Ο αδιάντροπος

ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΣ – ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ

Ως αδιαντροπια, μπορεί να ορισθεί η περιφρόνηση της κοινής γνώμης για χάρη αισχρού κέρδους.  Να λοιπον τι είδους άνθρωπος είναι ο αδιαντροπος. Πρώτον, πηγαίνει να δανεισθεί χρήματα από άνθρωπο στον οποίο δεν ξεπλήρωσε προηγούμενο χρέος του. έπειτα, αφού κάνει θυσία στους θεούς, ο ίδιος πηγαίνει να δειπνήσει στο σπίτι κάποιου άλλου, ενώ τα δικά του κρέατα τα αλατίζει και τα αποθηκεύει. Και ενώ δειπνεί σε ξένο σπίτι, προσκαλεί και τον υπηρέτη του και του δίνει παίρνοντας από το τραπέζι κρέας και ψωμί και του λέει ενώ τον ακούν όλοι: “Φαε καλά Τίβειε”.

Οταν πηγαίνει στον κρεοπώλη, του ύπενθυμίζει την περίπτωση που τυχόν του φάνηκε χρήσιμος και αφού πάει και καθίσει δίπλα στη ζυγαριά, ρίχνει μέσα κατά προτίμηση κρέας, αλλιώς κανένα κόκκαλο για σούπα, αλλιως αρπάζει από το τραπέζι κανένα έντερο και φεύγει γελώντας.
Οταν αγοράσει για τους φιλοξενούμενους του εισιτήρια για το θέατρο, παρακολουθεί το θέαμα και ο ίδιος χωρίς να πληρώσει, ενώ την επόμενη μέρα φέρνει και τους γιους του και τον παιδαγωγό τους.
Αν κανείς αγοράσει τίποτε πράγματα σε τιμή ευκαιρίας, ζητά μερίδιο και για τον εαυτό του.
Πηγαίνει σε ξένο σπίτι και δανείζεται κριθάρι, καμιά φορά και άχυρο, αναγκάζοντας μάλιστα τους δανειστές του να του τα κουβαλήσουν στο σπίτι του.
Είναι ικανός στα δημόσια λουτρά, να πάει στους λέβητες με το ζεστο νερό και να γεμίσει τον κουβά του και να ξεπλυθεί μόνος του, και ενώ ο λουτράρης διαμαρτύρεται με φωνές, αυτός του λέει: “Εχω ήδη λουστεί” κι έπειτα φεύγοντας: “δε σου χρωστάω καμιά χάρη”.

ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΣ – ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ

 

 

“Ἡ δὲ ἀναισχυντία ἐστὶ μέν, ὡς ὅρῳ λαβεῖν, καταφρόνησις δόξης αἰσχροῦ ἕνεκα κέρδους, ὁ δὲ ἀναίσχυντος τοιοῦτος, [2] οἷος πρῶτον μὲν ὃν ἀποστερεῖ πρὸς τοῦτον ἀπελθὼν δανείζεσθαι, εἶτα … [3] [καὶ] θύσας τοῖς θεοῖς αὐτὸς μὲν δειπνεῖν παρ’ ἑτέρῳ, τὰ δὲ κρέα ἀποτιθέναι ἁλσὶ πάσας, καὶ προσκαλεσάμενος τὸν ἀκόλουθον δοῦναι ἀπὸ τῆς τραπέζης ἄρας κρέας καὶ ἄρτον καὶ εἰπεῖν ἀκουόντων πάντων· Εὐωχοῦ, Τίβειε. [4] καὶ ὀψωνῶν δὲ ὑπομιμνήσκειν τὸν κρεωπώλην, εἴ τι χρήσιμος αὐτῷ γέγονε, καὶ ἑστηκὼς πρὸς τῷ σταθμῷ μάλιστα μὲν κρέας, εἰ δὲ μή, ὀστοῦν εἰς τὸν ζωμὸν ἐμβαλεῖν, καὶ ἐὰν μὲν λάβῃ, εὖ ἔχει, εἰ δὲ μή, ἁρπάσας ἀπὸ τῆς τραπέζης χολίκιον ἅμα γελῶν ἀπαλλάττεσθαι. [5] καὶ ξένοις δὲ αὑτοῦ θέαν ἀγοράσας μὴ δοὺς τὸ μέρος θεωρεῖν, ἄγειν δὲ καὶ τοὺς [υἱεῖς] εἰς τὴν ὑστεραίαν καὶ τὸν παιδαγωγόν. [6] καὶ ὅσα ἐωνημένος ἄξιά τις φέρει, μεταδοῦναι κελεῦσαι καὶ αὑτῷ. [7] καὶ ἐπὶ τὴν ἀλλοτρίαν οἰκίαν ἐλθὼν δανείζεσθαι κριθάς, ποτὲ [δὲ] ἄχυρα, καὶ ταῦτα [τοὺς] χρήσαντας ἀναγκάσαι ἀποφέρειν πρὸς αὑτούς. [8] δεινὸς δὲ καὶ πρὸς τὰ χαλκεῖα τὰ ἐν τῷ βαλανείῳ προσελθὼν καὶ βάψας ἀρύταιναν βοῶντος τοῦ βαλανέως αὐτὸς αὑτοῦ καταχέασθαι καὶ εἰπεῖν, ὅτι λέλουται, ἀπιὼν [δὲ]· Κακίζεις; οὐδεμία σοι χάρις.”

 

http://thalamofilakas.blogspot.gr/2012/09/blog-post_6.html