Αναθεώρηση προς τα άνω για τις εξαγωγές του Απριλίου

Καλύτερες ακόμη και των αρχικών εκτιμήσεων ήταν οι επιδόσεις των Ελλήνων Εξαγωγέων κατά τον περασμένο Απρίλιο, συνθέτοντας μία θετική εικόνα για το εξωτερικό εμπόριο της χώρας, με βάση τις ενδείξεις ανάκαμψης της ζήτησης κυρίως από χώρες της ΕΕ. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με ανάλυση του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων και του Κέντρου Εξαγωγικών Ερευνών και Μελετών (ΚΕΕΜ), επί των προσωρινών στοιχείων της ΕΛ-ΣΤΑΤ, προκύπτει αύξηση των εξαγωγών κατά 15,6% για τον περασμένο Απρίλιο, σε σχέση με τον Απρίλιο του 2012, έναντι αρχικής εκτίμησης για αύξηση κατά 13,6%.

 

 

Η επίδοση αυτή συνέβαλλε σημαντικά στη διατήρηση θετικών ρυθμών των εξαγωγών και σε απορρόφηση των πιέσεων του περασμένου Μαρτίου, με αποτέλεσμα στο πρώτο τετράμηνο του 2013, να καταγράφεται αύξηση των εξαγωγών κατά 8,5%, συμπεριλαμβανομένων των πετρελαιοειδών ή κατά 0,8% χωρίς τα πετρελαιοειδή.

 

Όπως δήλωσε η Πρόεδρος του ΠΣΕ κυρία Χριστίνα Σακελλαρίδη «η ανάκαμψη της ζήτησης από χώρες της ΕΕ και η σταδιακή ανάκτηση της εμπιστοσύνης των ευρωπαίων εταίρων αποτελεί ταυτόχρονα παράγοντα αισιοδοξίας, αλλά και στόχο διαρκούς προσπάθειας από την ελληνική πλευρά. Η διαφαινόμενη αποφυγή κλυδωνισμών στο πολιτικό περιβάλλον της χώρας, συμβάλει στη διατήρηση της θετικής δυναμικής και αναδεικνύει τη σημασία της συνέχειας του Κράτους και της οικονομικής δραστηριότητας στη χώρα. Ως εκ τούτου, ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εξαγωγέων, εκτιμά ότι οι τελευταίες εξελίξεις και ο ανασχηματισμός της Κυβέρνησης που διατηρεί και ενισχύει περαιτέρω τον οικονομικό-αναπτυξιακό πυρήνα του Υπουργικού Συμβουλίου θα αποτελέσουν εχέγγυο συνέχισης και επιτάχυνσης των μεταρρυθμίσεων που συνδέονται με την εξωστρέφεια, την ανταγωνιστικότητα και την προώθηση-προβολή των ελληνικών επιχειρήσεων και των προϊόντων τους στο εξωτερικό».

 

Σύμφωνα με την ανάλυση που επεξεργάστηκαν ο ΠΣΕ και το Κέντρο Εξαγωγικών Ερευνών και Μελετών (ΚΕΕΜ), η συνολικά αξία των εξαγωγών, σε σχέση με τον Απρίλιο του 2012 αυξήθηκε κατά 15,6% (στα 2,499 δις ευρώ από 2,16 δις ευρώ). Η αύξηση αυτή προέρχεται από την αύξηση κατά 22,4% των εξαγωγών προς τις χώρες την ΕΕ και κατά 8% προς τις Τρίτες Χώρες. Ωστόσο, αν εξαιρεθούν τα πετρελαιοειδή, η αύξηση των εξαγωγών περιορίζεται σε ποσοστό 7,9%, καθώς προκύπτει μείωση προς τις Τρίτες Χώρες (-2,9%)

 

Ενδεικτικό, είναι το γεγονός ότι συμπεριλαμβανομένων των πετρελαιοειδών, το μερίδιο των Τρίτων Χωρών στις συνολικές ελληνικές εξαγωγές ξεπέρασε τον περασμένο Απρίλιο το 52,8%. Αν εξαιρεθούν τα πετρελαιοειδή, οι χώρες της ΕΕ ανακτούν τη μερίδα του λέοντος και αποσπούν το 66,12% της αξίας των εξαγωγών.

 

Οι εισαγωγές

 

Μικτή εικόνα καταγράφεται στις εισαγωγές, καθώς αφ’ ενός η συνολική τους αξία μειώθηκε τον περασμένο Απρίλιο, αλλά και σε επίπεδο 4μήνου 2013, αφετέρου δε η μείωση αυτή προέρχεται σχεδόν αποκλειστικά στην υποχώρηση των εισαγωγών πετρελαιοειδών από Τρίτες Χώρες (-4,6%).

 

Συγκεκριμένα, η αξία των εισαγωγών υποχώρησε για δεύτερο συνεχόμενο μήνα, έστω και οριακά, κατά 1% τον περασμένο Απρίλιο, έναντι του Απριλίου του 2012 (στα 3,91 δις ευρώ από 3,95 δις το 2012). Όμως, αν εξαιρεθούν τα πετρελαιοειδή προκύπτει αύξηση κατά 6,4%, αφού οι εισαγωγές όλων των άλλων κατηγοριών αυξήθηκαν τόσο από τις χώρες της ΕΕ (+6,3%), όσο και από Τρίτες Χώρες (+6,7%).

 

Σε επίπεδο 4μήνου (Ιανουάριος – Απρίλιος 2013) καταγράφεται μείωση εισαγωγών κατά 6%, σε σχέση με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο, ενώ αν εξαιρεθούν τα πετρελαιοειδή, η μείωση είναι μικρότερη και περιορίζεται στο 5,3%.

 

Ως αποτέλεσμα των κινήσεων των εξαγωγών και των εισαγωγών, προκύπτει περαιτέρω βελτίωση για το εμπορικό έλλειμμα της χώρας. Για τον Απρίλιο του 2013, το εμπορικό έλλειμμα διαμορφώθηκε στο 1,416 δις ευρώ, ήτοι 20,9% χαμηλότερο από ότι τον Απρίλιο του 2012 (1,792 δις ευρώ), ενώ εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών, η μείωση του εμπορικού ισοζυγίου περιορίζεται στο 4,6%.

 

Αντίστοιχα, για το πρώτο τετράμηνο του 2013, το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου διαμορφώθηκε στα 6,629 δις ευρώ, από 8,335 δις την αντίστοιχη περυσινή περίοδο, ήτοι παρουσιάζοντας μείωση 20,5%. Εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών η μείωση διαμορφώνεται στο 12,1%.