Η ασύμμετρη σχέση οικονομίας και χρηματαγορών

Η καταστροφική δράση μοχλευμένου χρήματος σε αντιπαραγωγικές επενδύσεις στρεβλώνει την ισόρροπη ανάπτυξη μεταξύ πραγματικής και χρηματιστηριακής οικονομίας.

 

Από: EBR

Η δημοκρατία στις αγορές, μείζον ζητούμενο στην μετα-φιλελεύθερη οικονομική εποχή, πλήττεται και μολύνει και τις κοινωνίες. Με μακρύ χέρι και κυβερνητική σύμπραξη, οι πιστωτές των δημοσίων προϋπολογισμών μετατρέπονται, από σανίδες σωτηρίας, σε παγίδες τοκογλυφίας.

του Ηλία Καραβόλια *

Σήμερα ζούμε μία αναμφισβήτητη πραγματικότητα: μεγάλες ροές κεφαλαίων σε αγοραπωλησίες αξιών εκτός του εμπορίου της πραγματικής οικονομίας γίνονται αντικείμενο απίστευτων συναλλαγών, οι οποίες επηρεάζονται σε όγκους και τιμές από ισχυρούς διεθνείς παίκτες της χρηματαγοράς. Αυτές οι συναλλαγές, αυτή η μόνιμη ροή εικονικού χρήματος, δεν μπορούν να ελεγχθούν πλήρως από εποπτικούς και ρυθμιστικούς μηχανισμούς. Στην ουσία, δεν μπορούν να ελεγχθούν από τους θεσμούς μιας επιθυμητής «δημοκρατίας» στις αγορές. Το ζητούμενο είναι αν αυτή η πραγματικότητα σχετίζεται με έναν οδυνηρό για τις οικονομίες συνδυασμό χρηματιστικού κεφαλαίου και κρατικής εμπλοκής.

Αυτόν τον συνδυασμό πρέπει να αναλύσουμε στις μέρες μας, ανατρέχοντας στις παρελθούσες κρίσεις, εμβαθύνοντας στην τωρινή, αλλά και στοιχειοθετώντας δομικές αναλύσεις για τις επόμενες.

Η περίφημη μόχλευση στα κεφάλαια των χρηματαγορών αποτελεί τον βασικό τροφοδότη της μοχλευμένης επιθυμίας στις κοινωνίες. Στην αλυσίδα πίστωση-κατανάλωση-χρέος, πολλοί ξεχνούν την αφετηρία: τα υπερσυσσωρευμένα κεφάλαια των τραπεζών και των εταιρειών διαχείρισης που αναζητούν τόκο και απόδοση. Οι κοινωνίες χρησιμεύουν ως πεδία δημιουργίας τόκου από το κρατικό και το ιδιωτικό χρέος, αφού πρώτα χρησιμεύουν ως πεδία συσσώρευσης ρευστού μέσω του συστήματος καταθέσεων-αποταμιεύσεων. Διαχειριστές μόχθου αλά και εικονικού οφέλους, χρηματιστές και τραπεζίτες πληκτρολογούν μεγέθη δυσανάλογα με την καθημερινότητα ενός μέσου εισοδηματία, ενός φυσιολογικού ανθρώπου.

Τα τερματικά στις αγορές απεικονίζουν νούμερα ασύλληπτα με τα μέτρα και τα σταθμά της καθημερινής εργασίας ενός τεχνίτη, ενός επιστήμονα, ενός βιοπαλαιστή. Αποταμιεύσεις και υπεραξίες από εργασία και επιχειρηματικό δαιμόνιο πολλαπλασιάζονται με ρυθμούς ιλιγγιώδεις, χωρίς να μεσολαβεί μεγάλος βαθμός ανθρώπινης εργασίας, αυξημένο προσωπικό, υψηλή απασχόληση, εργοστάσια, παραγωγή. Το χρήμα αυτοαναπαράγεται και αυτοπολλαπλασιάζεται χωρίς να πληρώνει πολλά χέρια, πολύ μόχθο, πολλούς εργάτες. Αρκεί ένας αλγόριθμος, μία μηχανική υποστήριξη συναλλαγών στην φιλοσοφία και στην τεχνογνωσία φυσικομαθηματικών (ούτε καν οικονομολόγων), ώστε να απογειωθούν οι αποδόσεις από τις στοιχηματικές αξίες.

Πίσω από το σκηνικό αυτό, θεσμοί και κανόνες διεθνώς υποτίθεται ότι έπρεπε να θωρακίζουν την υγιή κυκλοφορία του κεφαλαίου, την εύρυθμη λειτουργία των αγορών και την αποφυγή στρεβλώσεων ή έντονων ανισοκατανομών κερδών και ζημιών, ώστε να αποφεύγονται κοινωνικές ανισότητες από τους ιμάντες μεταφοράς στην καθημερινότητα, του κινδύνου που γεννούν οι αγορές. Και όμως, αυτό δεν συμβαίνει: σαν μαύρα κουτιά, οι ισολογισμοί και τα βιβλία συναλλαγών σε ιδιωτικούς οργανισμούς διαχείρισης, σε επενδυτικές εταιρείες, ακόμα και σε τραπεζικά ιδρύματα ή εταιρείες με υποχρέωση δημοσίευσης ξεκάθαρων στοιχείων, αποτελούν το κρυμμένο μυστικό του χρηματοπιστωτισμού. Θρέφεται ένα τεράστιο κύκλωμα ελεγκτών και ελεγχόμενων, ένα διεθνές χταπόδι χωρίς κεφάλι, αλλά πολυπλόκαμο, λογιστικών, νομικών και οικονομικών εταιρειών που πάντα καταλήγει σε κάποια κέντρα κοινών συμφερόντων –όλο και λιγότερα σε αριθμό, όλο και μεγαλύτερα σε ισχύ– και ρυθμίζουν την κυκλοφορία του παγκόσμιου χρήματος.

Η δημοκρατία στις αγορές, μείζον ζητούμενο στην μετα-φιλελεύθερη οικονομική εποχή, πλήττεται και μολύνει και τις κοινωνίες. Με μακρύ χέρι και κυβερνητική σύμπραξη, οι πιστωτές των δημοσίων προϋπολογισμών μετατρέπονται, από σανίδες σωτηρίας, σε παγίδες τοκογλυφίας. Η παγκόσμια οικονομία απειλείται επειδή στηρίζεται σε μία χάρτινη αυτοκρατορία, σε έναν τεράστιο σωρό από προεξοφλημένες μέλλουσες αξίες, σε χρεόγραφα που ανακυκλώνονται και ενεχυριάζονται ώστε να πολλαπλασιάζονται σε προθεσμιακή βάση τα στοιχήματα, το παιχνίδι, ο τζίρος, οι όγκοι των εικονικών συναλλαγών, οι προμήθειες των μεσαζόντων, τα υπερκέρδη των ισχυρών παικτών.

Τελικά, όμως, αυτό που ενεχυριάζεται είναι ο ανθρώπινος μόχθος, η επιθυμία ανέλιξης, τα όνειρα και μαζί τους το κοινωνικό φαντασιακό της προόδου. Και, πλέον, η κοινωνικοποίηση των ζημιών από τα επενδυτικά μεγαθήρια έχει γίνει μέθοδος ανάκαμψης της ισχύος τους. Εδώ είναι που προβάλλει ως επιτακτική ανάγκη η παρέμβαση της πολιτικής, των θεσμικών αρχών, των φορέων της όποιας δημοκρατίας απέμεινε έξω από τις αγορές και υπάρχει ακόμα μέσα στους λαούς και τις κοινωνίες.

Απαιτείται, σε παγκόσμιο επίπεδο, επαναρρύθμιση της σχέσης θεσμών-αγορών. Αυτή η σχέση αποτελεί το πλέον κομβικό σημείο για να κατανοήσουμε το πώς ακριβώς η καταστροφική δράση μοχλευμένου χρήματος σε αντιπαραγωγικές επενδύσεις στρεβλώνει την ισόρροπη ανάπτυξη μεταξύ πραγματικής και χρηματιστηριακής οικονομίας. Στην πρώτη οικονομία, ας μην το ξεχνάμε, ζει και αναπνέει η πλειοψηφία των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων στον πλανήτη. Ας μην κρυβόμαστε άλλο από την πραγματικότητα: η σχέση αυτή, οικονομίας και χρηματαγορών, είναι ασύμμετρη και καλύπτει ένα καθεστώς αφανούς ταξικού πολέμου.

Όπως σημειώνει ο Γουώρεν Μπάφετ, «…σαφώς και υπάρχει ταξικός πόλεμος και είναι η δική μου τάξη, οι πλούσιοι, που τον διεξάγουμε και τελικά κερδίζουμε».

* Οικονομολόγος

http://www.europeanbusiness.gr/page.asp?pid=627