Eξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών

Η Εισήγηση  του Γιάννη Μιχελάκη (ΝΔ) στο Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Εξωτερικών:

Κύρωση της Τροποποίησης του άρθρου 20 παράγραφος 1 της Σύμβασης για την Eξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών, όπως υιοθετήθηκε κατά τη συνάντηση των κρατών μερών στην ανωτέρω Σύμβαση, στις 22.5.1995 και εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 22.12.1995 (A/RES/50/202/23.2.1996)

 

 

Με το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εξωτερικών που συζητούμε σήμερα

το ελληνικό Κοινοβούλιο καλείται να κυρώσει

την τροποποίηση του άρθρου 20 της «Σύμβασης

για την εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεως κατά των γυναικών».

Ένα άρθρο που αφορά στις συνεδριάσεις της Επιτροπής,

που έχει συγκροτηθεί με αποκλειστική αρμοδιότητα την παρακολούθηση

της ορθής εφαρμογής της Διεθνούς αυτής Σύμβασης.

Πιο συγκεκριμένα: Η τροποποιούμενη διάταξη,

προέβλεπε ότι η Επιτροπή αυτή θα συνεδρίαζε μία φορά το χρόνο

και για περίοδο όχι μεγαλύτερη των δύο εβδομάδων,

ενώ -με τη νέα διατύπωση – προβλέπεται ότι η διάρκεια των συνεδριάσεων της Επιτροπής

θα καθορίζεται σε μια συνάντηση των κρατών μερών

και θα τελεί υπό την έγκριση της Γενικής Συνέλευσης.

Σκοπός της προτεινόμενης τροποποίησης είναι

η επέκταση της χρονικής διάρκειας των συνεδριάσεων της Επιτροπής,

προκειμένου να μπορεί να ανταπεξέλθει στα καθήκοντά της

με ακόμη πιο ουσιαστικό και αποτελεσματικό τρόπο.

Είναι, λοιπόν, προφανές ότι η τροποποίηση που καλούμαστε να κυρώσουμε

έχει καθαρά τυπικό και διαδικαστικό χαρακτήρα,

χωρίς να υπεισέρχεται στο ουσιαστικό περιεχόμενο των όρων της Σύμβασης.

Αυτό όμως δεν μας εμποδίζει να ξεφύγουμε από τον τύπο

και να πάμε στην ουσία του προβλήματος.

Είναι μια ευκαιρία να δούμε κατά πόσο εφαρμόζονται στην πράξη τα προβλεπόμενα

στη διεθνή σύμβαση για την άρση των διακρίσεων κατά των γυναικών.

Σε διεθνές επίπεδο είναι αλήθεια ότι, σε πολλές περιπτώσεις,

η κατάσταση κρίνεται εύλογα ως απογοητευτική.

Αρκεί να αναλογιστούμε ότι υπάρχουν χώρες στις οποίες οι γυναίκες υφίστανται

αφόρητη καταπίεση και στερούνται ακόμη και τα πιο θεμελιώδη

ατομικά και κοινωνικά δικαιώματά τους.

Την ίδια ώρα, ένας ανησυχητικά υψηλός αριθμός γυναικών

γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης μέσω του trafficking,

δηλαδή της παράνομης διακίνησης και εμπορίας ανθρώπων,

με σκοπό τη σεξουαλική και οικονομική εκμετάλλευση.

Και τέτοια αδίστακτα κυκλώματα δραστηριοποιούνται, δυστυχώς, και στη χώρα μας.

Ακόμη και σήμερα, πολλές γυναίκες διατρέχουν καθημερινά σοβαρούς κινδύνους

και στερούνται τα πιο  βασικά τους δικαιώματα.

Ιστορικά αν το δούμε οι κινητοποιήσεις για θέματα ισότητας απέκτησαν πιο μαζικό χαρακτήρα

μόλις στις αρχές του 20ου αιώνα και η επιτυχία τους οδήγησε

στην απρόσκοπτη πρόσβαση των γυναικών σε μια σειρά από θεμελιώδη

ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, που μέχρι τότε τα στερούνταν.

Πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν τα δικαιώματα στην ψήφο,

στην εκπαίδευση, αλλά και στην εργασία.

Άλλωστε μην ξεχνάμε ότι στη χώρα μας

οι γυναίκες απέκτησαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα μόλις το Μάιο του 1952.

Σχετικά με την εφαρμογή των όρων της Διεθνούς Σύμβασης,

που κυρώθηκε με το Ν 1342/1983 από τη χώρα μας,

θα ήθελα να θυμίσω τη θεμελιώδη διάταξη που περιλαμβάνεται στο άρθρο 3

και προβλέπει ότι : «τα κράτη μέλη λαμβάνουν σε όλους τους τομείς ιδίως στον πολιτικό,

κοινωνικό, οικονομικό και πολιτιστικό τομέα,

όλα τα κατάλληλα μέτρα συμπεριλαμβανομένων και νομοθετικών διατάξεων,

για να εξασφαλίσουν την πλήρη ανάπτυξη και την πρόοδο των γυναικών…..».

Εκ πρώτης όψεως θα έλεγε κανείς ότι η Ελλάδα θεσμικά έχει ανταποκριθεί με επιτυχία

σε ό, τι αφορά στις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Σύμβαση αυτή.

Κι αυτό γιατί  έχουμε προ πολλού θεσπίσει τα απαιτούμενα νομοθετικά μέτρα

για την εφαρμογή της ισότητας των δύο φύλων

και την άρση των διακρίσεων σε βάρος των γυναικών.

Μάλιστα, η Βουλή των Ελλήνων περιέβαλε  τις υποχρεώσεις αυτές

με το κύρος του συνταγματικού τύπου κατά την αναθεώρηση του 2001,

προσθέτοντας στο άρθρο 116 την παράγραφο 2 που λέει συγκεκριμένα:

«Δεν αποτελεί διάκριση λόγω φύλου,

η λήψη θετικών μέτρων για την προώθηση της ισότητας

μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Το Κράτος μεριμνά για την άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη,

ιδίως σε βάρος των γυναικών».

Όμως, στην Ελλάδα αποτελεί κοινό μυστικό ότι αφ’ ενός πάσχουμε από πολυνομία

και αφ’ ετέρου ότι το πρόβλημά μας δεν είναι η θέσπιση των νόμων,

αλλά η ορθή εφαρμογή τους.

Κάτι που επισήμανε τόσο εύστοχα ο Ροΐδης με τη γνωστή του ρήση :

ένας νόμος χρειάζεται σε αυτή τη χώρα, αυτός περί της εφαρμογής των νόμων !

Κάτω απ’ αυτό το πρίσμα γίνεται κοινά παραδεκτό ότι οι Ελληνίδες,

για αρκετά ζητήματα, δικαίως αισθάνονται ότι δεν έχουν την ίδια μεταχείριση με τους άνδρες.

Παίρνοντας ως παράδειγμα το άρθρο 11 της Σύμβασης,

που αφορά στον τομέα της εργασίας,

μια σειρά εύλογων ερωτημάτων καταδεικνύει του λόγου το αληθές :

ñ  Έχουν οι γυναίκες ίσες ευκαιρίες στην απασχόληση ;

ñ  Γιατί οι γυναίκες εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά ανεργίας ;

ñ  Είναι ίδια η αμοιβή ανδρών και γυναικών για την ίδια εργασία ;

ñ  Γιατί οι γυναίκες δεν αναλαμβάνουν εύκολα διευθυντικές θέσεις ;

ñ  Γιατί οι γυναίκες κατέχουν θέσεις χαμηλής ή μεσαίας βαθμίδας

αν και έχουν υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο από τους άνδρες ;

ñ  Μήπως η μητρότητα εξακολουθεί να επιδρά αρνητικά

στην προσβασιμότητα των γυναικών στην εργασία ;

ñ  Προστατεύονται επαρκώς οι γυναίκες

που πέφτουν θύματα παρενόχλησης στο χώρο εργασίας ;

ñ  Υπάρχουν ακόμη και σήμερα «ανδρικά» και «γυναικεία» επαγγέλματα ;

 

Κυρίες και Κύριοι συνάδελφοι,

Είναι προφανές ότι τα παραπάνω ερωτήματα είναι ρητορικά,

γιατί δυστυχώς οι απαντήσεις είναι γνωστές σε όλους.

Προκύπτουν, άλλωστε, μέσα από την παγιωμένη και στερεοτυπική προσέγγιση

αφ’ ενός του παραδοσιακού ρόλου των δύο φύλων

και αφ’ ετέρου της επίδρασης του γάμου στην επαγγελματική σταδιοδρομία των γυναικών.

Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι οι γυναίκες δεν αδικούνται

όπως θα νόμιζε κανείς μόνο από κάποιους «κακούς» εργοδότες του ιδιωτικού τομέα,

αλλά ενίοτε και από τις υπηρεσίες του Κράτους,

όπως για παράδειγμα συνέβη με τον ΟΑΕΔ,

ο οποίος δεν ανανέωνε τις κάρτες ανεργίας των γυναικών,

που βρίσκονταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης.

Γι’ αυτό και ο Συνήγορος του Πολίτη σε σχετικό πόρισμά του,

για τη συγκεκριμένη υπόθεση,

έκρινε ότι η αντιμετώπιση των γυναικών από τον ΟΑΕΔ ήταν άδικη,

γιατί δημιουργούσε διάκριση λόγω φύλου με αφορμή την κυοφορία και τη λοχεία

και καταστρατηγούσε την πολιτική ίσων ευκαιριών ανδρών και γυναικών.

Ανάλογη ήταν η θέση του Συνηγόρου του Πολίτη και σε πλήθος άλλων υποθέσεων

με θέμα την άδικη μεταχείριση των γυναικών στους χώρους εργασίας.

Έκρινε μάλιστα ότι η  διάκριση κατά των γυναικών παραβιάζει τις αρχές

της ισότητας των δικαιωμάτων και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας,

παρεμποδίζει την ισότιμη συμμετοχή των γυναικών

στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας

αποτελεί εμπόδιο στην αύξηση της ευημερίας της κοινωνίας και της οικογένειας

και ότι – σε τελική ανάλυση – εμποδίζει τις γυναίκες να υπηρετήσουν ισότιμα τη χώρα τους.

Ειδικά σε ό, τι αφορά την ανάγκη προστασία της μητρότητας

δεν πρέπει να παραβλέπουμε και μια άλλη διάσταση του ζητήματος,

καθώς το φλέγον δημογραφικό πρόβλημα τείνει να μετατρέψει τη χώρα μας

σε κοινωνία γερόντων.

Όμως, ανάλογη είναι η εικόνα σε βάρος των γυναικών

και στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Παρά την πρόβλεψη των Ευρωπαϊκών Συνθηκών,

παρά το ευρύ φάσμα σχετικών Οδηγιών

και παρά τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

αναφορικά με την «εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών

μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών»,

η αλήθεια είναι ότι στην οικονομία της Ε.Ε.

οι γυναίκες κερδίζουν κατά μέσο όρο 17,4% λιγότερο από τους άνδρες.

Μάλιστα, σύμφωνα με μέτρηση της Eurostat,

στην Ελλάδα το άνοιγμα της ψαλίδας αυτής φτάνει το 20,7%.

Και αυτό παρά το γεγονός ότι στη χώρα μας,

το ποσοστό των γυναικών αποφοίτων λυκείου ανέρχεται στο 88%,

όταν το αντίστοιχο ποσοστό για τους άνδρες είναι μόλις 78 %,

δηλαδή σαφώς χαμηλότερο.

Νομίζω, όμως, ότι αξίζει να αναφερθώ και σε μία πρόσφατη έκθεση

του Ινστιτούτου των Ηνωμένων Εθνών για την Κοινωνική Ανάπτυξη,

καθώς εκεί αναδεικνύεται η ανισότητα σε βάρος των γυναικών

μέσα από δύο μετρήσιμους δείκτες.

Οι «Δείκτες Ανθρώπινης Ανάπτυξης κατά Φύλο»

(Genderrelated Development Index) που χρησιμοποιεί

το «Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για την Ανάπτυξη»

αποτελούν έναν αριθμητικό μέσο όρο τριών παραγόντων :

α) του προσδόκιμου βίου,

β) του επιπέδου εκπαίδευσης και

γ) του ΑΕΠ κατά κεφαλήν προσαρμοσμένου σε αγοραστική δύναμη.

Η στάθμιση αυτών των τριών παραγόντων

(διάρκεια ζωής – μορφωτικό επίπεδο – εισόδημα)

από τον ΟΗΕ σε 143 χώρες κατέδειξε το χάσμα που χωρίζει,

σε πολλές χώρες, ακόμη και σήμερα, τα δύο φύλα.

Ο δεύτερος «Δείκτης Συμμετοχής των Γυναικών» του ΟΗΕ

(Gender Empowerment Measure) μετρά την ενδυνάμωση του κοινωνικού φύλου,

δηλαδή το κατά πόσο οι άνδρες και οι γυναίκες μπορούν να συμμετέχουν ισότιμα

στην κοινωνική, πολιτική και επαγγελματική ζωή,

καθώς επίσης και στη λήψη των αποφάσεων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στις τρεις πρώτες θέσεις ανάμεσα σε 103 χώρες

ήταν τρεις σκανδιναβικές χώρες η Σουηδία, η Νορβηγία και η Δανία.

Όσο για τη χώρα μας, το γεγονός ότι θεωρούμε μεγάλη επιτυχία

ότι στις εκλογές του περασμένου Ιουνίου σημειώσαμε ρεκόρ συμμετοχής

γυναικών στο Ελληνικό Κοινοβούλιο με 62 έδρες,

(δηλαδή ποσοστό μόλις 20,6 % επί του συνολικού αριθμού των εδρών)

αποδεικνύει πόσο πίσω είμαστε στην ουσιαστική συμμετοχή των ελληνίδων

στη λήψη των αποφάσεων.

Μάλιστα η ανισότητα σε βάρος των γυναικών καταγράφεται ακόμη και στους χώρους

που αποστολή τους έχουν την προαγωγή της γνώσης

και την ανάδειξη θεμελιωδών αρχών(όπως η ισότητα),

που δεν είναι άλλοι από τα Πανεπιστήμια.

Οι γυναίκες μέλη του Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού των ελληνικών ΑΕΙ,

όχι μόνο αποτελούν μόλις το 27% επί του συνολικού αριθμού των απασχολουμένων,

αλλά και συγκεντρώνονται στις κατώτερες βαθμίδες της ακαδημαϊκής ιεραρχίας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στις θέσεις Προέδρων και Αντιπροέδρων Τμημάτων,

Διευθυντών Τομέων και Διευθυντών Εργαστηρίων των ελληνικών ΑΕΙ

τα ποσοστά των ανδρών κυμαίνονται μεταξύ 80 και 90%.

Όμως σε μια συζήτηση, όπως η σημερινή, για τα δικαιώματα της γυναίκας,

δεν θα μπορούσαμε να μην αναφερθούμε και σε ένα άλλο μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα:

Αυτό της ενδοοικογενειακής βίας, καθώς το 95% των θυμάτων της είναι γυναίκες.

Δυστυχώς, αποτελεί κοινή διαπίστωση ότι, παρά την ενημέρωση του κοινού

και τη θέσπιση εξειδικευμένου νομοθετικού πλαισίου

(Ν 3500/2006 που θέσπισε τις απαραίτητες αστικές, ποινικές και δικονομικές διατάξεις),

το πρόβλημα του φόβου των γυναικών να «μιλήσουν» για τη βία στο σπίτι

εξακολουθεί και σήμερα να αποτελεί τον κανόνα.

Είναι άξιο προσοχής ότι πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι,

τόσο στην χώρα μας, όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη,

για μια γυναίκα είναι στατιστικά πιο πιθανό να της επιτεθεί,

να την χτυπήσει, να τη βιάσει ή να την σκοτώσει ο σύντροφός της,

παρά κάποιος ξένος σε αυτήν, άντρας!

Για το λόγο αυτό η ενδοοικογενειακή βία θεωρείται διεθνώς το πιο σύνηθες,

αλλά και το λιγότερο δηλωμένο ποινικό αδίκημα,

ενώ παράλληλα αποτελεί ένα από τα μείζονα προβλήματα υγείας των γυναικών.

Είναι πράγματι πολλά τα παραδείγματα που θα μπορούσε να αναφέρει κανείς,

μέσα από τα οποία καταδεικνύεται η αδικία,

η άνιση μεταχείριση και οι διακρίσεις,

που καθιστούν δυσμενέστερη τη θέση των γυναικών στην ελληνική κοινωνία.

Θεωρώ κοινό τόπο ότι η οποιαδήποτε διάκριση κατά των γυναικών

παραβιάζει τις αρχές του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας

και προσβάλλει τα πιο θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα.

Είναι προφανές ότι η ολοκληρωμένη ανάπτυξη και η ευημερία μιας χώρας

είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη μέγιστη δυνατή συμμετοχή των γυναικών υπό ίσους όρους

σε όλους τους τομείς πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής δραστηριότητας.

Το βέβαιο είναι ότι έχουν ακόμη να γίνουν πολλά προκειμένου

η ισότητα των δύο φύλων στη χώρα μας

να μην αποτελεί απλό ευχολόγιο, αλλά να γίνει επιτέλους πράξη.