Το ευρωπαικό σχέδιο θα καταρρεύσει…

ΣΑΜΙΡ ΑΜΙΝ

Η επικρατούσα άποψη στην Ευρώπη είναι ότι αυτή διαθέτει τα μέσα για να καταστεί μια οικονομική και πολιτική δύναμη ανάλογη των ΗΠΑ, και συνεπώς, ανεξάρτητη από τις ΗΠΑ. Αυτό είναι εμφανές αν αθροίσει κανείς τους πληθυσμούς και το ΑΕΠ της ΕΕ. Προσωπικά, πιστεύω ότι η Ευρώπη έχει τρία σημαντικά μειονεκτήματα που αποκλείουν μια τέτοια σύγκριση.

 

Πρώτον, το βόρειο τμήμα της αμερικανικής ηπείρου (οι ΗΠΑ και, αυτό που εγώ αποκαλώ η εξωτερική της επαρχία, ο Καναδάς) είναι προικισμένο με ασύγκριτα περισσότερους φυσικούς πόρους από την περιοχή που καλύπτει η Ευρώπη δυτικά της Ρωσίας, όπως άλλωστε αποδεικνύει και η εξάρτηση της από εισαγόμενους ενεργειακούς πόρους.

 

Δεύτερον, η Ευρώπη αποτελείται από πολλά ξεχωριστά και διαφορετικά έθνη, των οποίων η ποικιλομορφία πολιτικής κουλτούρας – χωρίς αυτή να χαρακτηρίζεται απαραιτήτως από εθνικό σοβινισμό – αποτελεί καθοριστικό παράγοντα που αποκλείει την αναγνώριση ύπαρξης ενός «ευρωπαϊκού λαού» στο πρότυπο του «αμερικανικού λαού» των ΗΠΑ. Θα επιστρέψουμε σε αυτό το σημαντικό ζήτημα παρακάτω.

 

Τρίτον (και αυτός είναι ο κύριος λόγος που αποκλείεται μια τέτοια σύγκριση), η καπιταλιστική ανάπτυξη στην Ευρώπη ήταν και παραμένει ανομοιογενής, ενώ ο Αμερικάνικος καπιταλισμός έχει αναπτυχθεί με έναν αρκετά ομοιογενή τρόπο στην περιοχή της Βορείου Αμερικής, τουλάχιστον από την εποχή του Αμερικάνικου Εμφυλίου. Η Ευρώπη – δυτικά του ιστορικού χώρου της Ρωσίας (συμπεριλαμβανομένης της Λευκορωσίας και της Ουκρανίας) – αποτελείται από τρία σύνολα καπιταλιστικών κοινωνιών με ανομοιογενή μεταξύ τους ανάπτυξη.

 

Ο ιστορικός καπιταλισμός – δηλαδή η μορφή καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που έχει καθιερωθεί σε παγκόσμιο επίπεδο – άρχισε να διαμορφώνεται τον δέκατο έκτο αιώνα, στο τρίγωνο Λονδίνο / Άμστερνταμ / Παρίσι, για να πάρει την τελική του μορφή με τη Γαλλική πολιτική επανάσταση και την Αγγλική Βιομηχανική Επανάσταση. Αυτό το μοντέλο, το οποίο καθιερώθηκε ως κυρίαρχο στα κέντρα του καπιταλισμού μέχρι και τη σύγχρονη εποχή (ο «φιλελεύθερος καπιταλισμός», σύμφωνα με τον Wallerstein), αναπτύχθηκε ταχύτατα και δυναμικά στις Ηνωμένες Πολιτείες μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο θέτοντας τέρμα στη δουλοκτητική οικονομία, όπως επίσης και αργότερα στον Ιαπωνικό φεουδαρχισμό. Στην Ευρώπη, αυτό το μοντέλο αναπτύχθηκε, επίσης με ταχείς ρυθμούς (από το 1870), στη Γερμανία και τη Σκανδιναβία. Αυτός ο ευρωπαϊκός πυρήνας (Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ολλανδία, Βέλγιο, Ελβετία, Αυστρία, Σκανδιναβία) είναι πλέον θύμα της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής εξουσίας του δικού της «γενικευμένου» (όπως το αποκαλώ) μονοπωλίου, το οποίο, ξεκινώντας από προηγούμενες μορφές μονοπωλιακού καπιταλισμού, πήρε τη σημερινή του μορφή κατά την περίοδο 1975-1990.

 

Παρόλ’ αυτά, τα γενικευμένα μονοπώλια στην περιοχή της Ευρώπης δεν είναι «ευρωπαϊκά», αλλά κατεξοχήν «εθνικά» (δηλαδή, Γερμανικά ή Βρετανικά ή Σουηδικά, κλπ.), παρά το γεγονός ότι οι δραστηριότητές τους είναι πανευρωπαϊκές ή ακόμη και διεθνείς (δηλαδή λειτουργούν σε παγκόσμια κλίμακα). Το ίδιο ισχύει και για τα σύγχρονα γενικευμένα μονοπώλια στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ιαπωνία. Στο σχολιασμό μου επί της εντυπωσιακής έρευνας η οποία έχει γίνει για το εν λόγω ζήτημα, τόνισα την καθοριστική σημασία αυτού του συμπεράσματος.

 

Ένα δεύτερο επίπεδο περιλαμβάνει την Ιταλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία, όπου το ίδιο πρότυπο – δηλαδή, αυτό του γενικευμένου μονοπωλιακού καπιταλισμού που ισχύει σήμερα – έχει διαμορφωθεί πολύ πιο πρόσφατα, μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εξαιτίας αυτής της καθυστέρησης, οι χώρες αυτές χαρακτηρίζονται από ιδιαιτερότητες όσον αφορά στη μορφή οικονομικής και πολιτικής διακυβέρνησης των κοινωνιών τους, γεγονός που αποτελεί εμπόδιο στην όποια προσπάθεια να καταστούν ίσες με το προαναφερθέν πρώτο σύνολο χωρών.

 

Το τρίτο επίπεδο ανάπτυξης τους καπιταλισμού στην Ευρώπη, το οποίο περιλαμβάνει τις χώρες του πρώην «σοσιαλιστικού» κόσμου (Σοβιετικού πρότυπου) και την Ελλάδα, δεν αποτελεί έδρα γενικευμένων μονοπωλίων που ανήκουν στις εθνικές τους κοινωνίες (οι Έλληνες εφοπλιστές είναι ίσως η εξαίρεση, αν και η ταυτότητα τους ως Έλληνες είναι άκρως αμφίβολη). Όλες αυτές οι χώρες μέχρι και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο κάθε άλλο παρά αποτελούσαν αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες, όπως αυτές του κεντρικού ευρωπαϊκού πυρήνα. Στη συνέχεια, ο σοβιετικός σοσιαλισμός παρεμπόδισε ακόμα περισσότερο την ανάπτυξη των εθνικών καπιταλιστικών αστικών τάξεων που βρίσκονταν ακόμα σε εμβρυακή μορφή, αντικαθιστώντας την εξουσία τους με ένα Κρατικό Καπιταλισμό με κοινωνικά, αν όχι σοσιαλιστικά, χαρακτηριστικά. Με την επανένταξή τους στον καπιταλιστικό κόσμο μέσω της προσχώρησης τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, οι χώρες αυτές βρίσκονται τώρα στην ίδια κατάσταση με τις χώρες του περιφερειακού καπιταλισμού: δεν διοικούνται από τα δικά τους εθνικά γενικευμένα μονοπώλια, αλλά υπόκεινται στα μονοπώλια του Ευρωπαϊκού πυρήνα.

 

Αυτή η ανομοιογένεια της Ευρώπης αποκλείει εντελώς τη σύγκρισή της με το σύμπλεγμα ΗΠΑ / Καναδά. Αλλά, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο αυτή η ανομοιογένεια θα μπορούσε να εξαλειφθεί σταδιακά, με την οικοδόμηση της Ευρώπης. Αυτή ακριβώς είναι η κυρίαρχη άποψη στην Ευρώπη – προσωπικά διαφωνώ, και θα επανέλθω στο θέμα αυτό παρακάτω.

 

Μπορεί να συγκριθεί η Ευρώπη με την Δισυπόστατη Αμερικανική Ήπειρο (dual continent);

 

Προσωπικά θεωρώ ότι η σύγκριση μεταξύ της Ευρώπης και της Αμερικανικής διπλής Ηπείρου (ΗΠΑ / Καναδάς από τη μία πλευρά, και Λατινική Αμερική και Καραϊβική, από την άλλη) είναι πιο ρεαλιστική παρά η αποκλειστική σύγκριση με την Βόρεια Αμερική. Η αμερικανική «δισυπόστατη» ήπειρος συνιστά ένα υποσύνολο του παγκόσμιου καπιταλισμού που χαρακτηρίζεται από την αντίθεση ανάμεσα στον κεντρικό και κυρίαρχο Βορρά και τον υποτελή περιφερειακό Νότο. Αυτή η κυριαρχία, την οποία μοιράζονταν κατά τον δέκατο ένατο αιώνα η Βρετανία (η οποία κατείχε ηγεμονικό ρόλο σε παγκόσμια κλίμακα) και οι ανερχόμενες σε ισχύ ΗΠΑ (των οποίων η φιλοδοξία είχε καταστεί σαφής από το 1823 με το Δόγμα Monroe), σήμερα πλέον ασκείται κυρίως από την Ουάσιγκτον, τα μονοπώλια της οποίας ελέγχουν σε μεγάλο βαθμό την ευρεία οικονομική και πολιτική ζωή του Νότου, παρά τους πρόσφατους προοδευτικούς αγώνες που θα μπορούσαν να θέσουν σε αμφισβήτηση αυτή την κυριαρχία. Η αναλογία με την Ευρώπη είναι προφανής. Η Ανατολική Ευρώπη βρίσκεται σε μια περιφερειακή θέση υποταγής στη Δυτική Ευρώπη ανάλογη με αυτήν της Λατινικής Αμερικής σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

 

Αλλά όπως όλες οι αναλογίες, έχει και αυτή τους περιορισμούς της και εάν τους αγνοήσουμε θα οδηγηθούμε σε εσφαλμένα συμπεράσματα σχετικά με τις πιθανές μελλοντικές προοπτικές και τις αποτελεσματικές στρατηγικές πάλης που μπορούν να ανοίξουν το δρόμο σε αυτές τις μελλοντικές προοπτικές. Σε δύο επίπεδα οι διαφορές υπερέχουν των αναλογιών που διαπιστώνονται. Η Λατινική Αμερική είναι μια τεράστια ήπειρος, με τεράστιους φυσικούς πόρους – νερό, γη, ορυκτά, πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Η Ανατολική Ευρώπη δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να συγκριθεί σε αυτό το επίπεδο. Επιπλέον, η Λατινική Αμερική είναι λιγότερο ανομοιογενής απ’ ότι η Ανατολική Ευρώπη: με δύο σχετικά συγγενικές γλώσσες (χωρίς να αγνοούμε φυσικά τις ινδιάνικες-γηγενείς γλώσσες) και ελάχιστη σοβινιστική εχθρότητα μεταξύ γειτόνων. Παρόλ’ αυτά, όσο σημαντικές και αν είναι αυτές οι διαφορές δεν αποτελούν αποτρεπτικό παράγοντα στο να προχωρήσουμε σε ένα πιο απλοποιημένο συλλογισμό.

 

Όπως καταδεικνύεται από το πρότυπο της Παναμερικανικής Κοινής Αγοράς που προωθείται από την Ουάσιγκτον, η κυριαρχία των ΗΠΑ στη Νότια Αμερική εξασκείται κυρίως με οικονομικά μέσα, (παρόλο που η προσπάθεια των Ηνωμένων Πολιτειών για επιβολή βρίσκεται πλέον σε τέλμα). Ακόμη και το μέρος που βρίσκεται ήδη σε εφαρμογή – δηλαδή η NAFTA που έχει προσαρτήσει το υποτελές Μεξικό στη μεγάλη αγορά της Βόρειας Αμερικής – δεν αμφισβητεί θεσμικά την πολιτική κυριαρχία του Μεξικού. Αυτή δεν είναι καθόλου αφελής παρατήρηση. Κατανοώ ότι δεν υπάρχουν στεγανά που να διαχωρίζουν τα οικονομικά μέσα από τα μέσα που εφαρμόζονται σε πολιτικό επίπεδο. Οι δυνάμεις που αντιπολιτεύονται τον ΟΑΚ (Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών) στη Λατινική Αμερική, ορθώς τον θεωρούν ως «το Υπουργείο Αποικιών των Ηνωμένων Πολιτειών,» γεγονός που αποδεικνύεται από τον μακρύ κατάλογο των επεμβάσεων των ΗΠΑ, είτε στη μορφή στρατιωτικών επεμβάσεων (όπως στην περίπτωση της Καραϊβικής) είτε στη μορφή οργανωμένης υποστήριξης σε πραξικοπήματα.

 

Η θεσμοθετημένη μορφή των σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης απορρέει από μια ευρύτερη και πιο περίπλοκη λογική. Υπάρχει όντως, ένα είδος «Δόγματος Μονρόε» στη Δυτική Ευρώπη («η Ανατολική Ευρώπη αποτελεί μέρος της Δυτικής Ευρώπης»). Αλλά υπάρχει και κάτι περισσότερο από αυτό. Η Ευρώπη δεν είναι πλέον μόνο μια «κοινή αγορά», όπως ήταν αρχικά όπου περιοριζόταν σε έξι χώρες πριν αρχίσει να επεκτείνεται σε άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης.

 

Με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ έχει πλέον καταστεί ένα πολιτικό εγχείρημα. Όντως, αυτό το πολιτικό εγχείρημα σχεδιάστηκε για να εξυπηρετήσει τη διαχείριση των κοινωνιών που επηρεάζονται από τα γενικευμένα μονοπώλια. Αλλά μπορεί ταυτόχρονα να μετατραπεί σε αρένα συγκρούσεων και αμφισβήτησης αυτού του εγχειρήματος και των καθιερωμένων μεθόδων εφαρμογής του. Τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα υποτίθεται ότι έχουν το καθήκον να ενώσουν τους λαούς της Ένωσης και να προωθήσουν τρόπους επίτευξης του στόχου αυτού, όπως η εκπροσώπηση των κρατών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με βάση τον πληθυσμό και όχι με βάση το ΑΕΠ. Ως απόρροια αυτού, η επικρατούσα άποψη στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της πλειοψηφίας των αριστερών που επικρίνουν την παρούσα κατάσταση των θεσμικών οργάνων, διατηρεί την ελπίδα ότι «Μια Άλλη Ευρώπη Είναι Εφικτή».

 

Προτού συζητήσουμε τις θέσεις και τις υποθέσεις για τις πιθανές εναλλακτικές μελλοντικών προοπτικών οικοδόμησης της Ευρώπης, είναι αναγκαίο να κάνουμε μια παρένθεση για να συζητήσουμε, από τη μία πλευρά, τον Ατλαντισμό και τον ιμπεριαλισμό, και από την άλλη, την Ευρωπαϊκή ταυτότητα.

 

«Ευρώπη», ή «Ατλαντική και Ιμπεριαλιστική Ευρώπη»;

 

Η Βρετανία είναι περισσότερο «ατλαντική» παρά ευρωπαϊκή, αντλώντας αυτόν τον τίτλο από τη θέση που κατείχε ως πρώην ηγεμονική ιμπεριαλιστική δύναμη, παρόλο που αυτή η κληρονομιά της σήμερα έχει παρακμάσει για να καταλήξει στη προνομιακή θέση που κατέχει η Πόλη του Λονδίνου στο παγκοσμιοποιημένο χρηματιστηριακό σύστημα. Η Βρετανία λοιπόν, εκμεταλλεύεται την ιδιαίτερη θέση μέλους που κατέχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θέτοντας ως πρώτη προτεραιότητα τη θεσμοθέτηση της οικονομικής και χρηματιστηριακής ευρω-ατλαντικής αγοράς και σε δεύτερη προτεραιότητα την όποια επιθυμία για ενεργή συμμετοχή στην οικοδόμηση μιας ευρωπαϊκής πολιτικής ένωσης.

 

Αλλά δεν είναι μόνο η Βρετανία η οποία είναι «ατλαντική». Τα κράτη της ηπειρωτικής Ευρώπης δεν είναι λιγότερο «ατλαντικά», παρά τη φαινομενική πρόθεση τους να κτίσουν μια πολιτική Ευρώπη. Η απόδειξη αυτού δίνεται από την σημαίνουσα θέση που κατέχει το ΝΑΤΟ σε αυτό το πολιτικό οικοδόμημα. Το γεγονός ότι μια στρατιωτική συμμαχία με μια χώρα εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ενσωματωθεί de facto στο «Ευρωπαϊκό Σύνταγμα» αποτελεί παρέκκλιση χωρίς προηγούμενο. Για ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες (Πολωνία, χώρες της Βαλτικής, Ουγγαρία), η προστασία που τους παρέχει το ΝΑΤΟ – δηλαδή οι Ηνωμένες Πολιτείες – (!) εναντίον «του Ρωσικού εχθρού» είναι πιο σημαντική από την ιδιότητα τους ως μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Η εμμονή στον Ατλαντισμό και η παγκόσμια επέκταση του πεδίου επέμβασης του ΝΑΤΟ μετά την υποτιθέμενη εξάλειψη της «σοβιετικής απειλής» οδήγησε, με βάση τις αναλύσεις που έχω κάνει, στη εμφάνιση του συλλογικού ιμπεριαλισμού της «τριάδας» (ΗΠΑ, Ευρώπη, Ιαπωνία). Δηλαδή, τα κυρίαρχα καπιταλιστικά κέντρα των γενικευμένων μονοπωλίων, σκοπεύουν να παραμείνουν κυρίαρχα, παρά την εμφάνιση αναδυόμενων κρατών. Πρόκειται για μια σχετικά πρόσφατη ποιοτική μετατροπή του ιμπεριαλιστικού συστήματος που στο παρελθόν, και διαχρονικά, στηριζόταν στη σύγκρουση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Ο λόγος εμφάνισης του συλλογικού αυτού ιμπεριαλισμού είναι η ανάγκη για, από κοινού, αντιμετώπιση των προκλήσεων που θέτουν οι χώρες και οι λαοί της περιφέρειας: της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής για απεγκλωβισμό από την υποταγή τους.

 

Οι εν λόγω Ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις αφορούν μόνο στη Δυτική Ευρώπη, της οποίας τα κράτη ήταν πάντα ιμπεριαλιστικά στη σύγχρονη εποχή, και, αν και δεν κατείχαν αποικίες, είχαν πάντα μερίδιο στα ιμπεριαλιστικά κέρδη των πολυεθνικών. Αντιθέτως, οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης δεν έχουν πρόσβαση σε αυτά τα κέρδη, αφού δεν κατέχουν δικά τους εθνικά γενικευμένα μονοπώλια. Παρόλ’ αυτά, ζουν με την ψευδαίσθηση ότι έχουν δικαίωμα σε αυτά, λόγω της «ευρωπαϊκότητάς» τους. Είναι αμφίβολο κατά πόσο θα καταφέρουν να απαλλαγούν ποτέ από αυτή την ψευδαίσθηση.

 

Ο ιμπεριαλισμός αφού έχει γίνει πλέον συλλογικός, ακολουθεί μια ενιαία και κοινή πολιτική έναντι του Νότου – η πολιτική της τριάδας – μια πολιτική συνεχούς επιθετικότητας εναντίον των λαών και κρατών που τολμούν να αμφισβητήσουν το συγκεκριμένο σύστημα παγκοσμιοποίησης. Ο συλλογικός ιμπεριαλισμός έχει ένα στρατιωτικό ηγέτη, αν όχι ηγεμόνα: τις Ηνωμένες Πολιτείες. Γίνεται αντιληπτό, λοιπόν, ότι δεν υπάρχει πια «εξωτερική πολιτική» της ΕΕ, αλλά ούτε και των κρατών της. Τα γεγονότα καταδεικνύουν ότι υπάρχει μόνο μία πραγματικότητα: ευθυγράμμιση με τις θέσεις που αποφασίζει μόνη της η Ουάσιγκτον (ίσως σε συμφωνία με το Λονδίνο). Ιδωμένο από την οπτική του Νότου, η Ευρώπη θεωρείται ως μια, άνευ όρων, σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών. Και παρόλο που στη Λατινική Αμερική εξακολουθούν να διατηρούνται κάποιες ψευδαισθήσεις γι’ αυτό το συμμαχικό σχέδιο – ίσως επειδή η ηγεμονία ασκείται με βάναυσο τρόπο αποκλειστικά από τις Ηνωμένες Πολιτείες και όχι τους υποδεέστερους ευρωπαίους συμμάχους τους – αυτό δεν συμβαίνει στην Ασία και την Αφρική. Όσοι κατέχουν την εξουσία στις αναδυόμενες χώρες το γνωρίζουν: όσοι ηγούνται των άλλων χωρών των δύο ηπείρων αποδέχονται τη θέση τους ως υποτακτικοί υπηρέτες του διεθνούς καπιταλισμού (compradors). Αυτό που είναι σημαντικό για όλους είναι η Ουάσιγκτον και όχι η Ευρώπη, της οποίας η ύπαρξη στο τέλος της ημέρας δεν κάνει καμία διαφορά.

 

Υπάρχει μία ευρωπαϊκή ταυτότητα;

 

Η οπτική γωνία θεώρησης του εν λόγω ερωτήματος αυτή τη φορά αφορά στη θέαση της Ευρώπης από τους ίδιους τους Ευρωπαίους. Διότι από μια εξωτερική οπτική γωνία – αυτή του ευρύτερου Νότου – η ύπαρξη της «Ευρώπης» φαίνεται να είναι μια πραγματικότητα. Για τους λαούς της Ασίας και της Αφρικής, των οποίων οι γλώσσες και οι θρησκείες είναι «μη ευρωπαϊκές», ακόμα και όταν η πραγματικότητα αυτή μετριάστηκε από τον προσηλυτισμό στο Χριστιανισμό που επέβαλαν οι ιεραπόστολοι ή με την υιοθέτηση της επίσημης γλώσσας των πρώην αποικιοκρατών, οι Ευρωπαίοι θεωρούνται ως «οι άλλοι». Η περίπτωση της Λατινικής Αμερικής είναι διαφορετική, αφού, όπως η Βόρεια Αμερική, αποτελεί το προϊόν της οικοδόμησης της «άλλης Ευρώπης», του «Νέου Κόσμου» και συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη του ιστορικού καπιταλισμού.

 

Το ζήτημα της ευρωπαϊκής ταυτότητας μπορεί να συζητηθεί μόνο με μια εσωτερική θεώρηση της Ευρώπης. Αλλά οι απόψεις αυτών που επιβεβαιώνουν την πραγματικότητα της Ευρωπαϊκής ταυτότητας και αυτών που την αρνούνται, παίρνουν πολεμικό χαρακτήρα που οδηγεί την κάθε πλευρά να περιχαρακώνεται στη δική της θέση. Κάποιοι λοιπόν επικαλούνται τον Χριστιανισμό, ενώ κανονικά θα έπρεπε να μιλάμε για καθολικισμό, προτεσταντισμό και Ορθοδοξία, για να μην αναφέρουμε τους, καθόλου αμελητέους, αριθμούς ανθρώπων που δεν ασκούν καμιά θρησκεία ή ακόμα, δεν πιστεύουν σε καμιά θρησκεία. Άλλοι θα παρατηρήσουν ότι ένας Ισπανός αισθάνεται πιο άνετα με έναν Αργεντινό παρά με ένα Λιθουανό, μια Γαλλίδα καταλαβαίνει καλύτερα μια Αλγερινή παρά μια Βουλγάρα, και ένας Άγγλος κινείται πιο ελεύθερα σε περιοχές του κόσμου όπου ομιλείται η γλώσσα του παρά στην Ευρώπη.

 

Ο προγονικός ελληνορωμαϊκός πολιτισμός, όπως ξεκίνησε ή όπως ανασχηματίστηκε, θα έπρεπε να οδηγήσει στην υιοθέτηση των λατινικών και των ελληνικών, και όχι των αγγλικών, ως επίσημες γλώσσες της Ευρώπης (όπως τον Μεσαίωνα). Ο Διαφωτισμός του 18ο αιώνα, δεν εξαπλώθηκε πέρα από το τρίγωνο Λονδίνο/Άμστερνταμ/Παρίσι, παρόλο που εξήχθη μέχρι την Πρωσία και τη Ρωσία. Η αντιπροσωπευτική εκλογική δημοκρατία είναι ακόμη πολύ επισφαλής και πολύ πρόσφατη για να ισχυριστούμε ότι οι ρίζες της χρονολογούνται στη δημιουργία των εμφανώς διαφορετικών πολιτικών πολιτισμών της Ευρώπης.

 

Δεν θα ήταν δύσκολο να αποδείξουμε την επικρατούσα ισχύ εθνικών ταυτοτήτων στην Ευρώπη σήμερα. Η Γαλλία, η Ισπανία, η Αγγλία, η Γερμανία έχουν δημιουργηθεί μέσα από αιώνες οδυνηρών πολέμων. Και αν ο ασήμαντος Πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου μπορεί και δηλώνει ότι «η πατρίδα του είναι η Ευρώπη» (ή ίσως η πατρίδα της τράπεζάς του;), κανένας Γάλλος πρόεδρος ή Γερμανίδα καγκελάριος ή Βρετανός πρωθυπουργός θα τολμούσε να αρθρώσει κάτι τόσο ανόητο. Είναι όμως, απαραίτητο να υπάρχει μια κοινή ταυτότητα για να νομιμοποιηθεί ένα σχέδιο για την δημιουργία μιας περιφερειακής πολιτικής ολοκλήρωσης; Εγώ θα απαντούσα αρνητικά δεδομένου ότι αναγνωρίζουμε την ποικιλομορφία των ταυτοτήτων (ας τις αποκαλέσουμε «εθνικές» ταυτότητες) και ότι θα εντοπίσουμε επακριβώς τους σοβαρούς βαθύτερους λόγους της κοινής βούλησης για την πολιτική ολοκλήρωση.

 

Η αρχή αυτή δεν ισχύει μόνο για τους Ευρωπαίους, ισχύει επίσης για τους λαούς της Καραϊβικής, της Ιβηρικής Αμερικής (ή λατινικής), του αραβικού κόσμου, και της Αφρικής. Δεν είναι απαραίτητο να πιστεύει κανείς στον «αραβισμό» ή στην «αφρικανική καταγωγή» για να αποδεχτεί τη νομιμότητα ενός Αραβικού ή Αφρικάνικου σχεδίου. Δυστυχώς όμως, οι «ευρωπαϊστές» δεν συμπεριφέρονται με τόση ευφυΐα. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία ικανοποιούνται δηλώνοντας «υπερεθνικοί» (supranational) και «αντι-κυριαρχικοί» (anti-sovereigntist), κάτι που στην καλύτερη περίπτωση είναι κενό περιεχομένου ή μπορεί ακόμα να έρχεται σε σύγκρουση με την πραγματικότητα. Κατ’ επέκταση, η ανάλυση μου σε σχέση με τη βιωσιμότητα του ευρωπαϊκού πολιτικού εγχειρήματος δεν θα έχει τις βάσεις της στην κινούμενη άμμο της «ταυτότητας», αλλά στις γερές βάσεις του διακυβεύματος στη συγκεκριμένη περίπτωση και στις θεσμοθετημένες μορφές διαχείρισης του.

 

αναδημοσίευση απο “Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ 13.01.2013

http://www.efsyn.gr/?p=14417