Η συνεισφορά της Ελληνικής Φαρμακευτικής Βιομηχανίας στην επίτευξη των στόχων της αναπτυξιακής προοπτικής της εθνικής οικονομίας

Από  την έκθεση του ΙΟΒΕ:

Προφίλ της Ελληνικής Φαρμακευτικής Βιομηχανίας
Η ελληνική φαρμακοβιομηχανία εκπροσωπείται θεσμικά από την Πανελλήνια Ένωση
Φαρμακοβιομηχανίας, με μερίδιο στην αγορά φαρμάκου περίπου στο 18%. Σήμερα η ΠΕΦ
απαριθμεί 39 μέλη και διαθέτει 21 εργοστάσια παραγωγής, εκ των οποίων τα 6 που
δημιουργήθηκαν τα τελευταία τρία χρόνια έχουν εξαγωγικό προσανατολισμό. Οι εταιρίες-
μέλη του κλάδου απασχολούν περισσότερους από 8.500 εργαζόμενους, μέγεθος που
αποτελεί περίπου το 50% της συνολικής απασχόλησης στον φαρμακευτικό κλάδο. Το
επίπεδο κατάρτισης και εξειδίκευσης του επιστημονικού δυναμικού της ελληνικής
φαρμακοβιομηχανίας είναι ιδιαίτερα υψηλό, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργηθεί
μια αξιόλογη υποδομή υψηλής στάθμης αποτελούμενη από κορυφαίους Έλληνες
επιστήμονες (800 περίπου). Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι την τριετία 2006-
2009 δημιουργήθηκαν 1.200 νέες θέσεις εργασίας.

Οι ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες αναπτύσσουν τεχνογνωσία και παράγουν επώνυμα
ελληνικά φάρμακα, κυρίως ουσιωδώς όμοια (γενόσημα) με εμπορική ονομασία (brandedgenerics),
αλλά και πρωτότυπα. Η παραγωγή των φαρμάκων που γίνεται στα εργοστάσια
στην Ελλάδα, ελέγχονται ποιοτικά από τον Ελληνικό Οργανισμό Φαρμάκων (ΕΟΦ), τον
ευρωπαϊκό European Medicines Agency (ΕΜΑ) και τον αμερικανικό Food and Drud
Administration (FDA). Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια των παραγόμενων φαρμάκων
διασφαλίζεται από το συστηματικό έλεγχό τους σε πιστοποιημένα εργαστήρια ποιοτικού
ελέγχου, εφαρμόζοντας τα πρότυπα της διασφάλισης ποιότητας (QA) και τους κανόνες
ορθής βιομηχανικής παραγωγής (GMP). Την τελευταία δεκαετία, οι ελληνικές
φαρμακοβιομηχανίες έχουν πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις σε τεχνολογικό
εξοπλισμό υψηλής τεχνολογίας και σε συστήματα ελέγχου της ποιότητας της παραγωγικής
διαδικασίας με αποτέλεσμα την ανταγωνιστική παρουσία τους, τόσο στην εγχώρια αγορά
όσο και στις αγορές του εξωτερικού. Ειδικότερα για το διάστημα 2006-2009, δαπανήθηκαν
περίπου 300 εκατ. ευρώ για παραγωγικές επενδύσεις, ενώ την διετία 2010-2011 περίπου
55 εκατ. ευρώ. Το γεγονός αυτό αντανακλάται σε μία δυναμική εξαγωγική δραστηριότητα
σε περισσότερες από 60 χώρες, συμπεριλαμβανομένων των χωρών της Ε.Ε, των Η.Π.Α. ,του
Καναδά, της Αυστραλίας, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων κ.α.
Οι Αναπτυξιακές Προοπτικές της ελληνικής Φαρμακευτικής Βιομηχανίας

Πίνακας 4.1 Συγκεντρωτικά στοιχεία με βάση τους ισολογισμούς των εταιρειών-
μελών ΠΕΦ
2007
(36 εταιρίες)
2008
(37 εταιρίες)
2009
(36 εταιρίες)
2010
(33 εταιρίες)
2011
( 31 εταιρίες)
Γενικό Σύνολο
Ενεργητικού
1.151.097.581 1.414.323.580 1.651.579.271 1.437.241.590 1.284.531.060
Ίδια κεφάλαια 289.328.780 398.726.552 382.059.314 338.873.915 357.785.170
Μακροπρόθεσμες
Υποχρεώσεις
140.602.736 171.307.365 206.552.158 182.549.039 175.788.729
Βραχυπρόθεσμες
Υποχρεώσεις
721.166.065 844.289.663 1.062.967.799 915.818.635 750.957.162
ΣΥΝΟΛΟ
ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ
861.768.800 1.015.597.028 1.269.519.957 1.098.367.674 926.745.890
Αποθέματα 298.597.567 355.886.019 409.916.344 285.946.755 286.759.924
Απαιτήσεις 534.242.679 673.128.949 818.982.579 590.508.932 457.295.632
Ταμείο 3.167.142 6.155.780 5.637.830 2.507.185 4.168.256
ΣΥΝΟΛΟ ΔΙΑΘΕΣΙΜΩΝ 54.983.808 64.310.714 83.648.228 65.985.311 77.295.253
ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ 547.244.229 683.264.313 837.938.248 762.275.673 589.363.217
Χρεόγραφα 5.329.359 4.144.106 12.648.032 169.517.311 124.066.876
ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ
ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ
900.825.604 1.103.461.046 1.331.502.820 1.114.207.738 953.418.394
Κύκλος εργασιών
(πωλήσεις)
1.184.648.522 1.338.066.508 1.475.752.851 1.237.097.826 1.194.440.200
Κόστος πωλήσεων 831.972.211 916.744.406 1.022.153.722 890.311.139 815.194.391
ΜΙΚΤΑ ΚΕΡΔΗ 352.676.311 421.322.102 453.599.129 346.786.687 379.245.810
Μικτά αποτελέσματα
εκμεταλλεύσεως
352.676.311 421.322.102 453.599.129 346.786.687 379.245.810
Καθαρά
αποτελέσματα
(κέρδη ή ζημιές)
χρήσεως προ φόρων
115.573.851 113.533.905 122.490.842 14.742.528 54.010.998
Πηγή: Hellastat, Επεξεργασία στοιχείων ΙΟΒΕ
Με βάση τα στοιχεία αυτά ο κύκλος εργασιών των εταιριών-μελών της ΠΕΦ έφτασε τα
€1,194 δισ. για το 2011 (€1,237 δισ. ήταν το 2010).Οι ετήσιες εξαγωγές ανέρχονται σε €275
εκατ. για το 2011 (€310 εκατ. ήταν το 2010 και €290 εκατ. το 2009). Στον τομέα της Έρευνας
και Ανάπτυξης (R&D) αρκετές είναι οι ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες που αναπτύσσουν
καινοτομίες, κατοχυρώνουν ευρεσιτεχνίες, επενδύουν στην έρευνα και συμμετέχουν
ενεργά σε ερευνητικά προγράμματα. Σήμερα βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη 82 ερευνητικά
προγράμματα σε συνεργασία με ελληνικά πανεπιστήμια αλλά και ευρωπαϊκά ερευνητικά
κέντρα.
Τέλος θα πρέπει να αναφερθεί ότι το 2011 οι εταιρείες κατέβαλαν €66, 6 εκατ. για ΦΠΑ,
€74,6 εκατ. για φόρους, €45,8 εκατ. για εργοδοτικές εισφορές και €3,8 εκατ. για κόστος
παραβόλων ΕΟΦ. (Τα αντίστοιχα μεγέθη για το 2010 είχαν ως εξής: €87,3 εκατ. για ΦΠΑ,
€90 εκατ. για φόρους, €65,8 εκατ. για εργοδοτικές εισφορές και €6,2 εκατ. για κόστος
παραβόλων ΕΟΦ).

Οι Αναπτυξιακές Προοπτικές της ελληνικής Φαρμακευτικής Βιομηχανίας

4.2 Συνεισφορά της ελληνικής φαρμακευτικής βιομηχανίας στην ανάπτυξη της χώρας
Το παρόν κεφάλαιο αναδεικνύει τη σημασία του φαρμακευτικού κλάδου σε σύγκριση με
τους υπόλοιπους μεταποιητικούς κλάδους ως προς τη συμβολή του στην ακαθάριστη
προστιθέμενη αξία παραγωγής, στη βιομηχανική παραγωγή, στην απασχόληση, στο
εξωτερικό εμπόριο, στην καινοτομία και στη διεθνή ανταγωνιστικότητα.
Επίσης, αξιολογείται ο εν λόγω κλάδος μεταποιητικής δραστηριότητας, με αρκετά –
διαφορετικά μεταξύ τους – κριτήρια ανταγωνιστικότητας, σε σύγκριση με τους υπόλοιπους
μεταποιητικούς κλάδους. Σε αυτά τα κριτήρια περιλαμβάνεται ο δείκτης Ισοζυγίου, ο
δείκτης Balassa και η Μήτρα Ανταγωνιστικότητας (BCG Matrix), ως προς τις διάφορες
παραμέτρους που υπεισέρχονται σε αυτή, ούτως ώστε να αναδειχθούν εκείνες οι
δραστηριότητες και τα προϊόντα με συγκριτικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα και σταθερή
δυναμική διείσδυσης στις διεθνείς αγορές. Στην ανάλυση ανταγωνιστικότητας και
προοπτικών αξιοποιείται και ο δείκτης Hausmann-Rodrik που μετρά την παραγωγικότητα
που σχετίζεται με τις μεταποιητικές εξαγωγικές επιδόσεις, προκειμένου να αξιολογηθεί η
διάχυση των ωφελειών στην οικονομία από την επένδυση σε κλάδους παραγωγής με
ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και αναπτυξιακές προοπτικές.
Σκοπός της ανάλυσης είναι, συνεκτιμώντας όλα τα βασικά δεδομένα της παραγωγικής
λειτουργίας του φαρμακευτικού κλάδου, να αναδειχθούν τα συγκριτικά αναπτυξιακά
πλεονεκτήματά του, εστιάζοντας κυρίως στον ανερχόμενο εξαγωγικό προσανατολισμό και
στη συνεχώς διευρυνόμενη θέση του κλάδου στις διεθνείς αγορές. Κατόπιν, αποτιμάται η
σημασία της ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής σε όρους ΑΕΠ, απασχόλησης και
ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής οικονομίας, τόσο άμεσα στη φαρμακευτική βιομηχανία,
όσο και έμμεσα στους κλάδους – κύριους προμηθευτές με τη χρήση ενός υποδείγματος
εισροών – εκροών.
4.2.1 Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία του Κλάδου
Ο Κλάδος Παραγωγής Φαρμάκων είναι από τους πλέον δυναμικούς της Ελληνικής
οικονομίας και ένας από τους ελάχιστους που σε περίοδο κρίσης βελτιώνει τα μεγέθη του
και πραγματοποιεί παραγωγικές επενδύσεις. Από στατιστική άποψη, ο κλάδος παραγωγής
φαρμάκων εντάσσεται στον τομέα της Μεταποίησης και σύμφωνα με τη Στατιστική
Ταξινόμηση Οικονομικών Δραστηριοτήτων ΣΤΑΚΟΔ 08 (NACE Rev. 2) αποτυπώνεται στον
διψήφιο κλάδο «21. Παραγωγή βασικών φαρμακευτικών προϊόντων και φαρμακευτικών
σκευασμάτων». Στην ανάλυση που ακολουθεί χρησιμοποιήθηκαν όλα τα διαθέσιμα
στοιχεία για τον εν λόγω κλάδο για την Ελλάδα και άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για
Οι Αναπτυξιακές Προοπτικές της ελληνικής Φαρμακευτικής Βιομηχανίας

τη χρονική περίοδο 2000-2010, προκειμένου να γίνει μια συγκριτική αποτύπωση σε σχέση
με άλλες χώρες. Επίσης, παρουσιάζονται συγκριτικά μεγέθη για τις υποπεριόδους 2000-
2007 και 2008-2010 ώστε να γίνουν εμφανείς οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης.
Διάγραμμα 4.1: Συμμετοχή (%) του κλάδου Παραγωγής Φαρμάκων στο Σύνολο της
Μεταποίησης (ΑΠΑ – σταθ. τιμές 2005), 2000 έναντι 2010 σε χώρες της ΕΕ
Πηγή: Eurostat
Σε όρους Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας, ο Κλάδος Παραγωγής Φαρμάκων στην Ελλάδα
αποτελεί το 9,6% του συνόλου του μεταποιητικού τομέα για το 2010, ένα από τα
υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη, μετά τη Σλοβενία (12,7%) και τη Δανία (10,4%).
Μάλιστα, την περίοδο 2000-2010, ο κλάδος αύξησε το ποσοστό συμμετοχής του στη
μεταποιητική παραγωγή στην Ελλάδα κατά περίπου 7 εκατοστιαίες μονάδες (από 2,7% το
2000 σε 9,6% το 2010), καταγράφοντας τη μεγαλύτερη αύξηση μεταξύ των ευρωπαϊκών
χωρών για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία (Διάγραμμα 4.1).
Η αύξηση της συμβολής του φαρμακευτικού κλάδου στη παραγωγή του μεταποιητικού
τομέα συντελέστηκε κυρίως την περίοδο μετά το 2008, σχεδόν διπλασιάζοντας τα ποσοστά
του. Λαμβάνοντας το μέσο όρο της περιόδου 2000-2010, ο κλάδος παραγωγής φαρμάκου
αποτελεί το 4,9% της συνολικής μεταποιητικής παραγωγής, υψηλότερα από το αντίστοιχο
μέσο όρο της ΕΕ-27 και της ΕΖ (Διάγραμμα 4.2).

Διάγραμμα 4.2: Ποσοστό Συμμετοχής του Κλάδου Παραγωγής Φαρμάκων στο Σύνολο του
Τομέα της Μεταποίησης – Μέσος όρος 2000-2010
*2001-2010 **2000-2009
Πηγή: Eurostat
Ακόμα και σε όρους συνολικής παραγωγής, ο φαρμακευτικός κλάδος στην Ελλάδα
κατέγραψε τη δεύτερη μεγαλύτερη αύξηση στη συμμετοχή του στη συνολική Ακαθάριστη
Προτιθέμενη Αξία, αυξάνοντας το ποσοστό συμβολής του ΑΕΠ κατά 0,56 εκατοστιαίες
μονάδες την περίοδο 2000-2010 (από 0,3% το 2000 σε 0,8% το 2010, Διάγραμμα 4.3).
Οι Αναπτυξιακές Προοπτικές της ελληνικής Φαρμακευτικής Βιομηχανίας
46
Διάγραμμα 4.3: Συμμετοχή του Κλάδου Παραγωγής Φαρμάκων στο σύνολο της ΑΠΑ της
οικονομίας (σταθ. τιμές 2005), 2000 έναντι 2010 σε χώρες της ΕΕ
*2001-2010 **2000-2009
Πηγή: Eurostat
Ως εκ τούτου, η συμβολή του συγκεκριμένου κλάδου τόσο στη παραγωγή του
μεταποιητικού τομέα, όσο και στην παραγωγή της συνολικής ακαθάριστης προστιθέμενης
αξίας της οικονομίας παρουσιάζει μια σημαντική δυναμική στην Ελλάδα σε σύγκριση με τις
άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Μεταξύ των μεταποιητικών κλάδων στην Ελλάδα, ο κλάδος της Παραγωγής Βασικών
Φαρμακευτικών Προϊόντων & Φαρμακευτικών Σκευασμάτων παρουσιάζει την υψηλότερη
μέση ετήσια άνοδο (με 14%) στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία του παραγόμενου
προϊόντος την περίοδο 2000-2010. Η ανάπτυξη του κλάδου είναι ταχεία και στην τριετία
2008-2010 (+13,9% ετησίως), άνοδος που είναι η τρίτη υψηλότερη μεταξύ των διψήφιων
μεταποιητικών κλάδων (Διάγραμμα 4.4).
Συγκρίνοντας τις τάσεις μεταβολής με άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρατηρούμε
ότι ο Φαρμακευτικός Κλάδος στην Ελλάδα κατέγραψε τη μεγαλύτερη μέση ετήσια άνοδο
την περίοδο 2000-2010, υπερδιπλάσια από το μέσο όρο της ΕΕ-27 και της Ευρωζώνης,
ανήκοντας στις χώρες εκείνες που βελτίωσαν την επίδοσή τους στον εν λόγω κλάδο την
περίοδο 2008-2010 (σε σχέση με την περίοδο προ-κρίσης 2000-2007) (Διάγραμμα 4.5).

Σε ονοματικούς όρους, ο όγκος της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας του παραγόμενου
προϊόντος του κλάδου στην Ελλάδα υπερ-τριπλασιάστηκε μεταξύ 2000 και 2010, με
αποτέλεσμα να ανέλθει στα €1,5 δισ. (σε σταθερές τιμές 2005), καταγράφοντας
ταυτόχρονα σημαντικούς ετήσιους ρυθμούς ανάπτυξης στο σύνολο σχεδόν της
εξεταζόμενης περιόδου, ιδιαίτερα μετά το 2007

Συνολικά, ο κλάδος Παραγωγής Φαρμακευτικών Προϊόντων συμβάλει σημαντικά στην
ευρύτερη μεταποιητική παραγωγή της χώρας καταγράφοντας αξιοσημείωτη δυναμική τόσο
Οι Αναπτυξιακές Προοπτικές της ελληνικής Φαρμακευτικής Βιομηχανίας
σε σχέση με άλλους μεταποιητικούς κλάδους στην εγχώρια παραγωγή, όσο και με
αντίστοιχους κλάδους σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Δείκτης Βιομηχανικής Παραγωγής
Ο Δείκτης Βιομηχανικής Παραγωγής (ΔΒΠ) συμβάλλει στην εξέταση των τάσεων στον όγκο
παραγωγής ενός κλάδου, αποτυπώνοντας ουσιαστικά την εξέλιξη της προστιθέμενης αξίας
του κόστους των παραγωγικών συντελεστών σε σταθερές τιμές.
Σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο ΔΒΠ του κλάδου Παραγωγής
Φαρμακευτικών προϊόντων στην Ελλάδα παρουσιάζει τον υψηλότερο μέσο ετήσιο ρυθμό
ανόδου την περίοδο 2000-2011 (11,6%) σχεδόν τριπλάσιος του αντίστοιχου ρυθμού
μεταβολής για το μέσο όρο της ΕΕ-27 και της ΕΖ-17 (Διάγραμμα 4.7).
Η τάση αυτή οφείλεται κυρίως στην υψηλή απόδοση που παρατηρήθηκε την περίοδο 2000-
2007 (15,2%), παραμένοντας στην πρώτη θέση κατάταξης, ενώ η οικονομική ύφεση είχε ως
αποτέλεσμα τη σημαντική επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης (στο 6,4% την περίοδο 2008-
2011).

Αλλά και μεταξύ των μεταποιητικών κλάδων στην Ελλάδα, η Παραγωγή Βασικών
Φαρμακευτικών προϊόντων και σκευασμάτων εμφανίζει συγκριτικά πλεονεκτήματα έναντι
Οι Αναπτυξιακές Προοπτικές της ελληνικής Φαρμακευτικής Βιομηχανίας

των υπόλοιπων κλάδων, καθώς εμφανίζει την ταχύτερη διεύρυνση της παραγωγής της την
περίοδο από το 2000 έως και το 2011

 

Απασχόληση
Η εξέλιξη της απασχόλησης στον κλάδο Παραγωγής Βασικών Φαρμακευτικών Προϊόντων &
Φαρμακευτικών Σκευασμάτων στην Ελλάδα ενδιαφέρει ως δείκτης τόσο σε σύγκριση με
άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσο και σε σχέση με άλλους εγχώριους
μεταποιητικούς κλάδους. Η ανάλυση των στοιχείων αφορά την περίοδο 2000-2007 και
2008-2011, προκειμένου να εξεταστούν οι πιθανές συνέπειες της κρίσης σε όρους
απασχόλησης9.
Συγκρίνοντας τα διαθέσιμα στοιχεία απασχόλησης για τον φαρμακευτικό κλάδο μεταξύ
διαφόρων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκύπτει ότι στην Ελλάδα σημειώθηκε
σημαντική άνοδος των απασχολουμένων στον κλάδο την περίοδο 2000-2007 (Διάγραμμα
4.9Α). Είναι ενδεικτικό μάλιστα ότι στη διάρκεια του 2007 η απασχόληση στον κλάδο
καταγράφει την υψηλότερη επίδοσή της (17,2 χιλ) σύμφωνα με στοιχεία της Έρευνας
Εργατικού Δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ.

Ωστόσο, η τάση αυτή αντιστρέφεται την περίοδο 2008-2011 καθώς καταγράφεται πτώση με
μέσο ετήσιο ρυθμό κατά -3% (Διάγραμμα 4.9Β) ως αποτέλεσμα της επιβράδυνσης της
παραγωγικής δραστηριότητας.
Όσον αφορά στο μερίδιο της απασχόλησης του φαρμακευτικού κλάδου στην Ελλάδα ως
προς το σύνολο της Μεταποίησης διαμορφώνεται το 2011 στο 3,3%, επίπεδο αντίστοιχο
σχεδόν με εκείνο στο Ηνωμένο Βασίλειο και στη Γαλλία ελαφρώς υψηλότερο τόσο σε σχέση
με την ΕΕ-27 όσο και με το μέσο όρο της Ευρωζώνης

 

Αντίστοιχα, στην εγχώρια Μεταποίηση ο κλάδος της Παραγωγής Φαρμακευτικών
προϊόντων κατέχει το 9ο υψηλότερο μερίδιο το 2011 (3,3% του συνόλου των
απασχολούμενων στον τομέα). Επίσης το μερίδιο αυτό εμφανίζει άνοδο σε σχέση με το
2006 (2,8%) γεγονός που ερμηνεύεται από την υποχώρηση της απασχόλησης στο σύνολο
της Μεταποίησης με διπλάσιο ρυθμό σε σχέση με εκείνο στον κλάδο της
Φαρμακοβιομηχανίας (-6% έναντι -3% αντίστοιχα τη χρονική περίοδο 2006-2011).

 

Δείκτης Τιμών Παραγωγού – Δείκτης Τιμών Εισαγωγών
Ο Δείκτης Τιμών Παραγωγού (ΔΤΠ) στον μεταποιητικό τομέα και στους υποκλάδους που
περιλαμβάνονται σε αυτόν, παρακολουθεί τις μεταβολές των τιμών των παραγόμενων
προϊόντων του κάθε κλάδου στη πρώτη συναλλαγή τους, αμέσως μετά την παραγωγή τους.
Αναλυτικότερα, ο ΔΤΠ κάθε μεταποιητικού κλάδου αποτελείται από δυο βασικούς
υποδείκτες, αυτούς της εγχώριας και της εξωτερικής αγοράς, με τον τελευταίο να
αναλύεται περαιτέρω σε υποδείκτη για το σύνολο των χωρών της Ευρωζώνης και σε

εκείνον για τις υπόλοιπες χώρες10. Αντίστοιχα, ο Δείκτης Τιμών Εισαγωγών (ΔΤΕ) στους
μεταποιητικούς κλάδους παρακολουθεί την εξέλιξη των τιμών των προϊόντων που
εισάγονται από εγχώριες επιχειρήσεις και μονάδες, ανεξαρτήτως κλάδου
δραστηριοποίησης αυτών.
Ένα εισαγόμενο προϊόν μπορεί να ζητείται για άμεση μεταπώληση στους τελικούς
καταναλωτές-χρήστες, χωρίς να χρειάζεται να υποστεί περαιτέρω επεξεργασία.
Ενδεχομένως όμως και να αποτελεί μια από τις πρώτες ύλες ή τον κεφαλαιουχικό
εξοπλισμό για την παραγωγή ενός άλλου προϊόντος, και συνεπώς δεν αποκλείεται ο
μετασχηματισμός του προκειμένου να ενσωματωθεί στο προϊόν για την κατασκευή του
οποίου χρησιμοποιείται. Όπως και στην περίπτωση του ΔΤΠ, ο ΔΤΕ κάθε μεταποιητικού
κλάδου συγκροτείται από δυο επιμέρους δείκτες, αυτόν για προϊόντα που προέρχονται από
την Ευρωζώνη και εκείνο για όσα προϊόντα έχουν προέλευση από άλλες χώρες11.
Από την εξέταση των μεταβολών στο ΔΤΠ μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα για την
ανταγωνιστική θέση των ελληνικών προϊόντων. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση πρέπει να
λαμβάνονται υπόψη και άλλες παράμετροι αυτών των αγορών. Έτσι, στην εσωτερική
αγορά, πρέπει να συνεξετάζεται για κάθε κλάδο της μεταποίησης η πορεία του ΔΤΕ, καθώς
σε όσους εξ’ αυτών τα εισαγόμενα προϊόντα κατέχουν υψηλό ή ακόμα και το μεγαλύτερο
μερίδιο επί των πωλήσεων, είναι πιθανό οι τιμές των παραγόμενων στην Ελλάδα ομογενών
προϊόντων να επηρεάζονται ή/και να ακολουθούν την τάση των διεθνών τιμών, που
επηρεάζουν το επίπεδο τιμών των εγχώρια παραγόμενων προϊόντων μέσω των
ανταγωνιστικών εισαγωγών. Αντιστοίχως, στις εκτός Ελλάδας αγορές, πρέπει να
συνεκτιμάται η δυναμική των τιμών για τα ίδια προϊόντα που έχει διαμορφωθεί στις χώρες
της ΕΕ-27, αφού τα προϊόντα τους αποτελούν τους βασικούς ανταγωνιστές των ελληνικών
10 Ειδικότερα, σε ότι αφορά την τιμοληψία για τον υπολογισμό του ΔΤΠ για τα προϊόντα με προορισμό την
ελληνική αγορά, συλλέγονται τιμές πώλησης στην πόρτα του εργοστασίου (ex-factory), συμπεριλαμβανομένων
των δασμών και των φόρων που επιβάλλονται σε αυτά, εξαιρουμένων του ΦΠΑ και λοιπών εκπιπτόντων φόρων,
οι οποίοι συνδέονται με τον κύκλο εργασιών. Για τις τιμές των προϊόντων που διατίθενται στην εξωτερική
αγορά, λαμβάνονται υπόψη τιμές Free On Board (FOB), δηλαδή η τιμή του πωλητή για το εμπόρευμα μέχρι την
είσοδο του πλοίου. Συνεπώς, δεν ενσωματώνονται σε αυτή τα κόστη μεταφοράς, ασφάλισης κ.α., μέχρι την
άφιξη του εμπορεύματος στον τελικό προορισμό του, τα οποία θεωρείται βαραίνουν τον αγοραστή.
11 Η τιμοληψία για τον υπολογισμό του δείκτη γίνεται σε επιχειρήσεις και μονάδες οι οποίες
δραστηριοποιούνται στην εισαγωγή βιομηχανικών προϊόντων. ΟΙ συλλεγόμενες τιμές είναι κυρίως οι
αποκαλούμενες τιμές ‘Cost, Insurance, Freight’ (CIF), που σημαίνει ότι περιλαμβάνονται σε αυτές το κόστος
μεταφοράς (ναύλος), και της ασφάλισης των προϊόντων που πρέπει να καταβάλλει η εισαγωγική επιχείρηση για
την εισαγωγή τους. Οι τιμές CIF δεν ενσωματώνουν τους δασμούς και τους φόρους που καλούνται να
καταβάλουν σε κάθε εισαγωγική συναλλαγή οι εισαγωγικές επιχειρήσεις. Επίσης, οι χρησιμοποιούμενες τιμές
συμπεριλαμβάνουν εκπτώσεις που συνήθως χρησιμοποιούνται κατά την αγορά προϊόντων από το εξωτερικό και
δεν είναι οι τιμές τιμοκαταλόγου. Όταν οι συλλεγόμενες τιμές είναι σε νόμισμα εκτός Ευρώ, μετατρέπονται σε
αυτό μέσω της σχέσης ισοτιμίας του Ευρώ με το άλλο νόμισμα, σύμφωνα με τις μέσες μηνιαίες τιμές fixing της
Τράπεζας της Ελλάδος.
.
Για τους παραπάνω λόγους, στην ανάλυση που ακολουθεί η εξέλιξη των βασικών
υποδεικτών του εγχώριου ΔΤΠ (εσωτερικής και εξωτερικής αγοράς) για τον φαρμακευτικό
κλάδο, αντιπαραβάλλεται με εκείνη των δεικτών που αναφέρονται παραπάνω, ως
δυνητικοί παράγοντες επηρεασμού και διαμόρφωσης καθενός από αυτούς.
Αρχικά, συγκρίνουμε τον ΔΤΠ Εσωτερικής Αγοράς με τον ΔΤΠ Εξωτερικής Αγοράς του
κλάδου Παραγωγής Βασικών Φαρμακευτικών Προϊόντων & Φαρμακευτικών Σκευασμάτων
στην Ελλάδα. Παρατηρούμε ότι ο ΔΤΠ Εξωτερικής Αγοράς ακολουθεί μια ελαφρά ανοδική
πορεία από το 2008 και μετά, καταγράφοντας μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 0,6% την τριετία
2008-2011, όταν την περίοδο προ-κρίσης 2000-2007 ο σχετικός δείκτης κατέγραφε πτωτική
τάση με μέσο ετήσιο ρυθμό 0,5%.
Αντίθετα, στην εσωτερική αγορά παρατηρούμε ότι ο εν λόγω δείκτης σημειώνει μεγάλη
πτώση την τελευταία περίοδο, με μέσο ετήσιο ρυθμό 5,4% (την περίοδο 2008-2011), έναντι
αύξησης κατά 0,4% κατά μέσο ετήσιο όρο την περίοδο 2000-2007 (Διάγραμμα 4.13). Η
αντιστροφή των τάσεων δείχνει ουσιαστικά την επίπτωση της εσωτερικής υποτίμησης που
έχει συντελεστεί τα τελευταία χρόνια στον κλάδο φαρμάκου στην Ελλάδα, αποτυπώνοντας
την αρνητική επίπτωση της συρρίκνωσης της εγχώριας ζήτησης στο επίπεδο τιμών.
Παράλληλα όμως, η αυξητική τάση (έστω και οριακή) των τιμών παραγωγού στην
εξωτερική αγορά για τα προϊόντα του ελληνικού φαρμακευτικού κλάδου μπορεί να
αποτελέσει μια ένδειξη της αυξητικής τάσης της εξωτερικής ζήτησης, παρέχοντας κίνητρα
για ενίσχυση του εξαγωγικού προσανατολισμού του κλάδου.

 

Σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η Ελλάδα ανήκει στην κατηγορία όπου ο ΔΤΠ
Εξωτερικής Αγοράς (που αποτελεί μια προσεγγιστική ένδειξη της εξωτερικής ζήτησης)
κατέγραψε θετικό μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής την περίοδο 2008-2011, όταν ο μέσος
όρος των χωρών της ΕΕ-27 και ΕΖ-17 σημείωσε αρνητικό πρόσημο (-1,4% και -1,5% κατά
μέσο όρο ετησίως, αντίστοιχα).

 

Το γεγονός αυτό υποδεικνύει ότι τα προϊόντα του ελληνικού φαρμακευτικού κλάδου
παρουσιάζουν σχετικά ανθεκτική ζήτηση σε αγορές του εξωτερικού (Διάγραμμα 4.14) ,
παρά τις επιδράσεις της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης και της μετέπειτα εγχώριας
δημοσιονομικής αστάθειας.
Στην εσωτερική αγορά, παρατηρούμε ότι ο κλάδος Παραγωγής Βασικών Φαρμακευτικών
Προϊόντων & Φαρμακευτικών Σκευασμάτων είναι εκείνος ο κλάδος της μεταποίησης με τον
μεγαλύτερο μέσο ετήσιο ρυθμό μείωσης μεταξύ των μεταποιητικών κλάδων στην Ελλάδα
την περίοδο 2000-2011 (κατά 1,1%, Διάγραμμα 4.15). Η πτώση αυτή επιδεινώθηκε
σημαντικά την περίοδο 2008-2011 (-5,4%), όταν την προηγούμενη περίοδο 2000-2007 ο
ΔΤΠ Εσωτερικής Αγοράς αυξήθηκε οριακά κατά 0,4% κατά μέσο όρο ετησίως.
Παραθέτοντας όμως συγκριτικά στοιχεία για τον Δείκτη Τιμών Εισαγωγών του υπό εξέταση
κλάδου, παρατηρούμε ότι αυτός αυξήθηκε με ρυθμό 0,9% κατά μέσο όρο σε ετήσια βάση
την περίοδο 2000-2011. Επιπρόσθετα, και στις δυο υποπεριόδους ο μέσος ετήσιος ρυθμός
μεταβολής του ΔΤΕ είναι υψηλότερος από τον αντίστοιχο ρυθμό του ΔΤΠ εσωτερικής
αγοράς (ΜΕΡΜ 2000-2007: +1,6%, ΜΕΡΜ 2008-2011: -0,3%).

 

Από τα παραπάνω επιβεβαιώνεται ότι οι εγχώριοι καταναλωτές εμφανίζουν ενισχυμένη
ζήτηση για εισαγόμενα προϊόντα του φαρμακευτικού κλάδου, διατηρώντας υψηλά τις τιμές
Οι Αναπτυξιακές Προοπτικές της ελληνικής Φαρμακευτικής Βιομηχανίας

εισαγωγών, ενώ αντίστοιχα η μείωση της ζήτησης για την εγχώρια παραγωγή συμπιέζει τις
τιμές του κλάδου στην εσωτερική αγορά. Συγκρίνοντας με άλλες ευρωπαϊκές χώρες για τις
οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία, παρατηρούμε ότι ίδια αντίστροφη τάση μεταξύ ΔΤΠ
Εσωτερικής Αγοράς και ΔΤΕ στον κλάδο παρατηρείται επίσης στην Ολλανδία και στη
Γερμανία