοι οργανισμοί, και οι μεταβολές σε αυτές δεν μπορεί να συμβαίνουν πολύ γρήγορα ούτε ευθύγραμμα. Όμως, μετά ένα τόσο μακρύ διάστημα ύφεσης, θα ανέμενε κανείς ότι υπάρχουν δυνάμεις στην Ελληνική οικονομία και κοινωνία που κατόπιν της πίεσης που έχει συσσωρεύσει θα ήταν έτοιμες να εκτιναχθούν προς τα πάνω. Αυτό δεν έχει παρατηρηθεί. Ενώ λοιπόν έχει επιτευχθεί ένα σημείο ισορροπίας, χωρίς ενίσχυση των επενδύσεων και επείγουσα ολοκλήρωση και εμπέδωση των δομικών μεταρρυθμίσεων, ούτως ώστε να υπάρξουν χωρίς καθυστέρηση ανάπτυξη και δημιουργία θέσεων εργασίας, αυτή μπορεί να αποδειχθεί εύθραυστη και σε δημοσιονομικό και σε πολιτικό επίπεδο.

Το ότι η Ελληνική οικονομία βρίσκεται σε σημείο καμπής, είναι γεγονός που παρατηρήθηκε και στην προηγούμενη τριμηνιαία έκθεση του ΙΟΒΕ, μαζί με την επισήμανση ότι δεν μπορεί να υπάρξει εφησυχασμός. Φαίνεται όμως ότι έχει κυριαρχήσει στην οικονομία ένα κλίμα αναμονής, και ενίοτε μια κόπωση, στοιχεία που αν και εν μέρει εξηγήσιμα μπορεί να διαμηνύουν σημαντικούς κινδύνους. Οι διαπραγματεύσεις με την τρόικα καθυστερούν για ακόμη μια φορά, ενώ η συζήτηση για τη διευθέτηση του δημοσίου χρέους κυριαρχεί συχνά, υποκαθιστώντας την εφαρμογή των πολιτικών που θα επιτρέψουν την ανάπτυξη, εντέλει δυσχεραίνοντας και την ίδια τη μελλοντική διαχείριση του χρέους. Το κυριότερο, δεν έχει εμπεδωθεί μια δυναμική δομικών μεταρρυθμίσεων. Παρά τις επιμέρους σημαντικές πρωτοβουλίες, παρατηρούνται σε πολλούς τομείς καθυστερήσεις και αδυναμία για πραγματικές τομές. Όμως, όπως έχει επισημανθεί και στο παρελθόν, χωρίς ουσιαστικές τομές η ελληνική οικονομία μετασχηματίζεται με υπερβολικά αργό ρυθμό και κυρίως συρρικνώνεται. Η εσωτερική ζήτηση συνεχίζει να μειώνεται, αν και με χαμηλότερο ρυθμό, λόγω της κλιμακούμενης μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, της αύξησης της ανεργίας και της μείωσης των δημόσιων δαπανών. Το επίπεδο των επενδύσεων είναι ακόμη αναιμικό, τουλάχιστον σε σχέση με το επιθυμητό, όπως και ο ρυθμός αύξησης των εξαγωγών.

Κομβικό στοιχείο μπορεί να είναι το πώς θα αντιμετωπισθεί το ιδιαίτερα σημαντικό γεγονός της επίτευξης πρωτογενούς δημοσιονομικού πλεονάσματος και ο ρόλος που μπορεί αυτή να έχει. Η σωστή αντιμετώπιση του ζητήματος θα είναι να σηματοδοτήσει ένα αρχικό βήμα προς μια συνεπή δημοσιονομική πολιτική με συστηματική σταδιακή μείωση των ελλειμμάτων. Άλλωστε η χώρα έχει συμφωνήσει σε πολιτικές που θα δημιουργούν ένα σημαντικού ύψους πρωτογενές πλεόνασμα σε βάθος διετίας και θα το διατηρήσουν και στη συνέχεια. Πρέπει φυσικά να τονισθεί ότι τέτοια πλεονάσματα μπορεί να υποστηριχθούν με συστηματικό τρόπο μόνο με σταθερά θετικούς και σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Θα ήταν σημαντικό λάθος λοιπόν να αντιμετωπίζεται το πλεόνασμα που επιτεύχθηκε ως το τέλος της σχετικής διαδικασίας. Αυτό σημαίνει, όσον αφορά το εσωτερικό της χώρας, ότι το πλεόνασμα δεν θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί προς σκοπούς που θα υπονομεύουν την ανάπτυξη και θα σηματοδοτούν επιστροφή στο παρελθόν. Επίσης, όσον αφορά τη σχέση με τους εταίρους και πιστωτές, πράγματι το πλεόνασμα πρέπει και μπορεί να θέσει σε εφαρμογή τις σχετικές διαδικασίες διευκόλυνσης στην εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους. Είναι όμως ιδιαίτερα αμφίβολο αν το πλεόνασμα από μόνο του μπορεί να είναι επαρκές για τη δρομολόγηση μιας σχετικής μακροπρόθεσμης λύσης. Για αυτή θα απαιτηθεί να επιβεβαιωθεί ότι η Ελληνική οικονομία αναμφίβολα αλλάζει σελίδα και ότι η δημοσιονομική προσαρμογή που επιτυγχάνεται και η αντιστροφή της πορείας ύφεσης δεν είναι εύθραυστες.

Ειδικότερα ως προς το δημόσιο χρέος, που πλέον εκφράζεται κυρίως μέσω διμερών δανείων με τους εταίρους, η μελλοντική μείωση του σημαντικού βάρους του μπορεί και πρέπει να γίνει. Όμως αυτή πρέπει να συμβεί στο πλαίσιο μιας μεγαλύτερης εμβάθυνσης των σχετικών ευρωπαϊκών θεσμών και μηχανισμών και όχι ως τρόπος υποκατάστασής τους ή απομάκρυνσης από αυτούς. Επίσης δεν μπορεί να αποτελέσει υποκατάστατο των απαραίτητων δομικών μεταρρυθμίσεων αλλά θα είναι σωστό να γίνει με όρους συμπληρωματικότητας με αυτές. Ειδικότερα, μια σχετική διαπραγμάτευση πρέπει να συνυπολογίζει τους περιορισμούς και τις προτεραιότητες τόσο για το ελληνικό όσο και το ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα. Μια εφικτή λύση θα ήταν να χρησιμοποιηθεί η σταδιακή μείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους ως μοχλός για την περαιτέρω μεταρρύθμιση της οικονομίας. Ειδικότερα, θα ήταν προς το συμφέρον και των δύο πλευρών μια συνεννόηση για υπό όρους μείωση του χρέους που θα διαφέρει ουσιαστικά από τις πρόσφατες: αφενός, θα αφορά σταδιακή μείωση χρέους και όχι νέα δάνεια και, αφετέρου, θα αφορά συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις και όχι περαιτέρω δημοσιονομική προσαρμογή. Θα είναι επίσης συμβατή με την κατεύθυνση στην τελευταία σύνοδο κορυφής της EE όπου προτάθηκαν παρόμοια «συμβόλαια μεταρρυθμίσεων», προκειμένου να κινητοποιηθούν οι ασθενέστερες οικονομίες και να προβούν έγκαιρα σε μεταρρυθμίσεις με ανταπόδοση την πρόσβαση σε πολύ χαμηλού κόστους χρηματοδότηση.

Αναμφίβολα, η αδυναμία που παρατηρείται τόσο στο μέτωπο των επενδύσεων όσο και σε αυτό των μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών σχετίζεται άμεσα και με τον πολιτικό κύκλο, καθώς την άνοιξη θα διεξαχθούν οι ευρωεκλογές και οι εκλογές για την αποκεντρωμένη διοίκηση και την αυτοδιοίκηση. Κατά την προεκλογική περίοδο αναμένεται να οξυνθεί περαιτέρω η πολιτική αντιπαράθεση σχετικά με την ορθότητα της ακολουθούμενης δημοσιονομικής και γενικότερης οικονομικής πολιτικής με τρόπο που θα εντείνει την ήδη υφιστάμενη αβεβαιότητα για τις μελλοντικές εξελίξεις. Στο παρελθόν, ο εκλογικός κύκλος στη χώρα μας συνδέεται συστηματικά με χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής και με τη διοχέτευση προς τους πολίτες προεκλογικών υποσχέσεων που συχνά διαψεύδονται στην πράξη αμέσως μετά. Σε κάθε περίπτωση, συχνά παρατηρείται ενόψει εκλογών μια αδράνεια και απροθυμία ή αδυναμία προώθησης των απαραίτητων μέτρων οικονομικής πολιτικής. Αν όμως μια τέτοια πρακτική ήταν επιβλαβής (έστω και μερικώς εξηγήσιμη) στο παρελθόν, η σχετική αδράνεια θα είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη ενόσω ακόμη διανύουμε κρίση. Αφενός η αδράνεια απομακρύνει την έναρξη της ανάπτυξης, με αποτέλεσμα την επιπλέον επιβάρυνση της ανεργίας αλλά και την περαιτέρω φθορά επιχειρήσεων που πλέον μπορούν και επιβιώνουν μόνο οριακά. Αφετέρου δυσχεραίνει τη συνεννόηση με τους εταίρους και τη δρομολόγηση μελλοντικών λύσεων.

Συνολικά, ενώ έχει επιτευχθεί τεράστια προσαρμογή της Ελληνικής οικονομίας, που σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να υποτιμάται, η οικονομική πολιτική κατά τη διάρκεια της κρίσης δεν έχει επιτύχει να επενδυθεί με την απαραίτητη αξιοπιστία, ούτε έχει πάντα επιδείξει αίσθηση «ιδιοκτησίας», σαφήνεια και αποτελεσματικότητα. Ως αποτέλεσμα, η ύφεση έχει υπάρξει πολύ μεγαλύτερη και η ανεργία πολύ υψηλότερη από τα επίπεδα προσαρμογής που θα ήταν απαραίτητα. Δεν θα πρέπει ίσως να ξεχνάμε ότι τα οικονομικά φαινόμενα και διαδικασίες διαφέρουν από την απλή αριθμητική, τουλάχιστον κατά το ότι οι επιλογές όλων των συμμετεχόντων εξαρτώνται αποφασιστικά από τις μελλοντικές προσδοκίες που δημιουργούνται. Ο ρόλος της οικονομικής πολιτικής είναι κυρίως να δημιουργήσει κλίμα εμπιστοσύνης και όρους αξιοπιστίας. Μικρή σημασία έχει, για παράδειγμα μια οριακή και πρόσκαιρη αύξηση των τρεχόντων φορολογικών εσόδων, σε σύγκριση με τη θέση σε ισχύ ενός σταθερού και απλού φορολογικού συστήματος που θα ισχύει στο προβλέψιμο μέλλον.  Παρομοίως, σχετικά μικρή σημασία έχει μια μείωση μιας τρέχουσας δημόσιας δαπάνης, ακόμη και αν αυτή δεν είναι απαραίτητη, σε σύγκριση με την εμπέδωση διαδικασιών που συστηματικά θα αποτρέπουν τέτοιες δαπάνες στο μέλλον. Γενικότερα, δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία η νομοθέτηση μέτρων, όσο η δημιουργία ενός περιβάλλοντος όπου αυτά τα μέτρα πράγματι θα εφαρμοσθούν και δεν θα ανατραπούν με την πρώτη ευκαιρία.

Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι εκκινώντας από το σημερινό σημείο σταθεροποίησης, το κύριο ζητούμενο είναι να κινηθεί η οικονομική πολιτική με αποφασιστικά βήματα προς την αύξηση της αξιοπιστίας της, που εντέλει είναι και ο κύριος παράγοντας της αποτελεσματικότητας της. Παρά τις προσπάθειες και το ιδιαίτερα υψηλό κόστος, η ισορροπία που έχει επιτευχθεί είναι ακόμη εύθραυστη και δεν μπορεί να αποκλεισθεί περίπτωση υποτροπής. Επίσης, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η δημιουργία και η έκφραση ευρύτερων πολιτικών και κοινωνικών συναινέσεων με όρους ειλικρίνειας θα λειτουργούσε καταλυτικά, αυξάνοντας την αξιοπιστία και μειώνοντας κάθε είδους μελλοντικής αβεβαιότητας και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό της χώρας. Θα ήταν μάλιστα ιδιαίτερα κρίσιμο να παρατηρήσουμε ότι ένας λόγος για τον οποίο σε άλλες χώρες σε κρίση η ανάπτυξη επέστρεψε νωρίτερα από ότι στην ελληνική περίπτωση ήταν ότι έγινε έγκαιρα εφικτή και σε μεγαλύτερο βαθμό μια ρητή ή άρρητη συνεννόηση ανάμεσα σε διαφορετικούς πολιτικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς παράγοντες.

Όμως, όπως είναι σαφές και από όσα εκτέθηκαν παραπάνω, η επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης δεν είναι δυνατό να γίνει με επιστροφή στο οικονομικό υπόδειγμα που ίσχυε πριν την κρίση. Ο βιώσιμος δρόμος για την ανάπτυξη υποχρεωτικά διέρχεται από την ουσιαστική αλλαγή του τρόπου λειτουργίας της οικονομίας σε σχέση με το παρελθόν. Το νέο αυτό «αναπτυξιακό πρότυπο» που απαιτείται, έχει μελετηθεί και από το ΙΟΒΕ για λογαριασμό της Πολιτείας. Στη μελέτη, που ελπίζεται ότι θα συμβάλει στην ευρύτερη αναπτυξιακή προσπάθεια, περιγράφεται η αύξηση της συμμετοχής των εξαγωγών και των επενδύσεων στο εθνικό προϊόν. Προτείνεται ο προσανατολισμός προς την  παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών υψηλής ποιότητας και γενικότερα προς δραστηριότητες που στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας έχουν υψηλή προστιθέμενη αξία. Υπογραμμίζεται επίσης  η αύξηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μέσω νέων επενδύσεων. Εξετάζονται επίσης οι κύριες περιοχές οικονομικής δραστηριότητας οι οποίες αναμένεται να προωθήσουν την ανάπτυξη, όπως και οι προτεινόμενες κλαδικές παρεμβάσεις σε αυτές, ώστε οι κύριες ευκαιρίες που θα εμφανιστούν σε αυτές να αξιοποιηθούν χωρίς καθυστέρηση. Παρουσιάζονται, τέλος, οι απαραίτητες διαρθρωτικές παρεμβάσεις καθώς, φυσικά, το κύριο ζητούμενο είναι η αλλαγή των κανόνων στο σύνολο της οικονομίας.

Υπό τους όρους αυτούς  η Ελληνική οικονομία μπορεί σταδιακά αλλά αποφασιστικά να εξέλθει από την ύφεση, κινούμενη σε θετική ανάπτυξη ακόμη και από το 2014. Η ελληνική οικονομία έχει πράγματι τη δυνατότητα να επιτύχει σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης στα επόμενα χρόνια, προκειμένου να επανακτηθούν σε σημαντικό βαθμό τα απολεσθέντα επίπεδα εισοδήματος και να τεθεί σε μια διατηρήσιμη τροχιά πραγματικής σύγκλισης με τους εταίρους στην Ευρωζώνη.