Τα βασικά σημεία του πορίσματος των ειδικών για τα εργασιακά

 
 Οι προτάσεις
1.Για τις ομαδικές απολύσεις
Τυπικά, το πόρισμα προτείνει να μετατεθούν όλες οι σχετικές αποφάσεις μετά την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου της ΕΕ για την υπόθεση «Lafarge». Ωστόσο, το στίγμα της Επιτροπής των «ειδικών» είναι καθαρό.
Το πόρισμα χαρακτηρίζει τις ομαδικές απολύσεις «εργαλείο της ελευθερίας μιας επιχείρησης να προσαρμόζεται σε καταστάσεις ολικής ή μερικής παύσης των δραστηριοτήτων της, όσο και σε καταστάσεις οικονομικών δυσχερειών, που απαιτούν την αναδιοργάνωση και επείγοντα μέτρα μείωσης του κόστους». Ξεκαθαρίζει, επίσης, ότι «η νομοθεσία δεν θα πρέπει να εμποδίζει απαραίτητα τις ομαδικές απολύσεις, αλλά μάλλον να επιβάλει ορισμένες διαδικασίες», κυρίως στην κατεύθυνση της «μείωσης του κοινωνικού αντίκτυπου» των απολύσεων.
Η Επιτροπή ζητάει, ακόμα, «να υπάρχει ένα κοινό καθεστώς για όλα τα είδη των απολύσεων για οικονομικούς λόγους» και προτείνει ως «αντίβαρο» την παραπέρα ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας.

Μεταξύ άλλων, προτείνει: «Σε περιόδους προσωρινών οικονομικών δυσκολιών, η εργασία μικρής διάρκειας μπορεί να αποτρέψει τις ομαδικές απολύσεις. Η εργασία για περιορισμένο χρόνο πρέπει να είναι ευέλικτη σύμφωνα με τις υπάρχουσες ανάγκες της επιχείρησης (…) Αυτό σημαίνει ότι η διάρκεια της καθημερινής ή εβδομαδιαίας εργασίας μειώνεται, ακόμη και σε μηδέν ώρες. Ο εργαζόμενος θα παίρνει επίδομα ανεργίας για τις ώρες που δεν θα μπορεί να δουλεύει (…)». Δηλαδή, πέραν όλων των άλλων, το ζήτημα των ομαδικών απολύσεων γίνεται «όχημα» για παραπέρα ανατροπές στην αγορά εργασίας.
2. Για την απεργία και το «λοκ άουτ»
Η Επιτροπή «δεν βλέπει την ανάγκη για αυστηρότερους κανόνες σχετικά με τις απεργίες», επειδή «υπάρχει ένας σημαντικός όγκος νομολογίας, σύμφωνα με την οποία οι απεργίες κηρύχθηκαν παράνομες με βάση την αρχή της αναλογικότητας». Επομένως, σύμφωνα με την Επιτροπή, «εναπόκειται στον Ελληνα νομοθέτη να καθορίσει τις προϋποθέσεις της νόμιμης απεργίας σεβόμενος το συνταγματικό πλαίσιο». Η συγκεκριμένη φράση ανοίγει το δρόμο για νέα νομοθεσία σχετικά με τις απεργίες ή στην «καλύτερη» περίπτωση ενθαρρύνει τη Δικαιοσύνη, όταν προσφεύγει η εργοδοσία, να βρίσκει τα κατάλληλα επιχειρήματα για να εμποδίσει την κήρυξη μιας απεργίας ή για να επιβάλει τον τερματισμό της.
Για το «λοκ άουτ», η Επιτροπή «δεν βλέπει κάποιον επείγοντα λόγο για άρση της απαγόρευσης της ανταπεργίας», επειδή «για τους εργοδότες δεν υπάρχει ανάγκη να ασκήσουν ένα «λοκ άουτ», λαμβάνοντας υπόψη τους περιορισμούς που υπάρχουν στο δικαίωμα της απεργίας». Στις συστάσεις της, σημειώνει ότι «ο Ελληνας νομοθέτης μπορεί να διευκρινίσει ότι ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να μην πληρώσει μη απεργούς εργάτες, αν δεν μπορούν να συνεχίσουν να εργάζονται επειδή μια απεργία βρίσκεται σε εξέλιξη στην επιχείρηση ή στις εγκαταστάσεις της». Επομένως, το πόρισμα κλείνει το μάτι στην εργοδοσία ότι η υπάρχουσα νομοθεσία (άρθρο 656 του Αστικού Κώδικα), με μια μικρή «διευκρίνιση», μπορεί κάλλιστα να τις αποδώσει «ισοδύναμα» αποτελέσματα με την επαναφορά της ανταπεργίας.
3. Για τον κατώτερο και τον «υπο-κατώτερο» μισθό
Για τον κατώτερο μισθό προτείνεται: «Οι κοινωνικοί εταίροι θα πρέπει να αποφασίζουν σχετικά με τις αυξήσεις των ελάχιστων μισθών μετά από διαβούλευση με ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και τις προοπτικές για την παραγωγικότητα, τις τιμές, την ανταγωνιστικότητα, την απασχόληση και την ανεργία, τα εισοδήματα και τους μισθούς. Η συμφωνία τους θα έχει αυτόματα την ισχύ έναντι όλων».
Το «καινούργιο» που τίθεται είναι ότι στη μεταξύ τους διαπραγμάτευση εργαζόμενοι και εργοδότες θα πρέπει να παίρνουν υπόψη τους τις κατευθύνσεις μιας επιτροπής από «ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες», που θα διαμορφώνουν επί της ουσίας το εύρος των αυξήσεων (ή και των μειώσεων), πριν αυτές καταληχθούν από τους «κοινωνικούς εταίρους». Τα κριτήρια θα είναι αυτά που περιγράφτηκαν πιο πάνω και έτσι, στη διαπραγμάτευση για τους μισθούς, ένας τρίτος «παίκτης» προστίθεται στο πλευρό της εργοδοσίας, ενάντια στους εργαζόμενους. Η ύπαρξη αυτής της επιτροπής προβλέπεται και από το νόμο 4172/2013 (νόμος Βρούτση), όπως αναγνωρίζει και η ίδια η επιτροπή.
Η Επιτροπή προτείνει, επίσης, να διατηρηθεί ένας μικρότερος κατώτερος μισθός («υπο-κατώτερος» μισθός) για μια ορισμένη κατηγορία εργαζομένων, που σήμερα ορίζεται με ηλικιακά κριτήρια (οι κάτω των 25 ετών αμείβονται με 511 ευρώ μεικτά, αντί για 586).
Στο πόρισμά της, καταλήγει στην εξής σύσταση: «Ο υπο-κατώτερος μισθός για τους νέους θα αντικατασταθεί από έναν υπο-κατώτερο μισθό με βάση την εργασιακή εμπειρία. Θα ισούται με το 85% του κατώτερου μισθού κατά τον πρώτο χρόνο απόκτησης εργασιακής εμπειρίας και με το 95% το δεύτερο χρόνο (…)».
Αν εφαρμοζόταν σήμερα το σύστημα που προτείνει το πόρισμα, ο υπο-κατώτερος μισθός για όσους δεν έχουν εργασιακή εμπειρία (η Επιτροπή δεν διευκρινίζει με ποιον τρόπο θα πιστοποιείται αυτό) θα ήταν μικρότερος ακόμα και από τα 511 ευρώ μεικτά που παίρνει ένας εργαζόμενος κάτω των 25 ετών. Δηλαδή, παίρνοντας το 85% του σημερινού κατώτερου μισθού για ένα χρόνο, θα αμειβόταν με 498 ευρώ μεικτά!
Στην πραγματικότητα, η Επιτροπή των «ειδικών» διαμορφώνει τις προϋποθέσεις ώστε το κεφάλαιο να αντλήσει ακόμα φτηνότερη εργατική δύναμη, όχι μόνο από την κατηγορία των 25άρηδων και κάτω, αλλά από την πολύ μεγαλύτερη «δεξαμενή» των καταχωρημένων ως «μη έχοντες εργασιακή εμπειρία», ανεξάρτητα από την ηλικία τους.
4. Για τις κλαδικές συμβάσεις
Δύο είναι τα βασικά σημεία που πραγματεύεται το πόρισμα της Επιτροπής. Το πρώτο είναι η επεκτασιμότητα των κλαδικών συμβάσεων στις επιχειρήσεις όλου του κλάδου και το δεύτερο η «αρχή της ευνοϊκότερης σύμβασης».
Το πόρισμα γράφει: «Αντιπροσωπευτικές συλλογικές συμβάσεις μπορούν να επεκταθούν από το κράτος σε κλαδικό και ομοιοεπαγγελματικό επίπεδο, ύστερα από αίτημα ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη των διαπραγματεύσεων. Οι συλλογικές συμβάσεις είναι αντιπροσωπευτικές αν η διαπραγματευτική μονάδα (σ.σ. των εργοδοτών) καλύπτει (σ.σ. απασχολεί) το 50% των εργαζομένων. Η κυβέρνηση και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν ένα διοικητικό σύστημα για μια αξιόπιστη παρακολούθηση του αριθμού των εργαζομένων (…) Η απόφαση για την επέκταση της συμφωνίας παίρνεται από τον υπουργό Εργασίας, μετά από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους».
Τα παραπάνω συμπληρώνονται με τις συστάσεις της Επιτροπής για το ζήτημα της «ευνοϊκότερης σύμβασης», αν δηλαδή η σύμβαση με τους καλύτερους όρους για έναν εργαζόμενο θα υπερισχύει έναντι όλων των άλλων.
Η Επιτροπή προτείνει τα εξής: «Μισθολογικές συμφωνίες με μικρότερο επίπεδο μισθών δεν μπορεί να είναι χαμηλότερες από τις εθνικές/κλαδικές συμφωνίες που έγιναν σε υψηλότερο επίπεδο. Οι κοινωνικοί εταίροι, ωστόσο, θα πρέπει να συμφωνήσουν σε «ανοιχτές ρήτρες» πάνω σε συγκεκριμένα θέματα, τα οποία θα επιτρέπουν προσωρινές παρεκκλίσεις από τις κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές συμφωνίες (αλλά όχι από νομικές προδιαγραφές) στην περίπτωση επειγόντων οικονομικών αναγκών της εταιρείας. Οι παρεκκλίσεις μπορούν να συμφωνούνται μόνο από τους κοινωνικούς εταίρους που υπέγραψαν την αντίστοιχη συμφωνία».
Ενα άλλο μέρος της Επιτροπής θεωρεί πως «η μισθολογική ευελιξία στο μικρο-επίπεδο είναι σημαντική» και ότι «η ιεραρχία των συλλογικών διαπραγματεύσεων πρέπει να διέπεται από την αρχή της επικουρικότητας, όπου συμβάσεις που συνάπτονται σε επιχειρησιακό επίπεδο, εγγύτερα των εμπλεκόμενων εργαζομένων και επιχειρήσεων, υπερισχύουν συμβάσεων που συνάπτονται σε κλαδικό/ομοιοεπαγγελματικό/εθνικό επίπεδο». Δηλαδή, οι επιχειρησιακές συμβάσεις να υπερισχύουν de facto των κλαδικών.
Η ουσία και στις δύο αυτές θέσεις είναι ότι εισάγουν εξαιρέσεις από την καθολική εφαρμογή της καλύτερης για τον εργαζόμενο σύμβασης, αν μια επιχείρηση επικαλεστεί οικονομικές δυσκολίες. Αυτό σημαίνει «ξήλωμα» των κλαδικών Συμβάσεων και καθιστά κενό γράμμα τις διακηρύξεις για την επεκτασιμότητά τους και την ισχύ της αρχής της «ευνοϊκότερης σύμβασης».
5. Μετενέργεια – Διαιτησία
Σε ό,τι αφορά τη χρονική παράταση, τους όρους της σύμβασης που μετενεργούν και τη διάρκεια των Συλλογικών Συμβάσεων, αυτά προτείνεται να αποφασίζονται από τους «κοινωνικούς εταίρους». Σε διαφορετική περίπτωση, προτείνεται η χρονική παράταση να είναι έξι μήνες και η μετενέργεια να αφορά όλους τους όρους της σύμβασης, ενώ καθορίζεται στους τρεις μήνες ο χρόνος προειδοποίησης για την καταγγελία μιας σύμβασης.
Σε ό,τι αφορά την προσφυγή στη Διαιτησία, η Επιτροπή σημειώνει τα εξής: «Εάν οι κοινωνικοί εταίροι δεν καταλήξουν σε συμφωνία, οι όροι της συμφωνίας μπορούν να καθορίζονται μέσω διαιτησίας, κατά προτίμηση όταν και οι δύο εταίροι συμφωνούν με αυτό. Η μονομερής διαιτησία πρέπει να είναι η ύστατη λύση, καθώς είναι ένδειξη έλλειψης εμπιστοσύνης. Το σύστημα της διαιτησίας ανανεώθηκε πρόσφατα και θα πρέπει να αξιολογηθεί το αργότερο σε δύο χρόνια, για να εκτιμηθεί ο ρόλος του στις συλλογικές διαπραγματεύσεις».
Παραπέμποντας για μετά το 2018 το θέμα και στηρίζοντας έμμεσα τη θέση της εργοδοσίας για κατάργηση της μονομερούς προσφυγής από την πλευρά των εργαζομένων (αναγνωρίστηκε με την 25/2004 απόφαση του ΣτΕ), η Επιτροπή αφήνει ανοιχτό το δρόμο να υπάρξουν αλλαγές προς το χειρότερο, επισημαίνοντας ότι «δεν θα ήταν σκόπιμο να εξεταστούν περαιτέρω αλλαγές πολύ γρήγορα».   http://www.rizospastis.gr/