Γιατί γεννήθηκε το κράτος

Εξουσία, ιδεολογία και θεσμοί στην αυτή της νεότερης Ευρώπης

Joseph R. Strayer,
Παν. εκδ. Κρήτης Προοπτικές, 2012

Γράφει ο  Γαλανός Γιώργος:

Οι πρώτοι μόνιμοι αξιωματούχοι ήταν διαχειριστές περιουσίας – οι reeves και οι shire-reeves (σερίφη- δες) στην Αγγλία, οι prévôts στη Γαλλία, οι ministe– riales στη Γερμανία. Αυτοί συγκέντρωναν τα σκόρπια εισοδήματα των περιοχών, που βρίσκονταν στη δικαιοδοσία τους και τα καθιστούσαν διαθέσιμα στους κυρίους τους. Για να το κάνουν αυτό χρειαζόταν να τηρούν κάποιου είδους αρχεία και να υποβάλλονται σε κάποιου είδους λογιστικό έλεγχο. Η εξέλιξη αυτή συντελέστηκε στην Αγγλία πολύ πιο γρήγορα απ’ οπουδήποτε αλλού. Και στις περισσότερες άλλες χώρες όμως, οι κεντρικοί δημοσιονομικοί θεσμοί προέκυψαν μέσα από την εργασία των τοπικών διαχειριστών περιουσίας (σελ. 52).

Η λέξη court είναι αμφίσημη. Αρχικά, δεν σήμαινε παρά τους σημαντικούς άνδρες -επισκόπους, βαρόνους και ανακτορικούς αξιωματούχους- που βρίσκονταν στο πλευρό τού βασιλιά, την αυλή του. Όμως, ακόμη και τον 11ο αιώνα, ορισμένοι απ’ αυτούς τους άνδρες ειχαν περισσότερες πιθανότητες από άλλους να κληθούν να αντιμετωπίσουν νομικής φύσης προβλήματα. Έτσι, κατά τη διάρκεια τού 12ου αιώνα, εμφανίστηκε μια ομάδα βασιλικών
δικαστών, ένα βασιλικό δικαστήριο (σελ. 68).

Ορισμένοι -κυρίως νομικοί και βασιλικοί αξιωματούχοι- είχαν αρχίσει να εξιδανικεύουν το κράτος. Από καιρό υπήρχε μια λατρεία προς το πρόσωπο τού  βασιλιά, τού μόνου ευρωπαίου μονάρχη, που μπορούσε να ισχυρίζεται, πως ήταν κεχρισμένος με λάδι φερμένο απ’ τους ουρανούς, διάδοχος τού Καρλομάγνου, θεραπευτής των ασθενών. Το 1300 είχε πλέον δημιουργηθεί μια λατρεία προς το βασίλειο τής Γαλλίας. Η Γαλλία ήταν μια άγια γη, μια γη, όπου άνθιζε η θεοσέβεια, η δικαιοσύνη και η γνώση. Όπως οι παλιοί ισραηλίτες, έτσι και οι γάλλοι ήταν ένας περιούσιος λαός. Δικαιούνταν την εύνοια τού θεού, την οποία και απολάμβαναν. Να προστατεύεις τη Γαλλία σήμαινε να υπηρετείς το θεό. Όσο εξαπλώνονταν αυτές οι ιδέες -και λίγο μετά το 1400 τις γνώριζε πια καλά ένα χωριατοκόριτσο στις ανατολικές εσχατιές τού βασιλείου- η πρόσδεση στο κράτος γινόταν κάτι περισσότερο από ζήτημα ανάγκης ή ευκολίας. Αποτελούσε πλέον μια αρετή (σελ. 94-95).

Στις μέρες μας, η ύπαρξη τού κράτους θεωρείται αυτονόητη. Διαμαρτυρόμαστε για τις απαιτήσεις του. Παραπονούμαστε, ότι παρεισφρέει ολοένα και περισσότερο σε υποθέσεις, που παλαιότερα θεωρούνταν ιδιωτικές. Μάς είναι όμως, σχεδόν αδύνατο να φανταστούμε τη ζωή χωρίς αυτό. Στον σημερινό κόσμο, η χειρότερη μοίρα, που μπορεί να λάχει σ’ έναν ανθρωπο, είναι να μην έχει κράτος. «Ο ανθρωπος δίχως πατρίδα» τού Χέιλ (διήγημα δημοσιευμένο το 1863) σήμερα υπάρχει, κι ο Χέιλ δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί τα δεινά του. Οι παλιές μορφές κοινωνικής αναγνώρισης έχουν πλέον πάψει να είναι απόλυτα αναγκαίες. Ένας άνθρωπος μπορεί να ζήσει μια λίγο-πολύ ολοκληρωμένη ζωή δίχως οικογένεια, δίχως μόνιμο τόπο κατοικίας, δίχως θρησκευτική ένταξη, αλλά, αν δεν έχει κράτος, είναι ένα τίποτα. Δεν έχει δικαιώματα, δεν έχει ασφάλεια, κι οι ευκαιρίες του για μια δημιουργική προσωπική πορεία θα είναι μηδαμινές. Δεν υπάρχει επί τής γης σωτηρία έξω από το πλαίσιο ενός οργανωμένου κράτους.

Δέν ήταν πάντοτε έτσι. Υπήρχαν περίοδοι -όχι πολύ μακρινές, με τα μέτρα των ιστορικών- στις οποίες το κράτος δεν υπήρχε, δίχως κανείς να νοιάζεται για τούτη την απουσία. Σ’ εκείνες τις εποχές, αυτός, που δεν είχε ασφάλεια κι ευκαιρίες, ήταν ο άνθρωπος δίχως οικογένεια ή χωροδεσπότη, εκείνος, που δεν ήταν ενταγμένος σε μια τοπική κοινοτητα ή σε μια ισχυρή θρησκευτική ομάδα. Ο άνθρωπος αυτός μπορούσε να επιβιώσει μόνο αν γινόταν υποτελής ή δούλος.

Οι αξίες αυτών των κοινωνιών ήταν διαφορετικές απ’ τις δικές μας. Ένας άνθρωπος θα ήταν πρόθυμος να θυσιάσει την περιουσία του ή τη ζωή του για την οικογένειά του, για τον χωροδεσπότη του, για την κοινότητά του ή τη θρησκεία του – αλλά όχι για το κράτος του. Η οργανωτική δύναμη αυτών των κοινωνιών ήταν μικρότερη από τής δικής μας. Ήταν δύσκολο να συγκεντρωθεί ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων και όλοι αυτοί να εργαστούν από κοινού για ικανό χρονικό διάστημα. Όσοι γνωρίζονταν προσωπικά μεταξύ τους συνδέονταν με ισχυρούς δεσμούς. Οι δεσμοί αυτοί, όμως, εξασθενούσαν γρήγορα όσο μεγάλωνε η μεταξύ τους απόσταση.

Το γεγονός, ότι αυτοί οι τύποι οργάνωσης ήταν ατελείς και περιορισμένης έκτασης, σήμαινε, ότι η κοινωνία δεν μπορούσε να αξιοποιήσει κατά τον βέλτιστο δυνατό τρόπο τούς ανθρώπινους και φυσικούς της πόρους, ότι το βιοτικό της επίπεδο ήταν χαμηλό, κι ότι τα προικισμένα άτομα δεν κατάφερναν να πραγματώσουν πλήρως τις δυνατότητές τους. Αντίθετα, η συγκεντρωτική χρήση ανθρώπινων πόρων, την οποία επέτρεψε η ανάπτυξη τού νεότερου κράτους, αποδείχτηκε τόσο αποτελεσματική, ώστε υποχρέωσε κάθε άλλον τύπο κοινωνικής οργάνωσης να υποχωρήσει σε υποδεέστερο ρόλο.

Για τούτη τη συγκέντρωση ισχύος είμαστε αναγκασμένοι να καταβάλλουμε ένα τίμημα – μερικές φορές ένα τίμημα επικίνδυνα υψηλό. Θεωρητικά, θα ήταν ίσως εφικτό να διατηρήσουμε τα οφέλη τής σύνθετης οργάνωσης, που προσφέρει το κράτος και ταυτόχρονα να περιορίσουμε τον ρόλο τού κράτους στη διαμόρφωση τού πλαισίου τής οργάνωσης αυτής. Στην πράξη, κανείς δεν έχει κατορθώσει κάτι τέτοιο μέχρι σήμερα. Μόνον οι πιο απομονωμένοι και πρωτόγονοι λαοί μπορούν να υπάρξουν δίχως κράτος. Μόλις η σύγχρονη ζωή αγγίξει μια περιοχή, οι κάτοικοί της θα πρέπει είτε να συγκροτήσουν κράτος είτε να βρουν καταφύγιο κάτω απ’ τη σκέπη ενός κράτους ήδη υφιστάμενου.

Αφού δεν μπορούμε να ξεφύγουμε απ’ το κράτος, έχει σημασία να το κατανοήσουμε. ‘Ενας τρόπος να το πετύχουμε αυτό, είναι να μελετήσουμε την ιστορία του – να εξετάσουμε πώς και πότε αναδύθηκε η συγκεκριμένη μορφή οργάνωσης, τι είδους ανάγκες κάλυπτε, σε ποιες αρχές ήταν βασισμένη. Μια μελέτη των καταβολών τού νεότερου ευρωπαϊκού κράτους θα μπορούσε ενδεχομένως να φωτίσει κάπως τα γνωρίσματα και τα προβλήματα τού κράτους των ημερών μας. Μπορεί να μάς βοηθήσει να εντοπίσουμε τις διαφορές ανάμεσα στους ποικίλους τύπους κράτους και να εξηγήσουμε για ποιο λόγο ορισμένα κράτη διαθέτουν περισσότερο εύρυθμες και αποτελεσματικές μορφές οργάνωσης από άλλα.

Θα έπρεπε ίσως να ξεκινήσουμε με έναν ορισμό τού κράτους. Οι περισσότερες απόπειρες, όμως, να διατυπωθεί ένας τέτοιος ορισμός δεν στέφθηκαν με μεγάλη επιτυχία. Ένα κράτος υπάρχει κατά κύριο λόγο στην καρδιά και την ψυχή των ανθρώπων του. Αν δεν πιστεύουν, ότι το κράτος είναι παρόν, καμμία λογική άσκηση δεν θα μπορέσει να το φέρει στη ζωή. Εμφανίστηκαν και άνθισαν κράτη, που δεν πληρούσαν κανένα από τα κριτήρια των πολιτικών επιστημόνων: π.χ. οι Κάτω Χώρες τού 17ου αιώνα. Αντί για κάποιον ορισμό, λοιπόν, θα ήταν προτιμότερο να αναζητήσουμε ορισμένα απ’ τα σημάδια, που μάς δείχνουν, ότι ένα κράτος αρχίζει ν’ αναδύεται. Τα σημάδια αυτά θα είναι ιδιαίτερα χρήσιμα για την έρευνά μας, δεδομένου, ότι αυτό, που μάς ενδιαφέρει, είναι πώς γεννήθηκε το κράτος και όχι ποια μορφή έλαβε τελικά. (Απόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο: «Το κράτος αναδύεται, 1000-1300»).

Ο συγγραφέας τού βιβλίου, Joseph R. Strayer (1904-1987) δίδαξε στο πανεπιστήμιο τού Princeton, από τη δεκαετία τού 1930 μέχρι το θάνατό του. Διατέλεσε πρόεδρος τού τμήματος Ιστορίας στο ίδιο πανεπιστήμιο για είκοσι χρόνια. Το «Γιατί γεννήθηκε το κράτος» είναι βασισμένο σε διαλέξεις του.

Το βιβλίο επικεντρώνεται στους θεσμούς τής Γαλλίας και τής Αγγλίας. Η επικέντρωση αυτή δεν είναι αναιτιολόγητη. Τα πρώτα ευρωπαϊκά κράτη, τα οποία κατόρθωσαν να επιβιώσουν ώς τις μέρες μας, σχηματίστηκαν στη Γαλλία και την Αγγλία. Όλα τα άλλα ευρωπαϊκά χράτη επηρεάστηκαν σε πολύ μεγάλο βαθμό απ’ αυτές τις χώρες. Η Γαλλία και η Αγγλία αποτελούν εξαιρετικά παραδείγματα τής διαδικασίας οικοδόμησης κράτους, ακόμη κι αν δέν μπορούν να θεωρηθούν τα μόνα τέτοια παραδείγματα.

Στο βιβλίο εξηγείται μέσα από ποιες διαδικασίες τα ευρωπαϊκά κράτη ανέπτυξαν ορισμένους απ’ τους θεσμούς εκείνους, οι οποίοι τούς επέτρεψαν να αποτελέσουν πανίσχυρα εργαλεία για την οργάνωση και τον έλεγχο μεγάλου πλήθους ανθρώπων. Το να περιγράφεις ένα φαινόμενο, όπως γράφει ο Strayer, δεν ισοδυναμεί με το να το εγκωμιάζεις. Βασική αποστολή τού ανθρώπου δέν είναι να δημιουργεί κράτη. Τα περισσότερα ανθρώπινα επιτεύγματα όμως, οφείλουν την ύπαρξή τους στη συνεργασία μεταξύ των ανθρώπων στο πλαίσια τής προσπάθειας υλοποίησης κοινών στόχων και το κράτος είναι εκείνο, που παρέχει ένα τρόπο επίτευξης αυτής τής συνεργασίας. Δεν χωρά αμφιβολία, ότι δεν συνιστά τον μοναδικό τρόπο για την επίτευξη τής συνεργασίας αυτής. Ωστόσο, σήμερα, αποτελεί τον κυρίαρχο τρόπο. Συνεπώς, η προσπάθεια να ανακαλύψουμε τί είναι το κράτος και πώς απέκτησε τη σημερινή του μορφή δεν είναι αναιτιολόγητη.

http://www.freeinquiry.gr/pro.php?id=2912&PHPSESSID=818fc1fc604213ea0867fc24230ca5b0