Κοινωνική ασφάλιση και μνημονιακές πολιτικές

Των ΖΩΗΣ ΕΥΓΕΝΙΑΔΟΥ και ΒΑΓΓΕΛΗ ΝΙΝΟΥ*

ΕΙΣΑΓΩΓΗ :

Η Παγκόσμια Τράπεζα ( Τhe World Bank ) έχει εκδώσει από το 1994, κείμενο με τίτλο «Averting the old age crisis: Policies to protect the old and promote growth»>, που υποστηρίζει  πως τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης τελειώσανε και ο καθένας πρέπει να φροντίζει τον εαυτό του. Φυσικά δεν είναι διατυπωμένο έτσι ακριβώς. Πολιτικοί επιστήμονες και οικονομολόγοι, απολογητές του σύγχρονου οικονομικού νεοφιλελευθερισμού, ευθέως πλέον και χωρίς καμία επιφύλαξη , θέτουν το εξής ερώτημα : ” Μήπως η ανάπτυξη του κράτους πρόνοιας έχει φτάσει στα ανώτατα αποδεκτά από την κοινωνία όρια; “. Προβληματισμοί και διατυπώσεις όπως αυτές έχουν οδηγήσει στην διατύπωση μεταρρυθμιστικών σχεδίων που αμφισβητούν την ανάγκη για πρωτοκαθεδρία τόσο του κράτους όσο και του διανεμητικού συστήματος στην άσκηση ασφαλιστικής και συνταξιοδοτικής πολιτικής.

 

Αυτό ακριβώς επιχειρείται σήμερα : επιχειρείται η  ολοκληρωτική κατάργηση των αναδιανεμητικών ασφαλιστικών συστημάτων και η υποκατάστασή τους από κεφαλαιοποιητικά.

Β. ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ  AΝΑΔΙΑΝΕΜΗΤΙΚΑ   ΚΑΙ   ΤΑ   ΚΕΦΑΛΑΙΑΙΟΠΟΙΗΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

H παρέμβαση του κεφαλαίου στο ζήτημα της ασφάλειας (περίθαλψη, σύνταξη) της ζωντανής εργασίας, όπως αυτή εκφράζεται με τα εκάστοτε αντιεργατικά και αντιασφαλιστικά νομοσχέδια, δεν αφορά μόνο μία μάχη μεταξύ τους, αλλά ένα μακροχρόνιο πόλεμο. Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα της δημοσιονομικής προσαρμογής και της οικονομικής λιτότητας, οι δυνάμεις του κεφαλαίου έχουν επικρατήσει κατά κράτος και εφαρμόζουν ” μεταρρυθμίσεις” χωρίς καμία αντίσταση. Μέσα σ΄ αυτό το ζοφερό περιβάλλον ας προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε την σημειολογία ορισμένων εννοιών που έχουν άμεση σχέση με την καθημερινότητά  και το βιοτικό μας επίπεδο:

 

Τα αναδιανεμητικά συστήματα στηρίζονταν στην αρχή της ισότητας  εισοδήματος μεταξύ εργαζομένων και συνταξιούχων

Τα κεφαλαιοποιητικά-ανταποδοτικά συστήματα στηρίζονται στην κεφαλαιοποίηση των εισφορών, από όπου και αν προέρχονται, δηλαδή από την απόδοση της διαρκούς κυκλοφορίας αυτών των κεφαλαίων.             Αυτό βεβαίως σημαίνει την εγκατάλειψη της αρχής της ισότητας εισοδήματος εργαζομένων και σύνδεση της σύνταξης με την απόδοση των κεφαλαίων εισφορών, που οδηγεί θεωρητικά από το να χάσει ο συνταξιούχος την σύνταξή του (περίπτωση της Αμερικανικής εταιρείας Enron) μέχρι να παίρνει σύνταξη μεγαλύτερη από ότι θα έπαιρνε με βάση το αναδιανεμητικό σύστημα, σε περίπτωση που τα κεφάλαια των εισφορών θα έχουν μεγάλες αποδόσεις. Δηλαδή τα αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων μετατρέπονται σε χρηματιστηριακά προϊόντα και είναι εκτεθειμένα στην κερδοσκοπία των αγορών. Το τελευταίο βεβαίως μοιάζει με τις προσδοκίες που έτρεφαν οι έλληνες αποταμιευτές που αποφάσισαν να τζογάρουν δηλ. να κεφαλαιοποιήσουν τις οικονομίες τους στο ελληνικό χρηματιστήριο στα τέλη της δεκαετίας του 1990.

Δύο βασικοί τύποι αναδιανεμητικών συστημάτων εγφαρμόστηκαν τα τελευταία 50 χρόνια:

α) Το Αγγλοσαξωνικό, όπου την κύρια σύνταξη απέδιδε το κράτος για όλους , μέσω του προϋπολογισμού, αντλώντας τους πόρους του από τα εισοδήματα και τα κέρδη(φορολογία)

β) Το Γαλλογερμανικό , όπου τη δομή των ταμείων κύριας σύνταξης χρηματοδοτούσαν οι εισφορές εργοδοτών (κατά 2/3) και εργαζομένων(1/3).

Στην Ελλάδα επικράτησε ένα μικτό σύστημα, όπου δεν υπήρχε ταμείο κύριας σύνταξης στους δημοσίους υπαλλήλους , αλλά μόνο η λογιστική αναφορά του στις μισθολογικές καταστάσεις.

Στην πραγματικότητα το ελληνικό κράτος και σαν εργοδότης αλλά και σαν εγγυητής των αποθεματικών όλων των Ασφαλιστικών Ταμείων Ιδιωτικού και Δημοσίου Τομέα κατέβαλλε συντάξεις μέσω του κρατικού προϋπολογισμού. Εκμεταλλευόταν δηλαδή τις εισφορές εργοδότη και εργαζομένου όλα τα χρόνια της εργασιακής ζωής του εργαζόμενου, όπως νόμιζε , έχοντας την δέσμευση να καταβάλλει τη σύνταξη βάσει της αρχής της ισότητας εισοδήματος εργαζομένου -συνταξιούχου. Εξ’ αυτού προκύπτει ότι η κύρια σύνταξη πρέπει να αποτελεί το 80% των αποδοχών του τελευταίου μήνα εργασίας.  (αυτό είναι το λεγόμενο : «ποσοστό αναπλήρωσης»)

Ανάμεσα στα δύο συστήματα – αναδιανεμητικό /ανακεφαλαιοποιητικό-ανταποδοτικό- υπάρχει  τεράστια διαφορά και ως προς το πώς δομούνται οι χρηματοδοτήσεις αλλά και ως προς την αξιακή ,ιδεολογική δικαιολόγησή τους.

Στα μεν αναδιανεμητικά συστήματα  πληρώνουμε σήμερα για τις συντάξεις των απομάχων και έχει το χαραχτήρα της αλληλεγγύης των γενεών.      Στα δε κεφαλαιοποιητικά  πληρώνουμε τώρα για το μέλλον  και έχει το χαραχτήρα της ατομικής επένδυσης.

Σ΄αυτό το πλαίσιο διατυπώθηκε και η θεωρία των λεγόμενων “τριών πυλώνων του ασφαλιστικού συστήματος” από την Παγκόσμια Τράπεζα σε κείμενο του 1994 με τον τίτλο, όπως , προείπαμε στην εισαγωγή,”Averting theOld Age Crisis:Policies to Protect the Old and Promote Growth” και από  εκείνη την χρονική στιγμή αποτελεί το ευαγγέλιο αλλά και την βασική στρατηγική κατεύθυνση του νεοφιλελευθερισμού και του κεφαλαίου σήμερα. Στην Ευρώπη αυτό επικυρώθηκε σαν στρατηγική με την οδηγία 41/2003 της Ε.Ε..Στην ίδια λογική κινούνται και οι ετήσιες εκθέσεις του ΟΟΣΑ σχετικά με την πορεία των ασφαλιστικών συστημάτων των κρατών μελών του. (Βλέπε έκθεση “Pensions at a Glance 2015).

Είναι αναγκαίο να επιμείνουμε λίγο περισσότερο στην θεωρία των τριών πυλώνων, όχι από ιδεολογική εμμονή εναντίον της, αλλά για να κατανοήσουμε  την λογική του νέου ασφαλιστικού νομοσχεδίου , όποια μορφή και αν έχει αυτό, όταν έρθει προς ψήφιση στη Βουλή.

Η έκθεση της παγκόσμιας Τράπεζας υποστηρίζει τη μετάβαση σε ένα μεικτού τύπου ασφαλιστικό σύστημα που θα ενσωματώνει στοιχεία κρατικής παρέμβασης όσο και αγοράς μέσα από την παράλληλη λειτουργία διανεμητικού και κεφαλαιοπητικού συστήματος. Συγκεκριμένα , προτείνεται η ανάπτυξη πολυαξονικών συστημάτων τα οποία θα περιλαμβάνουν τρεις πυλώνες :

α) Πρώτος Πυλώνας :  που θα είναι υποχρεωτικού χαραχτήρα, θα προσφέρει τις κλασσικές διανεμητικού χαραχτήρα συντάξεις  , με την διαφορά πως θα είναι ριζικά αναμορφωμένος σε ότι αφορά το ύψος της σύνταξης και θα αφορά αποκλειστικά τις χαμηλές εγγυημένες συντάξεις από το δημόσιο (τα 380 ευρώ της εθνικής σύνταξης του νέου ασφαλιστικού νομοσχεδίου).Ουσιαστικά προβλέπει μία σύνταξη -επίδομα που θα εγγυάται το κράτος ανάλογα με τις δημοσιονομικές του δυνατότητες, αλλά και σε συνάρτηση με εισοδηματικά – περιουσιακά  στοιχεία του δικαιούχου .Όπως καταλαβαίνουμε αυτές οι πολιτικές δεν επινοήθηκαν από τα μνημόνια αλλά προϋπήρχαν. Από εκεί και πέρα , αναλαμβάνουν ρόλο τα επαγγελματικά ταμεία (2ος πυλώνας) και οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες( 3ος πυλώνας) για όποιον βέβαια έχει να πληρώσει, γιατί οι υπόλοιποι στον καιάδα… Με δεδομένο ότι η Παγκόσμια Τράπεζα, ο ΟΟΣΑ . το ΔΝΤ και οι άλλοι ιμπεριαλιστικοί οργανισμοί αντιμετωπίζουν το Ασφαλιστικό-Συνταξιοδοτικό ως “κόστος” τόσο για την εργοδοσία, όσο και για το κράτος , θεωρούνται δεδομένες και αναγκαίες από την σκοπιά του κεφαλαίου η παραπέρα μείωση της κρατικής δαπάνης από τη μια και η ταυτόχρονη αποχώρηση των επιχειρηματικών ομίλων από την συμμετοχή τους στο ασφαλιστικό σύστημα, από την άλλη.

β) Δεύτερος Πυλώνας :  υποχρεωτικού χαραχτήρα και αυτός, θα λειτουργεί με τις αρχές του κεφαλαιοποιητικού συστήματος. Οι εισφορές των εργαζομένων θα επενδύονται και από τις αποδόσεις των επενδύσεων αυτών θα προκύπτουν οι συντάξεις. Ο πυλώνας αυτός είναι δυνατόν να οργανωθεί είτε στην βάση επαγγελματικών ταμείων είτε στην βάση ατομικών λογαριασμών.

γ)Τρίτος Πυλώνας:  θα στηρίζεται, επίσης, στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα και θα έχει εθελοντικό χαραχτήρα για όσους εργαζομένους επιθυμούν ένα υψηλότερο επίπεδο αναπλήρωσης του εισοδήματός τους ( Ιδιωτικές Ασφάλειες) Ο τρίτος πυλώνας είναι η ατομική ασφάλιση , με καθαρά ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, με την μορφή ατομικών ασφαλιστικών συμβολαίων κατά το πρότυπο αυτών που μπορεί κανείς να συνάψει με μία ασφαλιστική εταιρεία.

Η βασική φιλοσοφία του συστήματος των τριών πυλώνων είναι η ριζική μείωση του τμήματος εκείνου των συνολικών αποδοχών ενός συνταξιούχου που είναι κρατικά εγγυημένο και αναδιανεμητικό και η αύξηση του τμήματος που προέρχεται από καιφαλαιοποιητικά προγράμματα. Μια τέτοια τάση σημαίνει και πολύ μεγαλύτερο κόστος για τους εργαζομένους αλλά και πολύ μεγαλύτερη ανασφάλεια ως προς το εάν θα πάρουν μια αξιοπρεπή σύνταξη.

Η  εγκατάλειψη λοιπόν της “αναδιανεμητικής αρχής” και η αποδοχή αυτής της εγκατάλειψης είναι ο κύριος στόχος της αναδιάρθρωσης των ασφαλιστικών συστημάτων  και όχι η πραγματική μεταρρύθμιση και προσαρμογή του ασφαλιστικού συστήματος στις σημερινές συνθήκες. Το σημαντικότερο μελανό σημείο του αναδιανεμητικού συστήματος , τουλάχιστον στην ελληνική εκδοχή του, εντοπίζεται, στο γεγονός ότι ενώ προωθεί την αναδιανομή ανάμεσα στις διαφορετικές γενιές , εν τούτοις  ο ομοιοεπαγγελαματικός προσανατολισμός του περιορίζει σημαντικά τον αναδιανεμητικό του χαραχτήρα ανάμεσα στις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες( δηλ ο ακραίος οργανωτικός κατακερματισμός των ασφαλιστικών ταμείων, που μεταφράζεται σε πληθώρα διαφορετικών ρυθμίσεων για τους ασφαλισμένους διαφορετικών ταμείων, γεγονός που οδηγεί σε άνισα συνταξιοδοτικά δικαιώματα.)

Ο Δεύτερος και εξίσου κύριος στόχος είναι η μετάβαση σε κεφαλαιοποιητικά συστήματα. Το κεφαλαιοποιητικό σύστημα συνιστά, στις μέρες μας , μια κεντρική νεοφιλελεύθερη επιλογή διότι η λειτουργία του είναι συνυφασμένη  με την προώθηση των συμφερόντων του χρηματιστηριακού κεφαλαίου. Οι υποστηριχτές αυτού του συστήματος θεωρούν πως το διανεμητικό σύστημα είναι αποτυχημένο διότι δεν ενθαρρύνει την ατομική αποταμίευση και άρα αποτελεί εμπόδιο στην ανάπτυξη της αγοράς, δεν προωθεί την οικονομική ανάπτυξη γιατί η αρχή των τρεχουσών πληρωμών λειτουργεί ως ένας επιπλέον φόρος σε βάρος των επιχειρήσεων. Όλα λοιπόν στον βωμό της κερδοφορίας των εγχώριων και διεθνών χρηματαγορών, αφού η λογική τους συνίσταται στην επένδυση των αποθεματικών σε χρηματιστηριακά προϊόντα με σκοπό την υψηλή κερδοφορία. Το ότι ο κατώτερος μισθός διαμορφώθηκε στα 580 ευρώ  και η αστάθμητη λειτουργία των χρηματαγορών δεν εξασφαλίζει το ύψος  των συνταξιοδοτικών εισοδημάτων είναι παράπλευρες απώλειες για αυτούς που αυτοεπικαλούνται “μεταρρυθμιστές” και “αντιλαικιστές”.

Γ. ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΤΡΟΠΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ.

Το ελληνικό κράτος για πολλές δεκαετίες διαχειρίζονταν άμεσα τα αποθεματικά ταμείων κύριας ασφάλισης αλλά και επικουρικής. Η συμπεριφορά του απέναντι στην περιουσία των εργαζομένων θα την χαρακτηρίζαμε επιεικώς ανορθολογική.

Τα αποθεματικά όλων των ταμείων, το ελληνικό κράτος, διατηρούσε και διαχειρίζονταν, σχεδόν άτοκα μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος  μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 80, ενώ αυτά χρηματοδοτούσαν τις δραστηριότητες του μεγάλου κεφαλαίου. Μετά την λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου τα ραγδαία σχηματιζόμενα αποθέματα των νέων ταμείων με τις αθρόες εισροές (πολλοί εργαζόμενοι) και τις λίγες εκροές (λίγοι συνταξιούχοι), δεσμεύτηκαν – όπως έλεγαν  οι πολιτικοί της εποχής εκείνης- προς εξυπηρέτηση άλλων εθνικών ή αναπτυξιακών , κυρίως δε προς ενίσχυση της τραπεζικής επάρκειας και της οικονομικής ιδιωτικής ανάπτυξης.

Είναι χαρακτηριστικό το άρθρο της συντηρητικής εφημερίδας “Εμπρός”   την 01-06-1947 με τον τίτλο ” Το ΙΚΑ υπό χρεωκοπίαν”, όπου επί λέξει αναγράφεται: «Ο βασικός νόμος 6298, δια του οποίου συνεστήθη το ίδρυμα των κοινωνικών ασφαλίσεων, καθόριζεν, επί τη βάσει των αναλογιστικών μελετών, τας παροχάς προς τους ησφαλισμένους,αι οποίαι θα ήσαν ανάλογοι προς τα έσοδα του ιδρύματος, αφιεμένου μονίμου ορισμένου ποσοστού εκ τούτων προς δημιουργίαν αποθεματικού. Η κατοχή ως ήτο επόμενον , εξηνέμισεν τα αποθέματα του ΙΚΑ, τα οποία προηγουμένως είχαν υποστή μεγάλην αφαίμαξιν από το κράτος.Κατά την περίοδο της 4ης Αυγούστου εδανείσθησαν εις το δημόσιον 400 εκατομμύρια δραχμαί, δηλ 400000 χρυσαί λύραι.Η οφειλή αυτή του κράτους, αποτελούσα κεφάλαιον επί του οποίου το ΙΚΑ έπρεπε να διατηρήση όλα του τα δικαιώματα, δεν επεστράφη. Εξ αντιθέτου το ίδρυμα απειλείται με αναγκαστικά μέτρα δια να επιστρέψει εις το κράτος 20000 λίρας, τα ςοποίας εδανείσθη μετά την απελευθέρωσιν, δια την αντιμετώπισιν των επείγουσων αναγκών»

Επίσης πρέπει να διαβάσουμε το άρθρο 4, παρ1, του Ν.1611/1950 (ΦΕΚ Α304/31-12-1950), το οποίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του Ν.Δ. 2999/1954 : « Τα παρακατιθέμενα παρά τω ειδικώ λογαριασμώ διαχειρήσεως διαθεσίμων Δημοσίων Οργανισμών (σ.σ. περιουσία-πόροι Ασφαλιστικών Οργανισμών) κεφάλαια, θα επενδύονται υπό της Τραπέζης της Ελλάδος εις εντόκους καταθέσεις παρά τραπεζών ή τραπεζικοίς οργανισμοίς, χρησιμοποιουμένας υπό τούτων προς χρηματοδότησιν  της γεωργίας , του εμπορίου και της βιομηχανίας. Οι σκοποί, οι όροι και αι προϋποθέσεις των τοιούτων επενδύσεων καθορίζονται εκάστοτε δι΄αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής. Εις περίπτωσιν μη συμμορφόσεως των Τραπεζών ή Τραπεζικών οργανισμών προς τους τιθεμένους υπό της Νομισματικής Επιτροπής  όρους ή εις περίπτωσιν αρνήσεως αυτών όπως αποδεχθώσι  τοιαύτας καταθέσεις , η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να χρησιμοποιεί τα περί ων πρόκειται κεφάλαια (σ.σ. δηλ. τα αποθεματικά των Ασφαλιστικών Ταμείων ) εις  απ΄απευθείας υπ΄αυτής χορηγήσεις προς χρηαμτοδότησιν της γεωργίας , του εμπορίου και της βιομηχανίας».

Και για να κλείσουμε αυτή την σύντομη αναδρομή στην μεταπολεμική περίοδο , πρέπει να αναφέρουμε την χαρακτηριστική εξέλιξη της τοκοφορίας των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων, τα επιτόκια των οποίων εξελίχθηκαν ως εξής:

Από 1-1-1951 μέχρι 31-12-1978 4%

Από 1-1-1979 μέχρι 31-8-1979   6%

Από 1-9-1979 μέχρι 30-6-1980   10%

Από 1-7-1980 μέχρι 15-6-1984   11,5%

Από 16-6-1984 μέχρι 10-7-1988   15%

Η τοκοφορία ήταν χαμηλή σε σχέση με τον πληθωρισμό, που κατά την ίδια περίοδο κυμαινόταν σταθερά μεταξύ 20-25%. Μέχρι την δεκαετία 70 με τα λεφτά των ασφαλισμένων αύξησαν την περιουσία τους και έκτισαν τον μύθο του αυτοδημιούργητου επιχειρηματία, με τα “θαλασσοδάνεια”, οι διάφοροι Νίαρχοι, Ανδρεάδηδες και Μποδοσάκηδες.

Στην δεκαετία του 1990 αρχίζει πλέον το ασφαλιστικό να ερμηνεύεται με ” καφαλαιοποιητικούς όρους” Έτσι το Μάιο του 1992, η κυβέρνηση Μητσοτάκη θεσμοθέτησε, για πρώτη φορά τη διαπλοκή αποθεματικών με χρηματοπιστωτικά παράγωγα, σε ποσοστό 20% ( άρθρο 14 του Νόμου 2042, ΦΕΚ 14/5/92) Οι “εκσυγχρονιστές” του Σημίτη στις αρχές του 1999, ανέβασαν στο 23% το ποσοστό των αποθεματικών που θα μπορούσαν να αποδοθούν στην κερδοσκοπία του χρηματιστηρίου, από την πρώτη ημέρα του 2001(άρθρο 40 του Νόμου 2676 ΦΕΚ 5/1/1999 σύμφωνα με το οποίο από αυτό το 23% μπορούν να διατίθενται 60% για επενδύσεις σε μετοχές και 40% σε ακίνητα)

Τον Ιούλιο του 2002 η κυβέρνηση του “Λαικού Μετοχικού Καπιταλισμού” του κ. Σημίτη, αποφάσισε  ότι μέχρι και 70% των κεφαλαίων των ταμείων επαγγελματικής ασφάλισης θα επενδύονταν σε μετοχές και αξιόγραφα (άρθρο 7 του Νόμου 3029, ΦΕΚ 11/7/2002)

Με αυτό τον τρόπο χάθηκαν 3.5 δισ Ευρώ στην κρίση του 1999. Τα κατοπινά “νεοδημακρατικά” δομημένα ομόλογα , που προκάλεσαν οδυνηρές ζημίες σε επικουρικά ταμεία επιβεβαίωσε το εύρος της αρπαγής. Τα δομημένα ομόλογα στηρίχθηκαν στον Ν.1902/90 που παρέχει τη δυνατότητα στα ταμεία να συγκροτούν ίδια αμοιβαία κεφάλαια ή να συμμετέχουν σε υπάρχοντα και να συμβάλλονται με την Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων (ΑΕΔΑΚ).

Δ . ΣΗΜΕΡΑ

Οφείλουμε να αναφέρουμε τα πιο σύγχρονα πεπραγμένα για να καταλάβουμε πως δεν φταίει το Ελληνικό αναδιανεμητικό σύστημα αλλά ο τρόπος που το διαχειρίστηκαν και διαχειρίζονται  οι κυβερνώντες  για να το οδηγήσουν στην απαξίωση και προπάντων την οικονομική του ασφυξία και την δήθεν μη βιωσιμότητά του.

Η ελλειμματικότητα των εισφορών  έχει συγκεκριμένα αίτια εκ των οποίων τα κυριότερα είναι:

α) Το γεγονός ότι το δημόσιο δεν καταβάλλει το σύνολο της επιχορήγησης που το ίδιο έχει θεσπίσει. Πριν από τα μνημόνια οι οφειλές του δημοσίου προς τα ασφαλιστικά ταμεία  ανέρχονταν σε 8.7 δισ. ευρώ, ενώ ταυτόχρονα το κράτος πολλές φορές απάλλαξε  εαυτόν από την καταβολή εισφορών.

β) Η τεράστια σε έκταση εισφοροδιαφυγή εξαιτίας της μαύρης και ανασφάλιστης εργασίας. Η ανασφάλιστη εργασία στην προ μνημονίου εποχής ξεπερνούσε το 1 εκατομμύριο ενώ 1 στους 4 μισθωτούς και 1 στις 7 επιχειρήσεις δεν υπήρχαν για το ΙΚΑ. Η περίοδος της διακυβέρνησης Σημίτη ήταν η εποχή που κατοχύρωσε την μαύρη εργασία ως “αναπτυξιακό μοχλό” της οικονομίας. Η εμφανής κυβερνητική ανοχή ή και η ενθάρρυνση ακόμα , με την εύκολη και γενικευμένη εκμετάλλευση των οικονομικών μεταναστών ( κυρίως Αλβανών παλιότερα) με αυτονόητες επιπτώσεις στα ασφαλιστικά ταμεία. Αλλά και με άνοδο της επίσημης ανεργίας σε επίπεδα κοντά και άνω(1999, 2000)  του 11% , κάτι που την εποχή εκείνη , αποτελούσε αρνητικό ρεκόρ. (πηγή ΕΣΥΕ).

γ) Την τεράστια έκταση της υποασφάλισης σε πολλές κατηγορίες εργαζομένων. Για παράδειγμα το 2005 το 9,1 % των ασφαλισμένων του ΙΚΑ είχε μέσες μηνιαίες αποδοχές  έως 100 ευρώ. Το 18,6% από 101-300 ευρώ και το 16,7% από 301-500 ευρώ. Η κλίμακα της υποασφάλισης-δήλωση μικρότερων αμοιβών από τις πραγματικές- είναι ιδιαίτερα έντονη σε συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων, ιδίως των αλλοδαπών (αποδοχές 500 μέχρι ευρώ το 68%, αποδοχές μέχρι 300 ευρώ το 41%)  Την πρακτική του ίδιου του κράτους να προσλαμβάνει ανασφάλιστους εργαζόμενους. Οι συμβάσεις των stage, στην προ μνημονίου εποχή, αποτελούσε αυξανόμενη μορφή απασχόλησης στο δημόσιο, επειδή θεωρούνταν “μαθητεία”, δεν περιλαμβάνουν ασφαλιστικές εισφορές.

δ) Πρόκληση ήταν και η τεράστια εργοδοτική εισφοροδιαφυγή. Το 33% αυτών των οφειλών είναι ασφαλιστικές εισφορές που έχουν καταβάλλει οι εργαζόμενοι στους εργοδότες. Και σαν να μην έφθαναν όλα αυτά δεκάδες ήταν οι ευνοϊκές ρυθμίσεις για την μη απόδοση όλων αυτών των χρημάτων που οφείλουν οι εργοδότες, χώρια τις νόμιμες εισφοποαπαλλαγές για “αναπτυξιακούς λόγους”.

ε) Τα 14 δισ. Ευρώ που κλήθηκαν τα ασφαλιστικά ταμεία να εισφέρουν στην εγκληματική όπως αποδείχθηκε για την επιλογή του “κουρέματος” στο ιδιωτικό χρέος της Ελλάδας, το 2012. Πρόκειται για το περιβόητο PSI. Από αυτή την επιλογή τα ασφαλιστικά ταμεία έχασαν περί τα 14 δισ. από την πρωτογενή και δευτερογενή αγορά. Τουλάχιστον 12 δισ ευρώ χάθηκαν λόγω της διαδικασίας του PSI. Συγκεκριμένα ο κοινός λογαριασμός που υπήρχε στην Τράπεζα της Ελλάδος και στον οποίο εναπέθεταν υποχρεωτικά τις αποταμιεύσεις τους τα ταμεία “κουρεύτηκαν” σε ποσοστό αρχικά κατά 53%. Σε απόλυτους αριθμούς χάθηκαν 7.31 δισ από το κοινό κεφάλαιο και άλλα 1.2 δισ από το δεύτερο κύμα κουρέματος (PSI 2) που έγινε δύο μήνες μετά το πρώτο κούρεμα του Φεβρουαρίου του 2012. Στις απώλειες αυτές θα πρέπει να προστεθούν και απώλειες 3.39 δισ ευρώ από το κούρεμα των ομολόγων στα οποία είχαν επενδύσει τα ίδια ασφαλιστικά ταμεία. Περί τα 2 δισ ευρώ έχουν χαθεί από το 2012 έως το 2015 από την ετήσια απόδοση σε τόκους που λάμβανα τα ταμεία. Συγκεκριμένα , σε 550-600 εκατ. ευρώ υπολογίζονται οι απώλειες από την ετήσια απόδοση σε τόκους που λάμβαναν τα ταμεία , από τα περίπου 24 δισ. ευρώ , που ήταν κατατεθειμένα στην ΤτΕ. Ενώ μέχρι και το 2011οι αποδόσεις αυτές ξεπερνούσαν τα 700 εκατ. ευρώ, το 2012 και συνεπεία του PSI δεν υπερέβαιναν τα 120 εκατ. ευρώ.

Και σαν να μην έφθαναν όλα αυτά η διαχείριση Βρούτση ακολούθως, που  έδινε χρήματα από τα αποθεματικά για την πληρωμή των συντάξεων, ώστε να μην επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό, για την δημιουργία  πλαστού πρωτογενούς πλεονάσματος,  εκμηδένισε το 2014 αυτές τις αποδόσεις.

Κλείνοντας αυτή την σύντομη αναφορά στα αίτια της οικονομικής κατάρρευσης του ασφαλιστικού συστήματος θα πρέπει να αναφέρουμε και τον δημογραφικό παράγοντα σαν ένα δείκτη εξάρτησης του ασφαλιστικού συστήματος. Ο καθηγητής Γιάννης Σπράος είχε πεί ότι” γερνάμε αλλά δεν γεννάμε”.

Η κρατούσα (μνημονιακή) άποψη υποστηρίζει ότι οι επιπτώσεις του δημογραφικού προβλήματος στο ασφαλιστικό σύστημα είναι σημαντικές, αλλά αυτές έχουν σίγουρα υπερτιμηθεί, για την ακρίβεια , εξαρτώνται από το εάν ένα σύστημα συντάξεων παρακολουθεί τις εξελίξεις , συμπεριλαμβανομένων των δημογραφικών ή όχι. Για παράδειγμα, η δημογραφική μεταβολή δεν θα ήταν πρόβλημα για το ασφαλιστικό εάν, καθώς ζούμε περισσότερο , βγαίναμε στη σύνταξη αργότερα , ή εάν ήμασταν διατεθειμένοι να δεχτούμε χαμηλότερη σύνταξη με αντάλλαγμα περισσότερα χρόνια ζωής ως συνταξιούχοι. Με άλλα λόγια  σύνταξη από τα 70 και πάνω αφού δεν πεθαίνουμε νέοι,  ή μετατροπή της σύνταξης σε επίδομα φιλανθρωπίας.

Αυτό που αποκρύπτεται πίσω από το επιχείρημα της υπογεννητικότητας είναι πως σημασία για την βιωσιμότητα των ασφαλιστικών συστημάτων (αναδιανεμητικών) έχει, όχι η αναλογία συνταξιούχων προς τα ενεργά άτομα, αλλά η αναλογία των συντάξεων ως προς το ΑΕΠ και την παραγωγικότητα. Αν δηλαδή η αύξηση του ΑΕΠ και της παραγωγικότητας τρέχουν με ρυθμό ταχύτερο από εκείνο του αριθμού των συνταξιούχων, τότε η δαπάνη για συντάξεις τα επόμενα τουλάχιστον 50 έτη όχι μόνο δεν θα αυξηθεί ως προς το ΑΕΠ, αλλά θα μειώνεται.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ  :

Η σημερινή κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι σίγουρο ότι θα εφαρμόσει , κάτι που μοιάζει , τόσο στην μορφή όσο και στο περιεχόμενο με αυτό που είχε προτείνει την δεκαετία του 90 ο καθηγητής Σπράος και λίγο αργότερα ο Γιαννίτσης . Οι υποστηριχτές του νέου ασφαλιστικού συστήματος λένε πως η «μεταρρύθμιση αυτή θα έπρεπε να είχε εφαρμοσθεί εδώ και δύο δεκαετίες, και πως αν είχε προχωρήσει , υπερπηδώντας την αντίδραση των συντεχνιών, δεν θα είχαμε φτάσει στο μνημόνιο » . Ολόκληρη η κοινωνία πρέπει να αποδεχτεί την “συλλογική ενοχή της” για τον παλιό “ευδαιμονισμό” της, το δε πολιτικό σύστημα να μην δειλιάσει και να εφαρμόσει προκρούστιες κινήσεις,  οι οποίες εδώ και πολλά χρόνια ονομάζονται ” μεταρρυθμίσεις”.

Η πρόταση Κατρούγκαλου αποτελεί ένα ακόμα βήμα για την απόσυρση του κράτους από την υποχρέωση να συμμετέχει στην κοινωνική ασφάλιση. Σε πρώτη φάση επιβάλλει τους δύο πρώτους πυλώνες στο συνταξιοδοτικό, ενώ είναι σίγουρο ότι βραχυπρόθεσμα  και εκ των πραγμάτων με νέο ασφαλιστικό νομοσχέδιο θα θεσμοθετηθεί και η ιδιωτική κοινωνική ασφάλιση.

Είμαστε οι τελευταίοι στην  εναπομείνασα αριστερά και ειδικότερα η ΛΑΕ, που θα υποστηρίξουν ότι τα προβλήματα του ασφαλιστικού δεν είναι υπαρκτά. Αλλά η αναγνώριση του προβλήματος  δεν μπορεί να αιτιολογεί οποιαδήποτε πολιτική με σκοπό ουσιαστικά την κατάργηση της δημόσιας κοινωνικής ασφάλισης. Οι μνημονιακές πολιτικές και η τωρινή σοσιαλνεοφιλελεύθερη κυβερνητική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ μας λένε ότι για να φτιάξουμε το ασφαλιστικό, θυσιάζουμε τους ασφαλισμένους”

Δεν είναι δόκιμο να αναλύσουμε περισσότερο την νέα ασφαλιστική παρέμβαση- η οποία βαπτίζεται ξανά μεταρρύθμιση- γιατί εκτός των άλλων δεν γνωρίζουμε και τι μορφή θα έχει όταν θα έρθει στη Βουλή για ψήφιση. Μην ξεχνάμε ότι οι “θεσμοί” δεν έχουν  εγκρίνει ακόμα αυτό το «πόνημα Κατρούγκαλου»  και κατά πάσα πιθανότητα θα τροποποιηθεί προς το χειρότερο.

Συμπερασματικά όμως θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν λύνει τον γόρδιο δεσμό της βιωσιμότητας , αφού απουσιάζουν οι προτάσεις για νέους πόρους χρηματοδότησης, πειθαρχεί στην λογική του δημοσιονομικού οφέλους όπως επιβάλλουν οι δανειστές και κινείται στην πεπατημένη λογική και πρακτική της συμπίεσης προς τα κάτω παροχών και συντάξεων.

*Η Ζωή  Ευγενιάδου του Αποστόλου είναι Δικηγόρος Βεροίας και ο Βαγγέλης Νίνου του Βασιλείου,  Δημόσιος Υπάλληλος, μέλοι της ΛΑΕ ΗΜΑΘΙΑΣ

http://iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=23331:koin-eygen&catid=54:anpolitiki&Itemid=284