Ζωντανές βιομηχανίες ή κελύφη ιστορικών μουσείων

Του ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΛΙΟΥ*

Η κρίση που διαπερνά τα τελευταία χρόνια την ελληνική οικονομία, έχει πλήξει καίρια όλους τους τομείς, ιδιαίτερα την ελληνική βιομηχανία. Χιλιάδες Μικρομεσαίες αλλά και μεγάλες μεταποιητικές επιχειρήσεις έχουν βάλλει «λουκέτο» και χιλιάδες εργάτες ζουν στο «κολαστήριο» της χρόνιας ανεργίας. Η κρίση είναι βαθιά και παρατεταμένη. Η βιομηχανική παραγωγή σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ από 11,1% του ΑΕΠ το 2009, έπεσε στο 8,7% το 2014, οι επενδύσεις έχουν τελματώσει, οι εξαγωγές παραπαίουν, ενώ οι απασχολούμενοι από 217.892 άτομα το 2009 μειώθηκαν σε 179.933 το 2012 και πολύ λιγότερους το 2014.

 

Παράλληλα μεγάλες βιομηχανικές μονάδες είτε έκλεισαν (Ελληνική Χαλυβουργία, Κλωνατέξ, Σέλμαν, κά), είτε υπολειτουργούν (Ναυπηγεία Σκαραμαγκά), είτε οδεύουν προς κλείσιμο μειώνοντας προσωπικό (Χαλυβουργική). Με την απώλεια θέσεων εργασίας χάνονται μαζί και επαγγελματικές δεξιότητες, ενώ από την άλλη συνεχίζεται η διαρροή νέων επιστημόνων στο εξωτερικό. Τέλος τα «κόκκινα» επιχειρηματικών δάνεια κυοφορούν νέα «λουκέτα» σε ΜμΕ αλλά και μεγάλες επιχειρήσεις, κυρίως της μεταποίησης. Το δίλημμα γίνεται όλο και πιο έντονο: Ζωντανές βιομηχανίες ή άδεια κελύφη επιχειρήσεων σε μορφή ιστορικών μουσείων.!

 

Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές και τα Μνημόνια είναι η κύρια αιτία της παραγωγικής αποδιάρθρωσης και φτωχοποίησης της ελληνικής κοινωνίας, με εξαίρεση μια μικρή επιχειρηματικής ελίτ και των μεντόρων της «διαπλοκής» που αυξάνουν τα πλούτη τους. Είναι εκείνοι που σήμερα, σε αγαστή σύμπνοια με τις υπερεθνικές ελίτ Βρυξελλών και Βερολίνου, επιμένουν στην συνέχιση των υφεσιακών πολιτικών, συρρίκνωσης των λαϊκών εισοδημάτων, παραπέρα διάλυσης των εργασιακών σχέσεων και υποταγής στις απαιτήσεις των δανειστών. Υποκριτικά ομνύουν στην ανάπτυξη, απαιτούν λιγότερους φόρους για επενδύσεις, ενώ ταυτόχρονα έχουν «παρκάρει» εκατοντάδες δις € σε ευρωπαϊκές τράπεζες, κερδοσκοπικά funds και off-shore εταιρίες.

Η ΑΝΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΑΠΑΙΤΕΙ ΔΕΑΣΤΙΚΕΣ ΠΕΡΜΒΑΣΕΙΣ 

Η πολιτική παραγωγικής ανασυγκρότησης αποτελεί όχημα αναστροφής της αρνητικής πορείας και επανεκκίνησης της οικονομίας, με στόχο την αύξηση των θέσεων εργασίας και του εθνικού εισοδήματος. Ιδιαίτερη σημασία έχει ο τομέας της βιομηχανίας, λόγω των πολλαπλασιαστικών «αλυσίδων αξίας» που δημιουργεί (διακλαδικές-ενδοκλαδικές διασυνδέσεις). Ταυτόχρονα χρειάζεται αποδόμηση των νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων που ταυτίζουν την «ανταγωνιστικότητα» με το χαμηλό εργατικό κόστος και την τιμή, αποσιωπώντας το ρόλο της παραγωγικότητας (έρευνα, τεχνολογία, οργάνωση, καινοτομία, εξειδίκευση), καθώς και των εμπορικών δικτύων, μονοπωλιακών δομών, συναλλαγματικής πολιτικής κά. Κάτι ανάλογο ισχύει και με την «εξωστρέφεια» που προβάλλεται ως το κατάλληλο «υπογλώσσιο» τόνωσης γενικά της ζήτησης και ενίσχυσης των κερδών, με πρακτικές εσωτερικής υποτίμησης κυρίως της εργατικής δύναμης. Τέλος η φιλολογία περί «νέου παραγωγικού μοντέλου» παρακάμπτει το ζήτημα της παραγωγής «εγχώριας προστιθεμένης αξίας», ενώ η στήριξη της «επιχειρηματικότητας» ταυτίζεται με τον ιδιωτικό τομέα, θεωρώντας εκ προοιμίου ακατάλληλους για «επιχειρείν» τον δημόσιο και κοινωνικό τομέα.

Η ανασυγκρότηση της ελληνικής βιομηχανίας απαιτεί πολιτική βούληση και «εθνικό σχέδιο», που θα έχει στο επίκεντρο: α) τη διατήρηση και αύξηση των θέσεων εργασίας, β) την παραγωγή νέας αξίας, γ) την υποκατάσταση εισαγωγών και αύξηση εξαγωγών, δ) δημιουργία «αλυσίδων αξίας», ε) διασφάλιση θεμελιωδών εργασιακών δικαιωμάτων, στ) δίκαιη διανομή του παραγόμενου προϊόντος και ζ) επιδίωξη σχέσεων ισότιμης συνεργασίας με όλες τις χώρες. Βασικά εργαλεία μιας τέτοιας βιομηχανικής πολιτικής είναι κατ’ αρχήν η τόνωση της «ενεργού ζήτησης» (καταναλωτικής και επενδυτικής, δημόσιας και ιδιωτικής), με κατάργηση των πολιτικών λιτότητας και αύξηση των επενδύσεων.

Οι τελευταίες έχουν άμεση σχέση με τη ψήφιση ενός νέου αναπτυξιακού νόμου και ριζική αναμόρφωση του συστήματος «κινήτρων», αξιοποίηση των κονδυλίων ΕΣΠΑ και ΠΔΕ, με οδηγό τους στόχους του «σχεδίου», τον προσανατολισμό του τραπεζικού συστήματος – υπό δημόσιο και κοινωνικό έλεγχο – στην ανασυγκρότηση της οικονομίας και ιδιαίτερα της μεταποίησης, καθώς και την παραγωγική αξιοποίηση εξωγενών πόρων (άμεσες ξένες επενδύσεις, δάνεια ΕΤΕπ, κά). Τέλος η προώθηση του «σχεδίου» απαιτεί επεξεργασμένες κλαδικές πολιτικές και σύγχρονες υποστηρικτικές δομές (αδειοδότησης, χωροθέτησης, πιστοποίησης, εποπτείας αγοράς, ελέγχου καρτέλ κά). Η επεξεργασία σχεδίων επανεκκίνησης, κλειστών αλλά βιώσιμων μονάδων, για διατήρηση θέσεων εργασίας, η στήριξη πρωτοβουλιών δημιουργίας νέων καινοτόμων επιχειρήσεων και νέων θέσεων εργασίας, θα πρέπει σταθερά να βρίσκονται στο επίκεντρο της πολιτικής ανασυγκρότησης. Όσον αφορά τους φορείς προώθησης του «σχεδίου», εκτός από τον ιδιωτικό τομέα (μεγάλες και ΜΜ-επιχειρήσεις), κρίσιμο ρόλο έχουν να παίξουν ο δημόσιος και ο κοινωνικός (συνεταιριστικοί, κά).

ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΚΑΙ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ

Στην προώθηση του σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης, υπάρχουν προφανώς ισχυρά οικονομικά, πολιτικά και θεσμικά εμπόδια. Δεν είναι απλώς ο βραχνάς του χρέους και των χρεολυσίων, ούτε οι εκβιασμοί των «θεσμών» της ευρωζώνης, αλλά και οι εγγενείς αδυναμίες της δημόσιας διοίκησης, του χρηματοπιστωτικού και δημοσιονομικού συστήματος και ιδιαίτερα η συμπεριφορά της εγχώριας οικονομικής ελίτ και των πολιτικών εκφραστών της. Ωστόσο υπάρχουν μεγάλες δυνατότητες χάραξης μιας νέας πορείας. Το νέο ΕΣΠΑ και ιδιαίτερα το πρόγραμμα ΕΠΑΝΕΚ (Ανταγωνιστικότητα, Επιχειρηματικότητα, Καινοτομία), παρά τις λαθεμένες επιλογές της προηγούμενης κυβέρνησης στην αρχική φάση κατανομής πόρων και δράσεων (θέτοντας ουσιαστικά «εκτός νόμου» τη μεταποίηση), παρέχει μεγάλα περιθώρια αξιοποίησης του, για τόνωση της βιομηχανικής παραγωγής και της απασχόλησης, συνδυάζοντας τις οριζόντιες και κάθετες δράσεις, αρκεί στην τελική επιλογή των έργων, να πρυτανεύσουν τα κριτήρια που προωθούν στους κεντρικούς στόχους του «σχεδίου».

Ειδικότερα στις «παραγωγικές αλυσίδες» χρειάζεται να ενταχθούν δράσεις στήριξης επιχειρήσεων που ανήκουν είτε σε παραδοσιακούς κλάδους (ναυπηγεία, χαλυβουργίες, κλωστοϋφαντουργία κά), λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα ειδικά καθεστώτα που ισχύουν στην ΕΕ, είτε σε νέους κλάδους (πληροφορική, επικοινωνίες, τεχνολογικής ανάπτυξης και καινοτομίας), καθώς σε κλάδους «πράσινης οικονομίας» (ανακύκλωσης, εξοικονόμησης ενέργειας, μείωσης ρύπων, διαχείριση αποβλήτων, κά) και αξιοποίησης ορυκτού πλούτου (σπάνιες γαίες, κά). Επίσης μεγάλη σημασία έχει η δημιουργία «δικτυώσεων» ΜΜΕ (clusters) και δημιουργία επιχειρήσεων κοινωνικής οικονομίας, η ανάδειξη και στήριξη της παραγωγής χειροτεχνικών και βιοτεχνικών προϊόντων, σε σύνδεση με τον τομέα πολιτισμού, δημιουργία σύγχρονων υποδομών (νέων επιχειρηματικών πάρκων), βελτίωση υποδομών ποιότητας, πιστοποίησης, εργαστηρίων δοκιμών, ελέγχων προϊόντων, κωδικοποίησης βιομηχανικής νομοθεσίας, μετεγκατάστασης επιχειρήσεων σε ΒΙΠΕ, κά. Η διαβούλευση με αντίστοιχους κοινωνικούς φορείς και η φροντίδα για τους εργαζόμενους στη βιομηχανία, αποτελούν σημαντικούς κρίκους στην επιτυχή προώθηση της παραγωγικής ανασυγκρότησης.

*Πηγή: avgi.gr