Το αδιέξοδο μιας στρατηγικής

 

Οι αντιφάσεις του ΣΥΡΙΖΑ και η ριζική προοπτική των κινημάτων

του Γιώργου Καραμπελιά από τη Ρήξη φ. 91 που κυκλοφορεί

  Από τις εκλογές του Μαΐου είχαμε τονίσει πως η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ, για την άμεση διεκδίκηση της εξουσίας, είναι αδιέξοδη. Πολλοί τότε θεώρησαν αυτή μας την άποψη ως έμμεση στήριξη του Σαμαρά και της μνημονιακής πολιτικής. Αυτό γιατί εξακολουθούν να κινούνται σε μια παραδοσιακή και δημοκοπική αντίληψη.

 

 Αντίθετα, είχαμε τονίσει τότε ότι, μέσα στον δογματισμό της και την ακινησία της, η λογική του ΚΚΕ ήταν πιο κοντά στην πραγματικότητα, διότι η ανάληψη της εξουσίας από ένα οποιοδήποτε αυθεντικό αντιπολιτευόμενο κόμμα, για να μπορεί να έχει οποιαδήποτε προοπτική, θα πρέπει να στηρίζεται είτε σε ένα υπαρκτό λαϊκό κίνημα, είτε σε κάποιες εναλλακτικές δυνατότητες πολιτικής στο εσωτερικό του συστήματος, όπως είχε συμβεί το 1981 με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ.
Κ αι διαπιστώναμε πως στη σημερινή Ελλάδα απουσιάζουν και οι δύο αυτές δυνατότητες. Πρώτον, στα πλαίσια του υπάρχοντος συστήματος, δεν υπήρχαν οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να προτείνουν μια εναλλακτική διαχείριση της κρίσης, γι’ αυτό και σταδιακά όλες οι συστημικές δυνάμεις ενώθηκαν είτε στην κυβέρνηση Παπαδήμου, είτε στην τριτοκομματική κυβέρνηση Σαμαρά. Γιατί η κρίση της Ελλάδας είναι τόσο βαθιά, ώστε η μόνη δυνατότητα ουσιώδους αλλαγής της πολιτικής κατεύθυνσης της χώρας απαιτεί κυριολεκτικά επαναστατικές ανατροπές: Ένα ριζικά διάφορο μοντέλο ανάπτυξης, μία αυτόνομη και μη εξαρτώμενη πνευματική ελίτ, μια νέα παραγωγική βάση στην οποία θα στηριχθεί η χώρα. Και, προπαντός, ένα λαϊκό κίνημα με συνείδηση των διακυβευμάτων και των στόχων μιας τέτοιας πολιτικής. Γι’ αυτόν το λόγο, από την αρχή της κρίσης έχουμε βάλει ως στόχο μας την οικοδόμηση ενός τέτοιου κινήματος και τη διαμόρφωση ενός κυριολεκτικά εναλλακτικού
  προγράμματος. Στην αντίθετη περίπτωση, τονίζαμε, θα είναι υποχρεωμένος κανείς να κάνει ένα από τα δύο. Είτε να προσαρμοστεί και να συνθηκολογήσει με τις δυνάμεις του μνημονίου και της εξάρτησης, είτε να οδηγήσει τη χώρα και το λαϊκό κίνημα σε ακόμη μεγαλύτερη καταστροφή. Ή, τέλος, να κάνει και τα δύο αυτά ταυτόχρονα.
Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, υιοθετώντας το σύνθημα ότι αποτελεί την κυβερνώσα αριστερά, έθεσε σε κίνηση μια διαδικασία την οποία πλέον δεν μπορεί να ελέγξει. Οι απελπισμένες και ραγδαία φτωχοποιούμενες μάζες των μεσαίων και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων στράφηκαν προνομιακά προς αυτό, ως μία εύκολη και άμεση διέξοδο από την κρίση, εγκαταλείποντας σε μεγάλο βαθμό το ΠΑΣΟΚ.
  Έτσι, οδήγησαν αυτό το κόμμα στο να μεταβληθεί στο αντίπαλο δέος της εξουσίας, χωρίς να διαθέτει τις αντίστοιχες σχέσεις με τα λαϊκά στρώματα, χωρίς πραγματικό σχέδιο για έξοδο από την κρίση και χωρίς σταθερή κοινωνική βάση. Και όμως, είχε αυτοπαγιδευτεί στην εκλογική του επιτυχία, διότι όταν μεταβάλλεσαι σε ένα εν δυνάμει κυβερνητικό κόμμα, είσαι υποχρεωμένος να απαντήσεις στις προσδοκίες όλων εκείνων τους οποίους έπεισες να σε ακολουθήσουν. Άρα, θα πρέπει να συναντηθείς και με τον Σόιμπλε, και με τους Αμερικανούς, και να προσπαθήσεις να γίνεις πιο «ρεαλιστής», και την ίδια στιγμή να καλύψεις  και την κριτική που γίνεται από την αριστερή σου πτέρυγα, με αποτέλεσμα ένα απίστευτο αλαλούμ.
Όμως, πλέον, δεν υπάρχει επιστροφή. Είτε μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα θα πρέπει να ανέβεις στην εξουσία, για να κατακρημνιστείς με ακόμα μεγαλύτερο πάταγο εξαιτίας της αδυναμίας εφαρμογής ενός βιώσιμου εναλλακτικού προγράμματος, είτε θα μείνεις εκτός νυμφώνος και θα αρχίσει η αποσύνθεση και αποσυσπείρωση. Και ο κίνδυνος αυτής της στρατηγικής, ενός ευκαιριακού ρεσάλτου προς την εξουσία, είναι να οδηγήσει όχι μόνο στην παλινόρθωση των ξεπερασμένων πολιτικών σχημάτων, αλλά και σε ακόμα μεγαλύτερη συντηρητικοποίηση της κοινωνίας και περαιτέρω ενίσχυση της ακροδεξιάς, μια και η υποτιθέμενη αριστερή διέξοδος από την κρίση θα έχει αποδειχθεί μία φενάκη.
Η δική μας στρατηγική, αντίστροφα, της πολιτικής ανάπτυξης των αντιμνημονιακών δυνάμεων σε αντιστοιχία με τις πραγματικές ιδεολογικές κατακτήσεις και τις οργανωτικές δομές ενός νέου ανατρεπτικού κινήματος, είναι η μόνη ρεαλιστική, η μόνη που πατάει στα πόδια της.
Όσο για τις επαναστατικές κορόνες εκείνων που όλα τα προηγούμενα χρόνια αποτελούσαν οργανικό κομμάτι του συστήματος –από τα ευρωκοινοβούλια και τις τράπεζες– και σήμερα σαλπίζουν μια άμεση «ανατροπή», χωρίς να έχουν καμία δυνατότητα εφαρμογής της, αποτελούν μια εύκολη και ανέξοδη δημοκοπία με καταστροφικά χαρακτηριστικά.
Εμείς, καθώς επί σαράντα χρόνια αντιστρατευόμαστε αδιάλειπτα το καθεστώς της εξάρτησης και του παρασιτισμού, επειδή είμαστε όντως εκτός συστήματος και αποκλεισμένοι από αυτό, έχουμε συνείδηση και των διακυβευμάτων της παρούσας κρίσης, αλλά και της βαθύτερης παρακμής του ελληνισμού. Γι’ αυτό και δεν είμαστε διατεθειμένοι να συμπορευτούμε με επαναστάτες βορείων προαστίων, που θέλουν να κρύψουν τις βίλες τους πίσω από ανέξοδες επαναστατικές κραυγές. Διότι βέβαια, την αποτυχία τους θα την πληρώσει για άλλη μια φορά «το πόπολο», και όχι οι ίδιοι. Εξάλλου, και
  σε όλες τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, οι παλιοί γραφειοκράτες μεταλλάχθηκαν στους νέους ολιγάρχες.
Σήμερα, είναι ανάγκη να διατυπώσουμε ένα πρόγραμμα ριζικής ανατροπής του καθεστώτος της εξάρτησης και του παρασιτισμού, και ταυτόχρονα να αρχίσουμε να
  οικοδομούμε τη δύναμη που να μπορεί να το πραγματοποιήσει. Δηλαδή, να ενισχύουμε τις δομές αλληλεγγύης, τα συνεταιριστικά εγχειρήματα, τις λαϊκές κινητοποιήσεις ενάντια στην εφαρμογή των μνημονιακών μέτρων, με δύο λόγια τη λαϊκή αντίσταση, με στόχο κάποια στιγμή να ενωθεί η προγραμματική διάσταση και το λαϊκό σώμα.
Μόνο τότε είναι δυνατό να προτείνει κανείς μια άμεση εναλλαγή στην εξουσία, μια ανατροπή, με όλες τις συνέπειες που συνεπάγεται αυτή. Διαφορετικά, θα παγιδευτεί στο δίλημμα στο οποίο βρίσκεται σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Τσίπρας: Είτε της προσαρμογής, ώστε να καταλάβει τον χώρο του παλαιού ΠΑΣΟΚ για να γίνει αποδεκτός ως εναλλακτική λύση στα πλαίσια του υπαρκτού συστήματος, είτε της σταδιακής αποδόμησης του ίδιου του πολιτικού εγχειρήματος του ΣΥΡΙΖΑ, είτε και των δύο ταυτόχρονα.
Η στρατηγική του Γκρίλλο στην Ιταλία –είναι αλήθεια, σε συνθήκες πολύ πιο εύκολες από την Ελλάδα– είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα και στα αιτήματα των καιρών. Ένα αντισυστημικό κίνημα το οποίο δεν διεκδικεί ούτε δέχεται να συμμετάσχει ακόμα στην εξουσία, εκφράζοντας έναν άλλο κόσμο και έναν άλλο τρόπο διεξαγωγής της πολιτικής.
Πάντως, βρισκόμαστε σε μια κομβική στιγμή. Η τριτοκομματική κυβέρνηση δεν μπορεί να επιβάλει τα νέα μέτρα που απαιτεί η τρόικα και η Μέρκελ. Η κατάρρευση της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής στην Ιταλία έχει αποδυναμώσει τις μνημονιακές δυνάμεις στην Ελλάδα και το διευθυντήριο στην Ευρώπη. Είναι μια στιγμή που το κίνημα μπορεί να βάλει ως το αίτημα να τεθεί φραγμός στην πολιτική της τριτοκομματικής κυβέρνησης και να κερδίσει και σημαντικές τακτικές νίκες (στη φορολογία, στα δάνεια, σε μέτρα για την ανεργία και τους αγρότες), ενώ παράλληλα να κάνει ένα βήμα παραπέρα και να συμμετάσχει ενεργά στη διαμόρφωση του νέου πολιτικού τοπίου που θα αναδειχθεί
  αναπόφευκτα μέσα σε ένα ή δύο χρόνια στη χώρα μας.

 

Ο Αλέξης Τσίπρας, πανευτυχής,  με τους πρώην πρεσβευτές των ΗΠΑ, Τόμας Μίλερ (πρώτος από δεξιά), τον λεγόμενο  «καουμπόη» και τον Ντάνιελ Σπέκχαρντ (δεύτερος από αριστερά, βλέπε σχόλιο στη σελ. 2)

Σχόλιο για τους εικονιζόμενους πρώην πρεσβευτές των ΗΠΑ

Στην πιο πάνω φωτογραφία βλέπουμε τον Αλέξη Τσίπρα να εικονίζεται με δύο πρώην πρεσβευτές των ΗΠΑ στη χώρα μας. Ο πρώτος από δεξιά είναι ο Τόμας Μίλερ, γνωστός ως «καουμπόης» για τον τρόπο με τον οποίο εκπροσωπούσε τα συμφέροντα της χώρας του στην Ελλάδα. Υπενθυμίζουμε ότι ο Μίλερ ήταν πρεσβευτής στην Αθήνα από το 2001 έως το 2004 και συνδέθηκε η θητεία του με τις πιέσεις που ασκούσε στην ελληνική κυβέρνηση να συμμετάσχει η Ελλάδα στους βομβαρδισμούς του Ιράκ, με τη σύλληψη της 17Ν όπου ζητούσε όσες περισσότερες συλλήψεις γινόταν, αλλά και με το σκάνδαλο των υποκλοπών. Στη συνέχεια ο Μίλερ ανέλαβε διευθυντικά καθήκοντα στο IndependentDiplomat που παρείχε συμβουλές και υποστήριξη στην «Τουρκική Δημοκρατία της Βορείου Κύπρου», δηλαδή στο Ψευδοκράτος της Κατεχόμενης Κύπρου. Ο έτερος πρώην πρεσβευτής είναι ο Ντάνιελ Σπέκχαρντ που υπηρέτησε ως πρεσβευτής στην Αθήνα από το 2007 έως το 2010 συνέδεσε τη θητεία του με τις προσπάθειες των ΗΠΑ να μην προχωρήσει ο ρώσικος αγωγός φυσικού αερίου και τη στήριξη που παρείχε η πρεσβεία στον ΓΑΠ για να πάρει την πρωθυπουργία. Το 2011 διορίστηκε από τον υπόδικο επιχειρηματία Λαυρέντη Λαυρεντιάδη (γνωστό και ως Λούα Λούα) πρόεδρο της αμαρτωλής ProtonBank, στην προεδρία της τράπεζας, αντικαθιστώντας τον ίδιο. Πιθανότατα παγιδεύτηκε. Αλλά δεν ήξερε, δεν ρώταγε;  Ή Αμερικανός να είναι και ό,τι να ’ναι;.

http://ardin-rixi.gr/archives/11186