Οι συριζαίοι αντιμετωπίζουν το ψεύδος ως έκφανση (ηθικά ουδέτερο) της «αλάθητης» ιδεολογίας τους

Του Γεώργιου Δ. Παναγόπουλου

Η ειδοποιός διαφορά του Σύριζα από όλα τα άλλα (φυσικά αποτυχημένα) κυβερνητικά κόμματα είναι, κατά την ταπεινή μου αντίληψη, η ακόλουθη: Όλοι οι προηγούμενοι πολιτικοί ανέβηκαν στην εξουσία χρησιμοποιώντας ασύστολα ψεύδη, για να κυβερνήσουν στη συνέχεια αποκαλύπτοντας την σκληρή αλήθεια και εφαρμόζοντας την μέχρι πρό τινος κορυφή ατζέντα τους (κλασικό αλλ’ όχι μοναδικό παράδειγμα το παπανδρεϊκό δίπολο: Λεφτά υπάρχουν – Μνημόνιο). Αντιθέτως, ο Σύριζα ανήλθε ομοίως με ασύστολα ψεύδη στην εξουσία, για να συνεχίσει ωστόσο να ψεύδεται και μετά την αναρρίχησή της σε αυτήν.

 

Τούτο, με άλλα λόγια, σημαίνει ότι για τα άλλα κόμματα το ψέμα είναι μέσο, ενώ για τον Σύριζα αυτοσκοπός. Αυτό ασφαλώς και δεν σημαίνει ότι οι συριζαίοι (παλαιοί και νέοι, προεδρικοί και λαφαζανικοί, Βαρουφακικοί και Ζωικοί, και εί τι έτερον) είναι πιο ανήθικοι από τους προηγούμενους· κάθε άλλο. Σε τελική ανάλυση το ίδιο ανθρώπινοι, πολύ ανθρώπινοι, είναι και αυτοί, όπως και οι πλείστοι των υπολοίπων, σε ένα πλαίσιο που προσδιορίζεται κυριαρχικά από την αειθαλή ελληνική κουτοπονηριά και τον παρασιτισμό). Η διαφορά τους δεν εντοπίζεται στο ηθικό, ούτε στο ανθρωπολογικό επίπεδο, αλλά στο ιδεολογικό και πολιτισμικό: Οι Συριζαίοι ως μαρξιστές-λενινιστές (οι περισσότεροι, γιατί υπάρχουν και σταλινικοί!) έχουν εμποτισθεί από τα χρόνια της καφενόβιας σπουδής τους στην Ελλάδα ή το εξωτερικό, αλλά και την εν γένει παιδεία τους, από την εμμονική ιδέα της ιδεολογικής υπεροχής: Ως γνήσιοι, υποτίθεται, μαρξιστές κατέχουν το εργαλειακό αλάθητο «ανάγνωσης» και κατανόησης των νόμων της ιστορικής και κοινωνικής εξέλιξης· επομένως υπερέχουν όλων όσων αρνούνται να υποκλιθούν στην «επιστημονική» υπεροχή της μεθόδου τους παραμένοντας προσκολλημένοι σε ιδεαλιστικά σχήματα προεπιστημονικής κοπής.

Αποτέλεσμα: Αφ’ ενός, οι συριζαίοι δεν αντιμετωπίζουν το ψεύδος ως ηθικό φαινόμενο αλλά ως έκφανση(ηθικά ουδέτερο) της «αλάθητης» ιδεολογίας τους εφαρμοζόμενης στην πράξη σύμφωνα με κελεύσματα του «ιερατείου» τους. (Βέβαια, επειδή πρόκειται για γιαλαντζί μαρξιστές -λενινιστές, και σε κάθε περίπτωση για Έλληνες μιας εξόχως παρακμιακής εποχής, το τι συνιστά αυτό το ιερατείο ποικίλει κάθε φορά: δεν είναι πάντα ο Σύριζα ως γκρούπα εξαρχιώτικη, κοινοβουλευτικό κόμμα, κεντρική επιτροπή ή δεν ξέρω τι· μπορεί να είναι ο… Σύριζα Μαξίμου). Αφ’ ετέρου, για τους συριζαίους η αλήθεια ισοδυναμεί με παιδική ασθένεια. Και δεν εννοώ εδώ την αλήθεια, όπως την όρισαν οντολογικά οι φιλόσοφοι του Μεσαίωνα ως antequatio rei et intellectus βασιζόμενοι στον Αριστοτέλη ή χειραφετητικά, οι διαφωτιστές του 18ου αιώνα, η μεταφυσικά όπως την προσέγγισε ο Χέγκελ. Μιλώ εδώ για την «εμπειρική» σύλληψη της αλήθειας, που αποτελεί τη θεμέλιο του προσωπικού και συλλογικού βίου (οι αρχαίοι Σκεπτικοί μιλούσαν εδώ για «πρακτικό» κριτήριο αλήθειας). Για τον συριζαίο, αυτού του είδους η αλήθεια δεν έχει θέση στην πολιτική πρακτική του, ακριβώς επειδή οτιδήποτε «μυρίζει» παραδοσιακή ηθική αποσκορακίζεται από τον ορίζοντα των προσλαμβανουσών παραστάσεών του. Είπαμε, αυτό που μετρά είναι ιδεολογική και τακτικιστική παντοδυναμία τους.

Όσον αφορά τώρα την φιλοσοφική έννοια της αλήθειας η μάζα των καιροσκόπων δεν πολυσκοτίζεται (στο σημείο αυτό εξάλλου δεν πρωτοτυπεί, αφού, μετά τον νεοκαντιανό Κ. Τσάτσο και τον νεοουμανιστή Π. Κανελλόπουλο, ακόμα και η αστική τάξη βαρέθηκε να κυνηγά την χίμαιρα του φιλόσοφου-πολιτικού). Όμως για τους πιο «μορφωμένους» της συριζαϊκής φυλής, και όσους αναμηρυκάζουν τα φληναφήματά τους, η αλήθεια εξαϋλώνεται, καθώς η αναζήτηση νοήματος μεταφέρεται, κατά τις εισηγήσεις του Λ. Αλτουσέρ, στο πεδίο μιας «δομής άνευ υποκειμένου». Σύμφωνα με την δομική επανανάγνωση του Μαρξισμού από τον Αλτουσέρ, που φαίνεται ότι ενέπνευσε τους «παππούδες» του Σύριζα, η κοινωνική πραγματικότητα και η ιστορία γίνονται αντιληπτές ως ένα σύνολο δομών που δεν νοηματοδοτούνται από κάποιο υποκείμενο, μια αρχή ή μία μεταφυσική ουσία (όπως φρονούσε ο Χέγκελ). Τούτο σημαίνει ότι ο άνθρωπος δεν είναι ούτε επιτρέπεται να συλληφθεί ως «υποκείμενο» της ιστορίας· κάτι τέτοιο δεν μπορεί να ισχύσει ούτε καν στην περίπτωση που ορίσουμε το υποκείμενο ως την «ανθρώπινη φύση», όπως έδειξε να πρεσβεύει ο Μαρξ στα νεανικά γραπτά του. Έτσι αρθρώνεται ένας θεωρητικός (επιστημονικός) αντι-ανθρωπισμός, σύμφωνα με τον οποίο τα πραγματικά «υποκείμενα» του κοινωνικού γίγνεσθαι δεν είναι οι «προφάνειες» του «δεδομένου της απλοϊκής ανθρωπολογίας», δηλ. τα πραγματικά ανθρώπινα όντα, αλλά οι δομικές σχέσεις εντός των παραγωγικών σχέσεων, οι οποίες ακριβώς επειδή είναι «σχέσεις» δεν νοούνται εντός της κατηγορίας του «υποκειμένου».

Διόλου παράδοξο το αδιέξοδο στο οποίο καταλήγει η αλτουσερική εισήγηση: Αν η κοινωνία είναι μια δομή δίχως υποκείμενο, τότε και η «επιστήμη» είναι μια υπόθεση «δομής» δίχως υποκείμενο και η «αλήθεια» ένα αυτοαντιφατικό αιτούμενο. Διόλου παράδοξο το ότι ο Αλτουσέρ ισχυρίστηκε ότι ο «διαλεκτικός υλισμός» είναι μεν «επιστήμη», όμως δεν μας προσπορίζει το κριτήριο επαλήθευσης της επιστημονικότητάς του. Σε απλά ελληνικά: Είναι ένα πράγμα η επιστήμη, και ένα άλλο, εντελώς διαφορετικό, η αλήθεια· μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για την ύπαρξη του πρώτου, αλλά διόλου για την ύπαρξη του δευτέρου. Η ευκολότερη και καθόλου ανέντιμη διαφυγή από αυτόν τον πρόδηλο επιστημολογικό τραγέλαφο θα ήταν η άρνηση της «επιστημονικότητας» του διαλεκτικού υλισμού. Τότε όμως θα πήγαινε περίπατο το credo στις άγιες γραφές, οπότε κρίθηκε προτιμότερο να πάει περίπατο η διανοητική συνέπεια (τουλάχιστον οι μεσαιωνικοί φιλόσοφοι Ακινάτης και Όκκαμ υπήρξαν αμφότεροι λογικώς συνεπέστεροι στο αντίστοιχο ερώτημα για την «επιστημονικότητα» της θεολογίας, παρ’ ότι υιοθέτησαν εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις).

Αν όμως όλες αυτές τα θολά διανοήματα είναι σίγουρα «ψιλά γράμματα» για τους περισσότερους εξ αυτών, εν τούτοις το αδιέξοδο στο οποίο οδηγεί η αλτουσερική «γνωσιολογία» τους είναι οπωσδήποτε εμπειρικά γνωστό και οικείο: Στον αλτουσερικό μαρξισμό η θεωρία παίρνει de facto διαζύγιο από την πράξη, η «επιστημονική γνώση» γίνεται προνομιακό κτήμα μιας «διανοούμενης» ελίτ ερμητικά κλειστής και αποκομμένης από τις πραγματικές ανάγκες και προτεραιότητες της κοινωνίας. Σας φαίνεται ακόμη ακατανόητη ή δυσερμήνευτη η παντελής ανικανότητα αυτής της παρέας, που υποδύεται την ελληνική κυβέρνηση, να μοιράσει ακόμα και δυο γαϊδουριών άχυρο;

Όμως αν η αλήθεια είναι παιδική ασθένεια, που οι συριζαίοι άφησαν προ πολλού μαζί με τη ιλαρά ή τον κοκίτη και αν, από την άλλη μεριά, το ψεύδος είναι δομικό στοιχείο της συριζαϊκής ιδεολογίας, τούτο τηρουμένων των αναλογιών ισχύει και για τις άλλες εκφάνσεις του δημόσιου βίου: Γίνονται ένα σκέλεθρο του εαυτού τους, μια πραγματικότητα που αυτοαναιρείται, μια έννοια που αυτοδιαψεύδεται, ένα ύψιστο και εν ταυτώ μηδαμινό κατάθεμα: ένα «τίποτε» που είναι το «άπαν» όσο το επιδιώκουμε, και ένα «άπαν» που σμικρύνεται μέχρις εξαφανίσεως, όταν το αποκτήσουμε.

Για τον Σύριζα η Ελλάδα δεν είναι πατρίδα αλλά… αφορμή κάθεξης της εξουσίας ως αυτοσκοπού (ως προ το πρώτο σκέλος παρουσιάζονται συνεπής προς την μαρξιστική ορθοδοξία· ως προς το δεύτερο μάλλον απομακρύνονται κλίνοντας προς τις γραφειοκρατικές στρεβλώσεις της σοσιαλιστικής εξουσίας στην μετασταλινική ΕΣΣΔ). Η πολιτική δεν συμπεριλαμβάνει την τακτική αλλά ταυτίζεται με αυτήν. Θα έλεγα ότι με τον Σύριζα το Πολιτικό αποστραγγίζεται πλήρως από οποιαδήποτε μεταφυσική ικμάδα του, για να μείνει ως ξερό σκέλεθρο μόνον η ίντριγκα και η ατέρμονη μηχανορραφία. Η κυβερνητική λειτουργία δεν είναι διαρκής κοινωνική μέριμνα, αγρύπνια «ἐν ταῖς κοιναῖς τῶν πραγμάτων φροντίσι» (όπως θα έλεγε ο ιερός Χρυσόστομος)· τουναντίον, ταυτίζεται με μια φλύαρη απραξία, μια «μπουρδολογική νιρβάνα», που αίφνης μετασχηματίζεται σε μαιναδικό οίστρο καταστροφής, οσάκις οι μποτισάτβα πρέπει να προσφέρουν την οφειλομένη λατρεία τους στα φετίχ της ιδεολογίας. Θαρρείς ότι η πολιτική ζωή της χώρας είναι ένα διαρκές αριστερό συνέδριο με αιφνίδιες «μπούκες» για την εξάρθρωση του αστικού κράτους (ή εν πάση περιπτώσει ό, τι έχει απομείνει από αυτό). Εξ ου και ο απόλυτος έλεγχος πληρωμών και πιστώσεων μέσω του κλεισίματος των Τραπεζών και των κεφαλαιακών ελέγχων (πρωτοφανές σε ειρηνική περίοδο), το προσχεδιασμένο και εν πολλοίς χαιρέκακο σαμποτάζ της ιδιωτικής οικονομίας, η ομοίως προμελετημένη αλλοίωση της δημογραφικής σύνθεσης της χώρας μέσω της πολιτικής των ορθάνοικτων συνόρων, που με τόσο θράσος εφάρμοσε το ζεύγος Δρίτσας-Τασία και, last but not least, η ισοπέδωση της ήδη ιδεολογικά δηλητηριασμένης από τον μηδενισμό και δομικά χωλαίνουσας από τον πολιτικάντικο ντιλεταντισμό παιδείας μας.

 

Ας μην τρέφουμε, εξάλλου, αυταπάτες για τα περίφημο «αριστερό» ενδιαφέρον του Σύριζα για το «λαό», αυτή την τσιχλόφουσκα της μεταπολιτευτικής ρητορείας. Οι ηγήτορες του συριζαϊσμού δεν ενδιαφέρονται για το λαό. Ο Καϊάφας των Ευαγγελίων και ο Κρέων της Αντιγόνης σίγουρα ενδιαφέρονταν από μια άποψη περισσότερο για την κοινότητα της οποίας ηγούντο· γι’ αυτό και πάσχισαν να θανατώσουν το αθώο «εξιλαστήριο θύμα» για να διασώσουν την συνοχή της κοινότητας, όπως αυτοί την αντιλαμβάνονταν. Στην πραγματικότητα δεν γνώριζαν τι έκαναν -και αυτό το υπέδειξε ο ίδιος ο Ιησούς επί του Σταυρού. Όμως οι συριζαίοι γνωρίζουν πολύ καλά τι κάνουν -και βέβαια τι δεν κάνουν. Ούτε για την κοινωνική συνοχή ενδιαφέρονται (και όποιος διαφωνεί επειδή ό, τι είδε μέχρι τώρα δεν τον πείθει, ας αναμείνει τον χειρότερο Χειμώνα των τελευταίων δεκαετιών που πλησιάζει για να δει μόνον τις συνέπειες των κεφαλαιακών ελέγχων και τα 2000000 ανέργους …). Ούτε για την φτωχολογιά κόπτονται, ούτε για δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, αφού οι άνθρωποι σκοτώνουν κάθε ιδιωτική επένδυση με φονική μέθη ενώπιον της οποίας ωχριά ακόμη και ανθρωποθυσιαστική μανία των… Αζντέκων.

Ο κυβερνητικός Σύριζα πορεύεται προς τις εξπρές-εκλογές, που ο ίδιος τακτικιστικά προκάλεσε (τρίτη εκλογική διαδικασία μέσα σε λιγότερο από 8 μήνες, ενώ στη χώρα επικρέμαται η σπάθη της χρεωκοπίας και της κοινωνικής αποδιάρθρωσης!). Απέναντί του έχει κάποια από τα «κουρέλια» του, που άρχισαν να ξεφτίζουν μετά την κατάπτυστη αλλά αναπόδραστη μνημονιακή κυβίστηση, το δημοψήφισμα του Καραγκιόζη, αλλά και την πρόβλεψη των δεινών που επέρχονται· έχει ακόμα -αν εξαιρέσουμε το λιλιπούτειο Πασόκ, που δικαίως πληρώνει με την έστω καθυστερημένη εξαφάνισή του από τον πολιτικό χάρτη έναν παροιμιώδη αριβισμό τριών δεκαετιών- το ερειπωμένο κόμμα του σάπιου ελληνικού αστισμού, το οποίο δεν μπήκε καν στον κόπο να εκλέξει δημοκρατικά νέα ηγεσία, οπότε θα ζητήσει την ψήφο του ελληνικού λαού καθαρώς τυπικά (πρέπει να τηρηθούν τα προσχήματα) με έναν δοτό προσωρινό αρχηγό, σύμβολο και επιτομή ταυτόχρονα του ένοχου πολιτικού κατεστημένου της μεταπολίτευσης.

Έτσι η αρχηγική του ομάδα του Σύριζα Μαξίμου μοιάζει να ατενίζει με βεβαιότητα άτρωτου παίχτη τους απροετοίμαστους ή και ηθελημένα ηττοπαθείς αντιπάλους της. Η περίσταση μου θυμίζει τα εκπληκτικά στιγμιότυπα του «άτρωτου» Αχιλλέα που μας παρουσιάζει ο Όμηρος στο Υ και το Φ της Ιλιάδας: Ο αλαζονικός ήρωας, που ακατάβλητος έσπερνε τον τρόμο στους αντιπάλους του, βρέθηκε ξαφνικά σε παγίδα θανάτου όταν ο ποταμός Σκάμανδρος εξεμάνη εναντίον του μπουχτισμένος από τα φονικά· με τα ορμητικά νερά του θα τον σάρωνε, αν η Αθηνά και ο Ποσειδώνας δεν παρενέβαιναν σωστικά.

Ο Σκάμανδρος του κυβερνο-Σύριζα θα είναι η όξυνση της οικονομικής καταστροφής, που από το χειμώνα θα λάβει διαστάσεις χειμάρρου μη ανασχέσιμου. Τα καλά νέα είναι ότι για τον Σύριζα δεν θα υπάρξει από μηχανής Θεός· τα κακά είναι ότι και για την πατρίδα μια τέτοια προοπτική δεν φαίνεται στον ορίζοντα…

 

http://ardin-rixi.gr/archives/194820