Οι οικονομικές εξελίξεις το 2012

Σύμφωνα με το προσχέδιο προϋπολογισμού που κατατέθηκε στη Βουλή:

Η οικονομική δραστηριότητα
Σχεδόν όλοι οι δείκτες που αποτυπώνουν σε μηνιαία βάση τη δραστηριότητα της Ελληνικής οικονομίας, είτε από την πλευρά της δαπάνης είτε από την πλευρά της παραγωγής, δείχνουν σημαντική συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας για το 2012 (με εξαίρεση τη διατή-ρηση της καλής εικόνας των εξαγωγών). Οι δείκτες οικονομικού κλίματος και οι δείκτες προσδοκιών παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα, εμφανίζοντας σημαντική μεταβλητότητα ως αποτέλεσμα της γενικευμένης αβεβαιότητας και του κλίματος ανασφάλειας που επικρατεί. Οι τάσεις αυτές υποδεικνύουν συνέχιση της ύφεσης και στα επόμενα τρίμηνα, λαμβάνοντας υπόψη τον ιδιαίτερα χαμηλό ρυθμό πιστωτικής επέκτασης, καθώς και την περιοριστική δη-μοσιονομική και εισοδηματική πολιτική.

Με βάση τα διαθέσιμα, μη εποχικά διορθωμένα, τριμηνιαία στοιχεία των Εθνικών Λογαρια-σμών της ΕΛΣΤΑΤ, το ΑΕΠ σε σταθερές τιμές, κατά το 2ο τρίμηνο του 2012 παρουσίασε μείωση κατά 6,2% σε ετήσια βάση σε σχέση με το 2ο τρίμηνο του 2011 (το 1ο τρίμηνο η μεί-ωση ήταν 6,5%).
Αναφορικά με τις συνιστώσες του ΑΕΠ, στο 1ο τρίμηνο του 2012, η ιδιωτική κατανάλωση σημείωσε μείωση κατά 7,5%, οι συνολικές επενδύσεις μείωση κατά 21,3%, οι εξαγωγές αγα-θών αυξήθηκαν κατά 9,5% και οι εξαγωγές υπηρεσιών κατά 0,7%, ενώ οι εισαγωγές αγαθών μειώθηκαν κατά 11,2% και οι εισαγωγές υπηρεσιών κατά 10,0%.
Δεδομένου ότι στο 2ο εξάμηνο του 2012 θα έχουμε εντονότερη επίπτωση στην πραγματική οικονομία από την εφαρμογή των μέτρων του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής για το 2012, εκτιμάται ότι η ετήσια μείωση του πραγματικού ΑΕΠ θα είναι 6,5% το 2012, με τη συμβολή του εξωτερικού τομέα να εκτιμάται στις 3,1 εκατοστιαίες μονάδες και την εγχώρια ζήτηση να έχει αρνητική συμβολή 9,6 εκατοστιαίων μονάδων.

 

Πληθωρισμός – Τιμές
Ο πληθωρισμός παραμένει σε πορεία υποχώρησης, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις μειώθη-καν αισθητά στο 1ο οκτάμηνο του 2012 λόγω της χαμηλής ζήτησης και της μείωσης του κό-στους εργασίας. Ο εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ) αυξήθηκε κατά την περίοδο Ιανουαρίου – Αυγούστου μόλις κατά 1,3%, έναντι 3,4% την αντίστοιχη περίοδο του 2011, ενώ για τον Αύγουστο ο ίδιος δείκτης έπεσε κάτω από το 1,0% (σε 12μηνη μεταβολή), την ίδια στιγμή που ο αντίστοιχος δείκτης στην Ευρωζώνη καταγράφει αύξηση κατά 2,6%. Ο δομικός πληθωρισμός συνεχίζει την πορεία αποκλιμάκωσής του, με το μήνα Αύγουστο να αγγίζει μηδενικούς ρυθμούς μεταβολής, παραμένοντας σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα από τον αντίστοιχο μέσο όρο στην Ευρωζώνη.
Είναι επίσης σημαντικό να αναφερθεί ότι ήδη από το Μάιο ο εναρμονισμένος ΔΤΚ με σταθε-ρούς φόρους (πληθωρισμός χωρίς την επίδραση φόρων), για πρώτη φορά, υποχώρησε σε αρ-νητικό έδαφος, στο -0,2%, γεγονός που αποτυπώνει τη σταδιακή αποκλιμάκωση της επιβά-ρυνσης των τιμών λόγω των φορολογικών μέτρων που έχουν ληφθεί.
Από το μήνα Οκτώβριο αναμένεται μια επιβάρυνση των τιμών, εξαιτίας της επίπτωσης δημο-σιονομικών μέτρων του Προϋπολογισμού (π.χ. εξίσωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης του πετρελαίου θέρμανσης και του πετρελαίου κίνησης με το 80% της σημερινής τιμής του ειδι-κού φόρου κατανάλωσης του πετρελαίου κίνησης), με τον ετήσιο πληθωρισμό για το 2012 να εκτιμάται στο 1,2%, δηλαδή σε σαφώς χαμηλότερα επίπεδα από το 2011.

Απασχόληση-Ανεργία
Στην αγορά εργασίας σημειώθηκε περαιτέρω αύξηση του ποσοστού ανεργίας. Με βάση τα μηνιαία εποχικά διορθωμένα στοιχεία της έρευνας της ΕΛΣΤΑΤ, το ποσοστό ανεργίας τον Ιούνιο του 2012 ανήλθε σε 24,4%, με τον αριθμό των ανέργων να φτάνει τα 1.216.400 άτομα. Εξετάζοντας τα χαρακτηριστικά της ανεργίας προκύπτει ότι το ποσοστό των ανέργων νέων ηλικίας 15-24 ετών αυξήθηκε δραματικά, φτάνοντας το 55,0%, ενώ και το ποσοστό ανεργίας των γυναικών είναι σημαντικά υψηλότερο από αυτό των ανδρών (28,1% έναντι 21,7%). Για ολόκληρο το έτος 2012, το μέσο ποσοστό ανεργίας εκτιμάται ότι θα προσεγγίσει το 23,5%.
Νομισματικές και πιστωτικές εξελίξεις
Ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής του νομισματικού μεγέθους που αποτελεί την Ελληνική συμβο-λή στο Μ3 της Ευρωζώνης (εκτός του νομίσματος σε κυκλοφορία) έγινε προοδευτικά περισ-σότερο αρνητικός κατά την περίοδο Ιανουαρίου – Ιουλίου του 2012 και διαμορφώθηκε σε -18,1% τον Ιούλιο του 2012 έναντι -16,4% το Δεκέμβριο του 2011. Αναλυτικότερα, ο ετήσιος ρυθμός μείωσης των καταθέσεων διάρκειας μίας ημέρας διαμορφώθηκε, τον Ιούλιο 2012 σε 20,9%, από 18,0% το Δεκέμβριο του 2011, ενώ ο ετήσιος ρυθμός μείωσης των καταθέσεων προθεσμίας έως 2 ετών έφθασε το 16,1% τον Ιούλιο του 2012, από 15,3% το Δεκέμβριο του 2011.
Η ενίσχυση του ετήσιου ρυθμού μείωσης της νομισματικής επέκτασης αντικατοπτρίζει τη συνεχιζόμενη φυγή των εγχώριων καταθέσεων, με απαρχή τον Οκτώβριο του 2009 (η Ελλη-νική συμβολή στο Μ3 αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από καταθέσεις). Βασικό ερμηνευτι-κό παράγοντα της συνεχιζόμενης μείωσης των καταθέσεων αποτελεί η περαιτέρω υποχώρηση της οικονομικής δραστηριότητας, η οποία προκαλεί μείωση της ζήτησης χρήματος. Η μείωση των καταθέσεων πέρα από την έκταση που δικαιολογείται από την υποχώρηση του ΑΕΠ α-ντανακλά την αβεβαιότητα ως προς τις οικονομικές προοπτικές της χώρας και ιδίως ως προς την παραμονή στην Ευρωζώνη. Πράγματι έχει παρατηρηθεί ότι κατά τους μήνες που συμβαί-νουν γεγονότα τα οποία εντείνουν την αβεβαιότητα (π.χ. προεκλογική περίοδος), σημειώνο-νται εκροές καταθέσεων από το τραπεζικό σύστημα, ενώ υπάρχουν ενδείξεις ότι αυξάνονται παράλληλα αφενός η ζήτηση του κοινού για τραπεζογραμμάτια, τα οποία αποθησαυρίζονται, και αφετέρου οι μεταφορές κεφαλαίων στο εξωτερικό, τα οποία τοποθετούνται κυρίως σε τραπεζικές καταθέσεις και χρεόγραφα. Ενδεικτικό της σχέσης αυτής είναι ότι μετά τις εκλο-γές του Ιουνίου παρατηρείται ανακοπή της εκροής καταθέσεων και σταδιακή επιστροφή τους στο Ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Η βελτίωση της εμπιστοσύνης των αποταμιευτών είναι άμεση συνάρτηση της προόδου ως προς τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και την εξάλειψη των δημοσιονομικών ανισορροπιών, ενώ σημαντική θα είναι και η συμβολή της ολοκλήρωσης της ανακεφαλαιοποίησης και της περαιτέρω προόδου με την εξυγίανση και την αναδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος.
Ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής του υπολοίπου της συνολικής χρηματοδότησης της οικονομίας από τα εγχώρια Νομισματικά Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα (ΝΧΙ), γινόταν προοδευτικά πε-ρισσότερο αρνητικός από τον Ιούλιο του 2011, ώστε τον Ιούλιο του 2012 να διαμορφωθεί σε -4,5% (Δεκέμβριος 2011: -2,0%). Αναλυτικότερα, ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της χρημα-τοδότησης προς τον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης επιβραδύνθηκε από 2,0% το Δεκέμβριο του 2011 σε -3,4% τον Ιούλιο του 2012. Παράλληλα, ο ετήσιος ρυθμός μείωσης της χρημα-τοδότησης προς τον εγχώριο ιδιωτικό τομέα (επιχειρήσεις, ελεύθερους επαγγελματίες-αγρότες-ατομικές επιχειρήσεις και ιδιώτες-ιδιωτικά μη κερδοσκοπικά ιδρύματα) ενισχύθηκε από 3,1% το Δεκέμβριο του 2011 σε 4,8% τον Ιούλιο του 2012.
Η υποχώρηση του ετήσιου ρυθμού της πιστωτικής επέκτασης προς τη Γενική Κυβέρνηση α-ντανακλά την επιβράδυνση του ρυθμού μεταβολής τόσο των τοποθετήσεων των εγχώριων ΝΧΙ σε Ελληνικούς κρατικούς τίτλους, εν μέρει εξαιτίας της αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους, όσο και την υποχώρηση του υπολοίπου των τραπεζικών δανείων προς τον εν λόγω τομέα, καθώς η χρηματοδότηση προς αυτόν προέρχεται πλέον κυρίως από τα δάνεια των λοι-πών κρατών-μελών της Ευρωζώνης και το ΔΝΤ.
Η συνεχιζόμενη επιτάχυνση του ρυθμού μείωσης της τραπεζικής χρηματοδότησης προς τον εγχώριο ιδιωτικό τομέα ερμηνεύεται από παράγοντες που αφορούν τόσο την πλευρά της ζή-τησης όσο και της προσφοράς δανείων. Η έντονη και παρατεταμένη κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας και το κλίμα αυξημένης αβεβαιότητας στη χώρα μας επηρέασαν αρνητικά τη ζήτηση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων για τραπεζικό δανεισμό. Για παράδειγμα, λό-γω του χαμηλού βαθμού χρησιμοποίησης του παραγωγικού δυναμικού και της αβεβαιότητας, οι επιχειρήσεις περιόρισαν ή ανέστειλαν τα επενδυτικά τους σχέδια με αποτέλεσμα να υπο-χωρήσουν, αντιστοίχως, οι ανάγκες τους για τραπεζικό δανεισμό.
Από την άλλη πλευρά, η αβεβαιότητα και η βαθειά οικονομική ύφεση συνέβαλαν σε περιορι-σμό των δυνατοτήτων του τραπεζικού τομέα να χορηγήσει δανειακά κεφάλαια. Πρώτον, τα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα αντιμετωπίζουν έλλειμμα ρευστότητας εξαιτίας της συνεχούς υποχώρησης της καταθετικής τους βάσης τα τελευταία δύο και πλέον έτη αλλά και του δρα-στικού περιορισμού των δυνατοτήτων τους για πρόσβαση στις διεθνείς αγορές χρήματος και έκδοση μεσομακροπρόθεσμων ομολόγων. Δεύτερον, η αποδυνάμωση της κεφαλαιακής βά-σης των τραπεζών από την απομείωση της αξίας των Ελληνικών κρατικών ομολόγων λόγω της δημοσιονομικής κρίσης και ειδικότερα της αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους και την καταγραφή ζημιών από επισφαλή δάνεια, υψηλότερων από ότι στο παρελθόν λόγω της βα-θειάς οικονομικής ύφεσης, δημιουργεί την αναγκαιότητα τα τραπεζικά ιδρύματα να προβούν σε απομόχλευση. Τρίτον, η αύξηση του πιστωτικού κινδύνου λόγω της οικονομικής ύφεσης αποθάρρυνε περαιτέρω την προσφορά δανείων από τις τράπεζες προκειμένου να αποφύγουν την πραγματοποίηση ζημιών στο μέλλον. Οι παράγοντες αυτοί αναδεικνύουν τη σημασία της αναδιάρθρωσης και της ανακεφαλαιοποίησης του τραπεζικού τομέα για τη βελτίωση της χρηματοδότησης και άρα των προοπτικών της Ελληνικής οικονομίας.
Τα επιτόκια των νέων τραπεζικών καταθέσεων στην Ελλάδα, τα οποία ακολουθούν ανοδική πορεία από τα τέλη του 2009, σημείωσαν μικρή περαιτέρω άνοδο το επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου του 2012, η οποία αντανακλά την προσπάθεια των τραπεζών να συγκρατήσουν τις εκτεταμένες αποσύρσεις καταθέσεων. Ωστόσο, το επιτόκιο στη σημαντικότερη κατηγορία καταθέσεων, δηλαδή εκείνων με συμφωνημένη διάρκεια έως ένα έτος από τα νοικοκυριά, αν και κατά το 1ο εξάμηνο του 2012 παρουσίασε μικρή άνοδο, την περίοδο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2012 σημείωσε πτώση κατά 6 μονάδες βάσης και τον Ιούλιο του 2012 διαμορφώθηκε σε 4,82%. Λόγω της σημαντικής υποχώρησης του πληθωρισμού, σε πραγματικούς όρους το επι-τόκιο αυτό, το οποίο παραμένει σε θετικά επίπεδα από το Μάιο του 2011, παρουσίασε αύξη-ση κατά 102 μονάδες βάσης και ανήλθε τον Ιούλιο του 2012 σε 3,48%.
Τα επιτόκια των νέων τραπεζικών δανείων υποχώρησαν σημαντικά, αντανακλώντας την ευ-νοϊκή επίδραση των μειώσεων των βασικών επιτοκίων και των μη συμβατικών μέτρων νομι-σματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος, την υποχώρηση της ζήτησης για νέα δάνεια αλλά και τις αναδιαρθρώσεις-ρυθμίσεις παλαιών δανείων. Το μέσο επιτόκιο των δανείων προς τις
μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις υποχώρησε κατά 68 μονάδες βάσης και διαμορφώθηκε σε 6,33% τον Ιούλιο του 2012, ενώ το αντίστοιχο επιτόκιο των δανείων προς τους ιδιώτες και τα ιδιωτικά μη κερδοσκοπικά ιδρύματα σημείωσε πτώση κατά 105 μονάδες βάσης, και δια-μορφώθηκε στο 5,22%.