Υπάρχει ανάπτυξη με μνημόνια;

Του ΑΝΕΣΤΗ ΤΑΡΠΑΓΚΟΥ

Εδώ και μια ολόκληρη εξαετία συντελείται μια άνευ προηγουμένου καταστροφή ενός σημαντικού μέρους των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας, ζωντανής εργασίας (μαζική ανεργία) και παγίων κεφαλαίων (κλείσιμο επιχειρήσεων), ενώ ταυτόχρονα συνεχίζει να προωθείται η απομύζηση των εργατικών μισθών και συντάξεων, και η αποδόμηση των δημόσιων κοινωνικών υπηρεσιών (ιδιωτικοποιήσεις ή παραφθορά και κατάρρευση). Η συνδυασμένη επενέργεια τριών παραμέτρων είναι αυτή που επικαθορίζει αυτές τις εξελίξεις: Η παρατεταμένη κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου, με ιδιαίτερα οξυμένο τρόπο στην ελληνική οικονομία. – Η πολιτική των αλλεπάλληλων Μνημονίων των αστικών κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και ΝΔ και πρόσφατα του ΣΥΡΙΖΑ. – Οι δυσμενείς επιπτώσεις της λειτουργίας της ευρωζώνης με τις ρυθμίσεις που την συνοδεύουν και τις δημοσιονομικές επιβαρύνσεις που προκαλεί (ανισομέρεια ευρωπαϊκών οικονομιών, συνεχής δημιουργία ελλειμμάτων, υπερδιόγκωση του εθνικού δανεισμού).

 

ΕΝΑ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟ ΟΡΑΜΑ ΠΟΥ ΟΛΟ ΠΛΗΣΙΑΖΕΙ ΚΑΙ ΟΛΟ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΕΤΑΙ

Κάθε φορά που υιοθετούνταν και ένα Μνημόνιο (το 1ο το 2010, το 2ο το 2012 και το 3ο το 2015), η εκάστοτε πολιτική διακυβέρνηση υπόσχονταν ότι επρόκειτο για το τελευταίο, και ότι μετά την εφαρμογή των επώδυνων μέτρων που περιελάμβανε, και πάντοτε από την επόμενη χρονιά, θα άρχιζε να ανατέλλει ο ήλιος μιας δειλής έστω οικονομικής ανάκαμψης της χώρας. Εντούτοις η πραγματικότητα διέψευδε πάντοτε τους αστικούς κυβερνητικούς ισχυρισμούς, φέρνοντας συνέχεια στην επιφάνεια αρνητικούς ρυθμούς εξέλιξης (μείωσης) του ΑΕΠ της χώρας. Στην ίδια ακριβώς πεπατημένη βαδίζει και η σημερινή κυβέρνηση του μεταλλαγμένου ΣΥΡΙΖΑ, υποσχόμενη ότι ναι μεν εφαρμόζονται περιοριστικά μέτρα, δημοσιονομικού και εισοδηματικού χαρακτήρα, ωστόσο όμως από τα μέσα της επόμενης χρονιάς του 2016, θα αρχίσει να ανθίζουν τα λουλούδια της οικονομικής ανάταξης, δίνοντας τέλος στην μακρόχρονη υφεσιακή πορεία της χώρας.

Μάλιστα η σημερινή κυβέρνηση εξαγγέλλει δια των οικονομικών της υπουργών μεγάλα αναπτυξιακά σχέδια που θα θέσουν σε κίνηση τις πραγματικές δυνάμεις της οικονομίας, και άλλωστε δεν σταματά να συγκροτεί ειδικούς προς αυτό τον σκοπό θεσμούς : Ομάδα επενδύσεων για την Ελλάδα της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, Εθνικό Ταμείο Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης, Ελληνικό Επενδυτικό Ταμείο κλπ. Η ίδια η σημερινή ελληνική κυβέρνηση θεωρεί ότι αυτή η οικονομική ανάπτυξη θα προκύψει, χωρίς να διαταράσσεται ολόκληρο το πλέγμα των εκατοντάδων εφαρμοστικών νόμων των τριών Μνημονίων, τα οποία έχουν δημιουργήσει μια κατάσταση κοινωνικού ολοκαυτώματος, και έτσι γίνεται παγερός και αδίστακτος διαχειριστής της συσσωρευμένης λαϊκής καταστροφής.

Το βασικό σκεπτικό που υιοθετείται και προβάλλεται δεν είναι άλλο από την πραγματοποίηση και προσέλκυση επενδύσεων (από τα ευρωπαϊκά ταμεία του ΕΣΠΑ, της ΕΤΕΠ, της Παγκόσμιας Τράπεζας), και ευρύτερα από τις αγορές του εξωτερικού, οι οποίες σε συνδυασμό με κατάλληλα μέτρα εκσυγχρονισμών και τεχνολογικών καινοτομιών, θα σύρουν την ελληνική παραγωγή έξω από το τέλμα της παρατεταμένης ύφεσης. Αυτό θα επιφέρει θετικούς ρυθμούς εξέλιξης του ΑΕΠ της χώρας, θα συμβάλλει σε έναν βαθμό στην αντιμετώπιση της υπερμεγέθους ανεργίας, θα διευρύνει τη φορολογική βάση, θα αυξήσει στοιχειακά ορισμένα εργατικά εισοδήματα και έτσι θα βελτιωθεί η κοινωνική κατάσταση των εργαζομένων και τα δημοσιονομικά έσοδα του κράτους.

Προφανώς στη διάρκεια αυτής της χρονιάς του 2016 που θα σημαδευτεί από την έναρξη της αναπτυξιακής διαδικασίας, θα διατηρηθούν αμετάβλητες οι παράμετροι της σημερινής κρίσης: Τα μνημόνια στο σύνολό τους όχι μόνον δεν πρόκειται να καταργηθούν αλλά θα συνεχίσουν αυτονόητα να ισχύουν ως αδιαμφισβήτητη και αδυσώπητη νομική πραγματικότητα. – Η λειτουργία εντός της ζώνης του ευρώ θα συνεχισθεί, με την υποχρεωτική εφαρμογή όλων των αντιλαϊκών ρυθμίσεων που την συνοδεύουν. – Ο ελληνικός καπιταλισμός θα τεθεί ολοσχερώς στο απυρόβλητο, επιτελώντας το «θεάρεστο» έργο του να κατασπαράσσει αμείλικτα τους εργατικούς μισθούς και δικαιώματα για να τροφοδοτήσει την κερδοφορία του. Το μόνο που θα αλλάξει στο ελληνικό κοινωνικό τοπίο θα είναι, κατά την κυβερνητική οπτική, η πραγματοποίηση ορισμένων επενδύσεων και ο τερματισμός της μακρόχρονης ύφεσης.

ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΕΡΓΑ ΥΠΟΔΟΜΩΝ ΚΙΝΗΤΗΡΙΑ ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΑΝΑΚΑΜΨΗΣ;

Ένα πρώτο οικονομικό εργαλείο που προβάλλεται από την αστική πολιτική στη σημερινή συγκυρία, αφορά στην δρομολόγηση επενδύσεων ύψους περί τα 12,5 δισεκατ. ευρώ σε έργα υποδομής, όπως σιδηρόδρομοι, λιμάνια, αεροδρόμια και οδοποιία, για την περίοδο 2016 – 20. Βέβαια δεν πρόκειται για κάτι καινούριο, απλά είναι το σχετικό ποσοστό των ετήσιων δημόσιων επενδύσεων (που ούτως ή άλλως είναι μειωμένες στο ήμισυ σε σχέση με το 2008), πράγμα που συστηματικά συμβαίνει χωρίς να επιφέρει αναπτυξιακά παραγωγικά αποτελέσματα. Θεωρείται έτσι ότι οι υψηλοί οικονομικοί πολλαπλασιαστές αυτών των επενδύσεων καθιστούν την υλοποίησή τους πρωταρχικής σημασίας για την ανάκαμψη.

Προβλέπεται έτσι για την προσεχή πενταετία η διάθεση 5,1 δισεκατ. ευρώ στο αστικό σιδηροδρομικό δίκτυο, 1,3 δισεκατ. ευρώ για το εθνικό σιδηροδρομικό δίκτυο, 4,5 δισεκατ. ευρώ για έργα οδοποιίας και 1,5 δισεκατ. ευρώ για αεροδρόμια και λιμάνια. Πιστεύεται δηλαδή ότι η επιστροφή της ελληνικής οικονομίας σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης δεν μπορεί να επιτευχθεί εάν δεν επανεκκινηθούν τα μεγάλα έργα υποδομών, σε μια κατεύθυνση μετατροπής της χώρας σε διεθνή «διαμετακομιστικό κόμβο». Το ερώτημα που τίθεται δεν είναι αν τα έργα αυτά υποδομών (κυρίως σιδηροδρομικά όπως τα εμπορευματικά κέντρα logistics, η ολοκλήρωση της ηλεκτροκίνησης της γραμμής Πάτρα – Αθήνα – Θεσσαλονίκη, μετρό Αθήνας και Θεσσαλονίκης κλπ.), είναι αναγκαία, πράγμα που είναι προοπτικά αδιαμφισβήτητο, αλλά αν στη συγκεκριμένη συγκυρία θα μπορούν να λειτουργήσουν ως ατμομηχανή της οικονομικής ανάκαμψης ή όχι.

Πέραν του γεγονότος ότι οι επενδύσεις αυτές των 12,5 δισεκατ. ευρώ στα επόμενα πέντε χρόνια είναι σε κάθε περίπτωση εξαιρετικά χαμηλές, συγκρινόμενες με τις αντίστοιχες της δεκαετίας του 1990 και του πρώτου μισού της δεκαετίας του 2000, δεν πρόκειται για επενδύσεις που θα δημιουργήσουν σταθερές θέσεις παραγωγικής εργασίας, ούτε μόνιμες διαδικασίες παραγωγής προστιθέμενης αξίας. Οι θέσεις εργασίας δημιουργούνται μόνον κατά την διάρκεια κατασκευής αυτών των έργων υποδομών, και καταργούνται με την ολοκλήρωσή τους, ενώ η οικονομική αποδοτικότητα αυτών των έργων (οδοποιίας, σιδηροδρομικών κ.ά.) είναι εξαιρετικά έμμεσου και εντελώς μακροπρόθεσμου χαρακτήρα.

Κυρίως πρόκειται για μεταβιβάσεις δημόσιων πόρων σε χειμαζόμενους τομείς του ελληνικού καπιταλισμού (τεχνικό εργοληπτικό κεφάλαιο, επιχειρήσεις παραγωγής δομικών υλικών κλπ.), παρά για μια παραγωγική διαδικασία με σταθερή αποτελεσματικότητα. Άλλωστε, στην προηγούμενη της κρίσης εικοσαετία (μέσα δεκαετίας 1980 – μέσα δεκαετίας 2000), πραγματοποιήθηκαν με τα διαδοχικά Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης και τα μετέπειτα ΕΣΠΑ, μαζικές επενδύσεις, κοινοτικές και εθνικές, σε μεγάλα έργα υποδομών (από την Εγνατία Οδό μέχρι την Αττική Οδό, και από το Αεροδρόμιο Ε. Βενιζέλος μέχρι τα σημερινά Οδικά Δίκτυα Πελοποννήσου, Δυτικής και Κεντρικής Ελλάδας), και μάλιστα με την προαγωγή διαδικασιών «παραχώρησης» της εκμετάλλευσης στο ιδιωτικό κεφάλαιο, με αποτέλεσμα σήμερα να μην είναι αυτά τα έργα που μπορούν να βρίσκονται στο επίκεντρο της βιομηχανικής προτεραιότητας.

Σε κάθε περίπτωση τα έργα αυτά υποδομών της προηγούμενης περιόδου, συνέβαλαν στην αύξηση του ΑΕΠ και της απασχόλησης και στην διατήρηση αναπτυξιακών οικονομικών ρυθμών. Όμως επρόκειτο αποκλειστικά για οικονομικές δραστηριότητες που βασίζονταν στους δημόσιους πόρους, και όχι στη διάθεση των προϊόντων τους στην αγορά, σε μια διαδικασία αυτοτελούς τους αναπαραγωγής. Έτσι, με τον δραστικό περιορισμό αυτών των χρηματοδοτικών πόρων ο τομέας αυτός οδηγήθηκε στην κρίση και στην παρακμή που φτάνει σε φαινόμενα αφανισμού του. Συνεπώς ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας, μετά την παραγωγική καταστροφή που έχει διαμεσολαβήσει, βασισμένη στην τροφοδότηση μεγάλων έργων υποδομών, δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά κατά τρόπο περιθωριακό

ΜΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΙΟΛΟΓΙΑ ΠΑΣΙΦΑΝΩΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

Από την άλλη πλευρά εκείνο που προβάλλεται ως διέξοδος από την σημερινή κυβέρνηση του μεταλλαγμένου ΣΥΡΙΖΑ, και που ωστόσο ήταν σταθερό δεδομένο της αστικής πολιτικής προηγούμενα, είναι η προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων, η στήριξη στην οικονομία της γνώσης και στην έρευνα, η ενίσχυση της εξωστρεφούς δράσης του ελληνικού επιχειρηματικού τομέα. Σ’ όλα αυτά τα επίπεδα πρόκειται για μια οικονομική μυθολογία που προβάλλεται από την κυβέρνηση, στο πλαίσιο μιας φαντασιακής αναπτυξιολογίας μέσα από την επεξεργασία και ψήφιση ενός νέου αναπτυξιακού νόμου στις αρχές του 2016.

Η αναμονή της προσέλκυσης άμεσων ξένων επενδύσεων στην ελληνική οικονομία προάγεται εδώ και μια εξαετία χωρίς κανένα αποτέλεσμα, πράγμα που θα συμβεί εκ νέου με τους καινούριους αναπτυξιακούς προσανατολισμούς του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό συμβαίνει γιατί οι επενδύσεις αυτές για να πραγματοποιηθούν απαιτούν την λειτουργία μιας ζωντανής και δυναμικής εσωτερικής αγοράς, ανταποκρινόμενες στη ζήτηση προϊόντων και υπηρεσιών για τα οποία εκδηλώνεται η σχετική ζήτηση. Ανάπτυξη δεν σημαίνει απλά επενδύσεις που θα καταλήγουν στην παραγωγή προϊόντων τα οποία δεν θα μπορούν να απορροφηθούν από την εσωτερική πρωτίστως αγορά. Αυτός είναι ο αντικειμενικός κανόνας που ακολουθούν τα διεθνή κεφάλαια προκειμένου να πάρουν το δρόμο τέτοιων επενδυτικών δράσεων.

Μ’ άλλες λέξεις το ζήτημα της οικονομικής ανάκαμψης δεν είναι πρόβλημα έλλειψης επενδύσεων, αλλά το ακριβώς αντίστροφο, δηλαδή η άνευ προηγουμένου συρρίκνωση της εσωτερικής αγοράς, εξ αιτίας του πολύχρονου περιορισμού μισθών, συντάξεων και δημοσίων δαπανών. Η καταστροφή ζωντανών παραγωγικών δυνάμεων έγινε ακριβώς επειδή περίσσευαν τα διαθέσιμα κεφάλαια της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή δεν μπορούσαν να έχουν καπιταλιστική αποδοτικότητα, μέσα σε μια αγορά που περιοριζόταν κατά 30 – 40% από την άποψη της αγοραστικής δύναμης των λαϊκών νοικοκυριών. Τι επενδύσεις να προσελκυσθούν στην ελληνική τσιμεντοβιομηχανία, τις επιχειρήσεις πλαστικών, τη σιδηρουργία, την επιπλοποιία κλπ., όταν η κρίση υπερσυσσώρευσης και η άτεγκτη εισοδηματική λιτότητα, έχουν ήδη κλείσει ορισμένες από τις μεγαλύτερες βιομηχανικές επιχειρήσεις;

Η μοναδική περιορισμένη περίπτωση λειτουργίας αυτού του επενδυτικού σχεδιασμού με άμεσες ξένες επενδύσεις, θα μπορούσε να αφορά την παραγωγή προϊόντων σε μεγάλες ειδικές οικονομικές ζώνες (που άλλωστε ήδη λειτουργούν σε διάφορες περιφέρειες), με τριτοκοσμικούς όρους εργασίας, δικαιωμάτων και αποδοχών, απαιτήσεις που συνήθως προάγονται από ξένους επενδυτικούς ομίλους: Να ξαναχτιστεί ο ιδιωτικός τομέας με τον καπιταλιστικό τρόπο που χρειάζεται, να ενισχυθεί η ευελιξία της μισθωτής εργασίας, να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις στο σύνολό τους. Πρόκειται για ορισμένους από τους πολλούς όρους που θέτουν διεθνή επενδυτικά κέντρα, που περισσότερο σηματοδοτούν ακόμη παραπέρα κοινωνική οπισθοδρόμηση παρά μορφές αναπτυξιακής ανάταξης.

Και από την άλλη πλευρά η επιχειρηματολογία για την ανάπτυξη της οικονομίας της γνώσης, της εφαρμογής των νέων τεχνολογιών, της καινοτομίας, με την αξιοποίηση του ελληνικού τεχνικού και επιστημονικού κεφαλαίου, μόνον θυμηδία μπορούν να προκαλέσουν. Ποια επιστημονική έρευνα μπορεί να αναπτυχθεί στο πεδίο ενός κατεστραμμένου παραγωγικού βιομηχανικού ιστού; Και για ποια αξιοποίηση της επιστημονικής νεολαίας γίνεται λόγος, όταν δεκάδες χιλιάδες νέοι επιστήμονες και τεχνικοί έχουν πάρει το δρόμο της οριστικής μετανάστευσης για τις αναπτυγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες, ενώ όσοι έχουν παραμείνει στη χώρα λιώνουν στο τέλμα της μακροχρόνιας ανεργίας και ετεροαπασχόλησης; Και πώς είναι δυνατό να ενισχυθεί η εξωστρέφεια της ελληνικής παραγωγής, με την τόνωση της ανταγωνιστικότητας λόγω τεχνολογικών καινοτομιών, χωρίς προηγουμένως να λειτουργεί μια ζωντανή βιομηχανική παραγωγή, η οποία στην προκειμένη περίπτωση έχει καταστραφεί σε μεγάλο ποσοστό ; Πώς μπορούν να κάνουν λόγο για σκοινί (οικονομία της γνώσης) στο σπίτι του κρεμασμένου (μαζική εκδίωξη των φορέων της γνώσης στη μετανάστευση λόγω της ανεργίας);

ΑΝΑΚΑΜΨΗ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΜΕ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΩΝ ΜΝΗΜΟΝΙΩΝ

Στον αντίποδα κυριολεκτικά της αστικής πολιτικής στην σημερινή περίοδο (προώθηση των Μνημονίων για την διαμόρφωση όρων εξαγωγής απόλυτης υπεραξίας από τους εργαζόμενους), τοποθετείται η ριζοσπαστική αντιμνημονιακή πολιτική, η οποία βλέπει στην ολοσχερή κατάργηση των Μνημονίων (των δύο προηγούμενων και του σημερινού), ταυτόχρονα :

Από τη μια πλευρά την αποκατάσταση της κοινωνικής δικαιοσύνης που έχει πληγεί ανεπανόρθωτα, με την κατάργηση των εφαρμοστικών νόμων που μειώνουν τους μισθούς, συρρικνώνουν τις συντάξεις, αναπαράγουν την μαζική ανεργία, αποδομούν το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και νοσοκομειακής περίθαλψης, ιδιωτικοποιούν όλο το φάσμα των δημόσιων επιχειρήσεων κλπ.

Από την άλλη πλευρά και παράλληλα η κατάργηση της μνημονιακής νομοθεσίας, αυτής της θεσμικής κατοχύρωσης της ατελεύτητης λιτότητας, σε επίπεδο αμοιβών των εργαζομένων και δημοσιονομικών μεγεθών, οδηγεί εκ των πραγμάτων στην ισχυρή αύξηση και αποκατάσταση της αγοραστικής δύναμης των λαϊκών νοικοκυριών, με ευεργετικές επιδράσεις στην τροφοδότηση της συνολικής οικονομικής δραστηριότητας και ανάκαμψης της παραγωγής.

Κατά συνέπεια δεν είναι παρά η εξαετής αφαίμαξη των λαϊκών εισοδημάτων που προκαλεί αντικειμενικά την στασιμότητα αν όχι την παρατεταμένη ύφεση και τροφοδοτεί την απουσία θετικών ρυθμών εξέλιξης του ΑΕΠ. Ο ριζικός περιορισμός της αγοραστικής δύναμης των εργατικών οικογενειών είναι ο καθοριστικός παράγοντας που δεν επιτρέπει την επανεκκίνηση της λειτουργίας της οικονομικής μηχανής. Άλλωστε με τα μέτρα της μνημονιακής πολιτικής που κατέστησαν την εργατική δύναμη φθηνή, πειθήνια και ελαστική, έχει επιτευχθεί η ανάκαμψη της κερδοφορίας της πλειονότητας των καπιταλιστικών επιχειρήσεων, παρόλη τη στασιμότητα του κύκλου εργασιών του επιχειρηματικού τομέα. Και αυτό είναι που ενδιαφέρει το επιχειρηματικό κεφάλαιο, δηλαδή η ανάταξη της κερδοφορίας και αποδοτικότητάς του, και όχι προφανώς η όποια ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, η ανόρθωση της παραγωγικής της βάσης, η απορρόφηση της υπερμεγέθους ανεργίας.

Πρόκειται για μια ιστορική περίπτωση όπου η αντιπολιτευτική ριζοσπαστική πολιτική αποκατάστασης της κοινωνικής δικαιοσύνης συνοδεύεται από την παράλληλη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που επιφέρει η επικράτηση αυτών των μέτρων κοινωνικής δικαιοσύνης. Προφανώς σ’ αυτή την περίπτωση, και ενώ η παραγωγική μηχανή θα μπορεί να επιταχύνει τη λειτουργία της, λόγω της τροφοδότησής της με ισχυρά ενδυναμωμένη λαϊκή κατανάλωση, εκείνο που θα τροποποιηθεί ριζικά δεν θα είναι παρά ο περιορισμός της καπιταλιστικής κερδοφορίας, η οποία βέβαια και δεν είναι ο κινητήρας της οικονομικής ανάπτυξης. Αυτός τοποθετείται στην ικανοποίηση των ζωτικών λαϊκών αναγκών που έχουν δραστικά περικοπεί.

Από αυτή την άποψη, ακόμη και αν δεχθεί κανείς ότι η σημερινή κυβερνητική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ αμβλύνει τα νεοφιλελεύθερα χαρακτηριστικά της (πράγμα προφανώς εξαιρετικά αμφίβολο), ακόμη και αν κατορθώνει να συντηρεί μια κατάσταση ισορροπίας στη στασιμότητα, εντούτοις αδυνατεί ολοκληρωτικά να συμβάλλει τόσο στην δραστική αντιμετώπιση της κοινωνικής εξαθλίωσης που έχει σωρευθεί (μειωμένοι μισθοί και συντάξεις, μονιμότητα ανεργίας, συνεχής φορολογική καταιγίδα κλπ.), όσο και στην οποιαδήποτε τροφοδότηση της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Ωστόσο η Αριστερά δεν συγκροτήθηκε και δεν αγωνίστηκε τα προηγούμενα χρόνια απέναντι στις μνημονιακές πολιτικές παρά ως η πολιτική δύναμη κατάργησης των Μνημονίων, ως φορέας αλλαγής της κοινωνικής πραγματικότητας, και όχι όπως έχει καταλήξει ο ΣΥΡΙΖΑ ως διαχειριστής της κοινωνικής αθλιότητας και του οικονομικού τέλματος. Αυτός είναι και ο γενεσιουργός λόγος ύπαρξης του ριζοσπαστισμού και της αριστερής πολιτικής, που ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ολοσχερώς εγκαταλείψει χάριν της αστικής διαχείρισης της λαϊκής εξαθλίωσης και της παραγωγικής στασιμότητας.

 

http://www.iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=23088:tarpagkos-anaptyxi&catid=60:anaptixi&Itemid=184