Το σχέδιο Άτσεσον και ο Γιώργος Λιλλήκας

Παναγιώτης  Ήφαιστος

www.ifestosedu.gr

Τα πιο πάνω τα γράφω ως πολίτης. Εδώ, τώρα, επικαλούμενος με ταπεινότητα την επιστημονική μου ιδιότητα, καλό είναι να πω δύο μόνο αυτονόητα λόγια για ένα μεγάλο ζήτημα. Τις ιστορικές εκλογικεύσεις οι οποίες ενώ υπηρετούν τη μια ή άλλη αξίωση ισχύος (ατομική, κομματική, ιδεολογική, των εχθρών ή οτιδήποτε άλλο) διεκδικούν το προνόμιο της αλάνθαστης, δήθεν, ιστορικής αλήθειας. Αλλού και με την επιστημονική μου ιδιότητα σε εκτενέστερη δημοσίευση που ετοιμάζεται, εξετάζω τη θέση «της» ιστορίας, «της» εθνολογίας, «της» κοινωνιολογίας, κτλ, όταν κατά κανόνα και ιδίως τη σύγχρονη εποχή αποτέλεσαν το εργαλείο για να στηθεί το ηγεμονικό κράτος, για να νομιμοποιηθεί η αποικιοκρατία, μετά για να αιτιολογηθεί το αστικό και το κομμουνιστικό κράτος, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού ψευτο-Πολέμου για να εξυπηρετηθούν οι ηγεμονικές πολιτικές των δύο υπερδυνάμεων και την ύστερη εποχή για να μαλακώσουν το έδαφος για τις οργιώδεις επεμβάσεις της εφήμερα υπερισχύουσας υπερδύναμης. Όλοι αυτοί, όμως, βλέπουμε καλώς ή κακώς εξυπηρετούσαν τα εθνικά συμφέροντα των κρατών τους όπως οι ίδιοι τα κατανοούσαν. Σε εμάς παρατηρείται κάτι αντίστροφο: Χρησιμοποιείται μια μαζική ιστορική ανεκδοτολογία και θεωρήματα ή ιδεολογήματα εκατοστής τάξης για να αιτιολογήσουν αυτοκτονικές αποφάσεις.

Τώρα, η Κύπρος και η ιστορία της. Η μόνη αδιαμφισβήτητη ιστορική αλήθεια είναι το διϋποκειμενικό και πασίδηλο ακόμη και στους τυφλούς γεγονός ότι το κομματικό της σύστημα (και εν πολλοίς και της Ελλάδας) λόγω ανεπάρκειας δεν έκανε απλώς λάθη αλλά διέπραξε γιγαντιαία πολιτικά εγκλήματα που οδήγησαν στον κατήφορο. Όπως ήδη υπαινιχθήκαμε, στη διχόνοια, στα φρικτά διπλωματικά λάθη, στον εμφύλιο, στο πραξικόπημα και στη νηπιακού πολιτικού επιπέδου επί δεκαετίες παρατεταμένη ανορθολογική αντίληψη ότι με κατευνασμό και υποχωρήσεις. Μετά το 1974 το μεγαλύτερο και σημαντικότερο ανορθολογικό καρκίνωμα ήταν η εξωπραγματική «διζωνική ομοσπονδία» και οι ψευδαισθήσεις ότι θα οδηγούσε σε διέξοδο και βιώσιμη επίλυση του κυπριακού.

Η μόνη διϋποκειμενική και απτή αλήθεια είναι ότι από όλο το κομματικοιδεολογικό σύστημα της Κύπρου η μόνη πρώτης τάξης πολιτική προσωπικότητα που έκανε κατιτί να εξιλεωθεί είναι ο Τάσσος Παπαδόπουλος. Σίγουρα επίσης και υπό ένα άλλο πιο διαχρονικό πρίσμα σίγουρα και ο Βάσσος Λυσσαρίδης με το αντιστασιακό του σθένος. Όσοι δεν ακολούθησαν τον Τάσσο Παπαδόπουλο στο έστω και αργοπορημένο ΟΧΙ είναι πολιτικοί δράστες που έπρεπε αυτοβούλως να επιστρέψουν στα σπίτια τους και να επιδοθούν σε πιο παραγωγικές και προσοδοφόρες επιχειρηματικές ενασχολήσεις. Ο Παπαδόπουλος έστω και στιγμιαία εξιλεώθηκε για το γεγονός ότι και αυτός ανήκε σε ένα από τα πιο αποτυχημένα κομματικά συστήματα της σύγχρονης ιστορίας. Αυτή είναι η αλήθεια.

Ακόμη πιο σημαντικό, σήμερα έχουμε μια ακόμη πιο απτή «ιστορική» αλήθεια άμεσης εφαρμογής και χρησιμότητας: Ένα νεότερο στέλεχος της πολιτικής ζωής, ο Γιώργος Λιλλήκας κυριολεκτικά ξαφνιάζει. Κατέρχεται ως υποψήφιος με συγκεκριμένες «επαναστατικά» ορθολογιστικές προγραμματικές θέσεις και μια ξεκάθαρη στρατηγική σωτηρίας. Η στρατηγική του Γιώργου Λιλλήκα στα θέματα των διαπραγματεύσεων, της διζωνικής, της Ελλάδας, των στάσεων στην Ευρώπη, όχι μόνο είναι υψηλοτάτης στάθμης αλλά επιπλέον για πρώτη φορά! υιοθετούνται από κύπριο –και ευρύτερα Έλληνα– θέσεις που προσφέρουν ευκαιρίες διεξόδου. Υιοθετούνται με καθαρότητα, σωστή κοσμοθεωρητική θέαση των πραγμάτων και πολιτικό ρεαλισμό ως προς την εφικτότητά τους και τις εναλλακτικές προσεγγίσεις.

Είναι αφελείς, ασυνάρτητες ή «αγνώστων αιτίων» οι μυθιστορηματικές εκλογικεύσεις του κομματικοπολιτικού και διαπροσωπικού μικρόκοσμου της Λευκωσίας όταν κάποιοι θυμούνται το ένα ή το άλλο γεγονός της εποχής που ο Γιώργος Λιλλήκας ήταν, ρητορικά μιλώντας, νήπιο ή αγέννητος. Κάποιοι εμμέσως και υποκριτικά!! και κάποιοι άλλοι άμεσα και με κίβδηλη ή επιπόλαιη αναλυτική αντικειμενικότητα, ενίοτε μάλιστα και με λάσπη, κτυπούν κάτω από την ζώνη τον μόνο αντί-Ανανικό υποψήφιο. Ανίερα επιχειρούν να επισκιάσουν την σημερινή του ξεκάθαρη στάση και στρατηγική.

Με ταπεινότητα λοιπόν επικαλούμαι την επιστημονική μου ειδικότητα για να πω όχι κάτι υψιτενές και άπιαστο αλλά κάτι λογικό και στοιχειώδες (η καλή επιστημολογία και η καλή μεθοδολογία είναι στοιχειώδης γιατί στηρίζεται, ακριβώς, στο Υπαρκτό και στο λογικό, ιδιότητες που απουσιάζουν από τις ιδεολογικές και ιδιοτελείς και προκατειλημμένες ιστοριογραφίες): Είναι ένα πράγμα η ιστορική ανεκδοτολογία (πχ, τα περιβόητα εθνομηδενιστικά «βιβλία ιστορίας») και άλλο η ιστορία ως αντικειμενική αποτύπωση της ιστορικής αλήθειας. Υπό αίρεση επίσης τίθεται και η μυθιστορηματική λογοτεχνία ως αισθητική και συναισθηματική αποτύπωση των απόψεών μας ή των γνωμών μας (οπότε δεν μπορούν να στηρίζονται σε ιστορικές αποφάνσεις αλλά μόνο σε προσεκτικές αντικειμενικές και εξόφθαλμα αληθείς διϋποκειμενικές γενικεύσεις).

Η ιστορία δεν είναι «παίξε-γέλασε». Όταν –όπως συχνά αν όχι πάντοτε συμβαίνει– μύρια νήματα ενώνονται για να προκαλέσουν ένα γεγονός είναι αστείο κανείς να εγείρει ένα χαρτί ή μια δήλωση ή μια θέση για να την αναγάγει σε ερμηνεία κοσμοϊστορικών διαστάσεων και –στην περίπτωση της Κύπρου με ένα γιγαντιαίο άλμα που υποτιμά τη νοημοσύνη μας– να συνδέει τους Ανανενόχους «εσχάτης προδοσίας» (αναίρεσης της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της εθνικής ανεξαρτησίας) σε περίπου ήρωες. Να βεβηλώνει έτσι τη λογική σκέψη με το να τους συνδέει ακόμη και με τον Παλληκαρίδη ή τον Καραολή και τον Αυξεντίου. Αυτός είναι ένας θολωμένος και μπερδεμένος μυστήριος τρόπος σκέψης που δημιουργεί πολλά ερωτηματικά και ερωτήματα αλλά κυρίως θλίψη αν προέρχεται από καλοπροαίρετους και καλόπιστους πατριώτες. Δείχνει πόσο πολύ η μετά το 1960 κομματικοπολιτική λαίλαπα έχει θολώσει το πνευματικό και πολιτικό πεδίο και πόσο μεγάλοι χείμαρροι πολιτικού ανορθολογισμού εισέρευσαν μέσα στην κυπριακή δημόσια σφαίρα.

Στις σπάνιες εκείνες περιπτώσεις που η ιστορική αφήγηση αφήνει περιθώρια συναγωγής συμπερασμάτων για την ιστορική αλήθεια, σίγουρα δεν σχετίζονται με μονοσήμαντα ιδεολογήματα, με κομματικά παραμύθια, με άλματα συλλογισμών και με ιδεολογικούς πόθους και ψευδαισθήσεις. Ούτε αποτελεί «ιστορία» η δίκη προθέσεων στη βάση εικασιών και αποσπασματικών δεδομένων, συναισθηματικών κολλημάτων, προσωπικού πείσματος και συμπλεγμάτων διαφόρων κοινωνικών ομάδων λόγω κακών προσωπικών εμπειριών, ενίοτε εγκληματικών λαθών ή ανεξερεύνητων και ανερμήνευτων σημερινών προσδοκιών κάθε είδους και κάθε απόχρωσης. Για να καταλάβουμε πόσο μεγάλο είναι το πρόβλημα, αν αυτή η θέση είναι σωστή –και ασφαλώς λογικά σωστή είναι– εξαιρεί αυτομάτως όλα εκείνα τα εκατομμύρια δήθεν επιστημόνων που στρέβλωσαν την αλήθεια για να εξυπηρετήσουν τις ιδεολογίες, τα ρατσιστικά κράτη, τις εθνοκαθάρσεις, τις γενοκτονίες, την αποικιοκρατία, τους Ψυχρούς Πολέμους, τους φασισμούς και κάθε άλλη μεταμφίεση καταχρηστικών ή ανορθολογικών αξιώσεων της ταραχώδους διαδρομής των Νέων Χρόνων.

Αμέσως, μετά, θα γίνει ξεχωριστή αναφορά σε μερικές μόνο πτυχές του σχεδίου Άτσεσον, για να φωτίσω, ακριβώς, το γεγονός ότι απαιτείται συνεκτίμηση μύριων παραγόντων πριν συναγάγουμε βιαστικά συμπεράσματα ενός ιστορικού γεγονότος. Καλύτερα μια τίμια πολιτική εκτίμηση-κρίση –λανθασμένη ή σωστή, είναι έτερον εκάτερον– από τέτοιες απαράδεκτες μεταμφιέσεις γνωμών και αλμάτων. Επικαλούμενος μερικές πτυχές του σχεδίου Άτσεσον χωρίς έστω και προς στιγμή να αξιώσω μονοπώλιο ιστορικής αλήθειας, θα γίνει νομίζω σαφές ότι είναι ένα πράγμα η διατύπωση πολιτικής εκτίμησης –καθόλα θεμιτής και νομιμοποιημένης στην πολιτική διαπάλη– και άλλο η επιστημονικά μεταμφιεσμένη εμπαθής δίκη προθέσεων όσων αντιπαθούμε, η αθώωση όσων αγαπάμε ή συμπαθούμε ή έχουμε συμφέρον να προωθήσουμε ή η εκτέλεση γιγαντιαίων και αυθαίρετων ερμηνειών και αποφάνσεων που αθωώνουν τους δράστες και καταδικάζουν όσους σήμερα λέμε μια σωστή θέση. Τα αίτια δεν ενδιαφέρουν εδώ ούτε μας ενδιαφέρει να κάνουμε κρίση προθέσεων. Πρέπει να υπογραμμιστεί, εν τούτοις, ότι τέτοια φαινόμενα συμβολίζουν την παρακμή των πολιτικών συζητήσεων μέσα σε κάθε δημόσια σφαίρα.

Συζητώντας για παράδειγμα με τον Γιάννο Χαραλαμπίδη και το βιβλίο του Κυπριακό: Διπλωματικές Ίντριγκες (2011) για μια πιθανή τουρκική στρατιωτική βάση, όταν αρχές της δεκαετίες του 1960 προέκυψαν τα σχέδια Άτσεσον του ανέφερα δικές μου εκτιμήσεις και επιφυλάξεις για την τότε ιστορική συγκυρία και τους κινδύνους που διέτρεχαν οι Έλληνες λόγω στρατηγικών συγκυριών. Υποστήριξε αν θυμάμαι καλά ότι όταν πλέον η ένωση θα ήταν γεγονός και θα είχαμε μια νέα στρατηγική δυναμική θα μπορούσαμε να την αξιοποιήσουμε αλλάζοντας τους συσχετισμούς. Σίγουρα, συνέχισε, θα διανοίγονταν μεγάλες ευκαιρίες βιώσιμης διεξόδου και εκπλήρωσης των σκοπών μας. Ανταπάντησα ότι σέβομαι απολύτως αυτή την εκτίμηση και εάν τότε ο ίδιος ήταν ηγέτης μιας διαφορετικής Ελλάδας και εάν αυτό σκεπτόταν θα μπορούσε ενδεχομένως να επενδύσει πάνω σε μια τέτοια εκτίμηση κτίζοντας μια συμβατή με αυτό τον σκοπό εθνική στρατηγική. Το στρατηγικό ρίσκο αποτελεί μέρος κάθε λογικής στρατηγικής, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν οι υποστηρικτικές κοινωνικές, πολιτικές και πνευματικές προϋποθέσεις.

Τώρα όμως, με επιφύλαξη και θέτοντας πολλά ερωτήματα συζητάμε τις εναλλακτικές ευκαιρίες εκείνης της περιόδου. Μόνο πολιτικές εκτιμήσεις μπορούμε να κάνουμε και σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να αναγάγουμε αυτές τις εκτιμήσεις σε απόλυτη ιστορική αλήθεια που επικυρώνει την άλλη ή την αντίστροφη πολιτική απόφαση της εποχής εκείνης! Είναι πρακτικά αδύνατο γιατί κανείς δεν μπορεί να μετρήσει και σταθμίσει με σιγουριά τις αποφάσεις και τις δυναμικές που θα ανάπτυσσαν μέσα από βασικά αναρίθμητους συνδυασμούς πιθανών ενδεχομένων και πιθανών αποφάσεων των τότε δρώντων. Μόνο μερικά διδάγματα μπορούμε να αντλήσουμε. Για παράδειγμα, όπως: “πρέπει να είμαστε πιο φιλοπάτριδες”, “δεν πρέπει να λαμβάνουμε τις μετρητοίς τις υποσχέσεις άλλων κρατών γιατί στις διακρατικές σχέσεις μόνο συμφέροντα υπάρχουν όχι φιλίες”, “πρέπει να φροντίσουμε να είμαστε τόσο ισχυροί όσο απαιτούν τα διπλωματικά εγχειρήματά μας”, κτλ. Πιο σημαντικό, δεν κάνουμε αυθαίρετα άλματα και συναγωγές σε αναφορά με παντελώς ανόμοιες ιστορικές περιστάσεις. Δική μου πολιτική εκτίμηση, για παράδειγμα, χωρίς βέβαια αξιώσεις μονοπωλίου της ιστορικής αλήθειας, είναι ότι υπό τις τότε συνθήκες των δεκαετιών του 1950 και 1960 σε όλα τα επίπεδα (εθνικό, περιφερειακό, στρατηγικό) η απόσταση μεταξύ υποθετικής απόλυτης επιτυχίας και μιας πολύ πιο πιθανής απόλυτης αποτυχίας (ή καλύτερα επίσπευσης του 1974 ή και χειρότερα) ήταν πολύ μικρή. Το στρατηγικό ρίσκο, δηλαδή, ήταν πολύ μεγάλο. Τα συναφή ερωτήματα είναι τουλάχιστον μύρια και ακόμη εν πολλοίς αναπάντητα. Τώρα, για να επανέλθω στην συζήτησή μου με το Γιάννο Χαραλαμπίδη, θεωρώ την πολιτική του εκτίμηση γόνιμη για διάλογο αν δεν τίθεται αφοριστικά. Προσθέτω ότι ΓΧ επιχείρησε, ακριβώς, ως διεθνολόγος, να εξετάσει πολλές πτυχές αυτής της υπόθεσης. Με το πόνημά του, συνεισέφερε γόνιμα στη νηφάλια εξέταση ενός από τα πολλά ζητήματα της σύγχρονης ιστορίας μας.

Αναμφίβολα, αν κάποιος ποτέ μπορούσε να έχει βαθειά και απόλυτη γνώση τόσο της δικής μας ιστορίας όσο και της παγκόσμιας και περιφερειακής συγκυρίας το θέμα θα ετίθετο διαφορετικά. Τέτοιο ενδεχόμενο όμως δεν υπάρχει και κάθε τέτοιος ισχυρισμός είναι επιστημονικά δονκιχωτικός με βαθύτατες προεκτάσεις στο πεδίο παραγωγής πολιτικού παραλογισμού. Ακόμη και αν κάποιος έχει βαθύτερη γνώση συνδεδεμένων γεγονότων στο υπόβαθρο των στρατηγικών των μεγάλων δυνάμεων το εγχείρημα θα ήταν και πάλι επιστημονικά προβληματικό. Για το τελευταίο απέραντο ζήτημα περιττό να επεκταθώ και στέκομαι στην αναφορά στη σημαντικότερη ίσως μεταπολεμική επιστημονική θεώρηση του John Mearsheimer, Η τραγωδία της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων. Η ανάγνωση αυτού του κειμένου αποτελεί μια καλή αρχή για όποιον λογικό άνθρωπο θέλει να διερευνήσει τέτοια ζητήματα με επιστημονική αντικειμενικότητα και για όποιο δεν θέλει να αποφαίνεται χωρίς άλματα, με ανεπίτρεπτες δίκες προθέσεων και με δονκιχωτικές ιστορικές αποφάνσεις. Οι περιφέρειες του πλανήτη, πρέπει να καταλάβουμε, είναι υαλοπωλεία μέσα στο οποίο παλεύουν οι ελέφαντες των μεγάλων δυνάμεων.

Η ιστορία της Κύπρου από άποψη στρατηγικής και διεθνούς πολιτικής ακόμη δεν γράφτηκε!! Μερικές καλούτσικες τοπικές περιγραφές, κυρίως αυτές που στηρίζονται σε αρχεία, θα χρησιμεύσουν μελλοντικά για να γραφτεί μια τέτοια ιστορική περιγραφή. Εάν λοιπόν σταθούμε στο σχέδιο Άτσεσον, μεταξύ πάρα πολλών άλλων που θα μπορούσαμε να αναφέρουμε, είναι η διεθνής συγκυρία, η στρατηγική και διπλωματική κατάσταση της Ελλάδας, οι δυνατότητες και στρατηγικά σχέδια της Τουρκίας και οι μεταβλητές που δημιουργούσε η μεταβολή της αμερικανικής στρατηγικής μεταστροφής (1955-65) και των στρατηγικών συμπληγάδων που δημιουργούσε η ταυτόχρονη (ιδίως μετά την κρίση της Κούβας) στρατηγική άνοδος της ΕΣΣΔ. Επίσης, στο τραπέζι της έρευνας μπαίνουν η ποιότητα των υπόλοιπων πολιτικών και διπλωματικών αποφάσεων των Ελλαδιτών και Κύπριων ηγετών (αυτό που ονομάζουμε διπλωματική και στρατηγική κουλτούρα), ο μυστήριος ρόλος ιδρυμάτων που χρηματοδοτούνται (και) από έξω, τα συχνά παντελώς άγνωστα αίτια, οι συναρτήσεις μεταξύ αιτίων που υποδηλώνουν μια άλλη πραγματικότητα από αυτή που απλουστευτικά θεωρούμε ως αληθή και στην συγκεκριμένη περίπτωση τα αίτια της αλληλουχίας πολλών σχεδίων Άτσεσον (αυτό απαιτεί γνώση των πάγιων στρατηγικών ελιγμών των μεγάλων δυνάμεων αναφορικά με το κυπριακό που τονίζω πολλοί εκ των οποίων είναι ακόμη άγνωστοι). Σίγουρα, επίσης, υπό εξέταση τίθενται οι υπόγειες στρατηγικές του Λονδίνου, η περιφερειακή γεωπολιτική συγκυρία, τα εν εξελίξει τότε στρατηγικά δόγματα ενόψει ενός νέου δεδομένου, της πυρηνικής ισχύος και άλλοι συναφείς παράγοντες και κριτήρια.

Εκλογικεύσεις και άλματα λόγω συναισθηματισμού, ιδεολογίας ή κομματικής ή προσωπικής ταύτισης ή ευτελών μικροσυμφερόντων κάθε πολιτικού μικρόκοσμου, επαναλαμβάνω, είναι άκρως επικίνδυνα και υπό τις συνθήκες αν ανασύρονται για να στηρίξουν τους ένοχους δράστες του Αναν στη διεκδίκηση της εξουσίας που θα τους επιτρέψει να διαπράξουν τα ίδια πολιτικά εγκλήματα, εάν τα πάρουμε τις μετρητοίς ίσως θα αποδειχθούν θανατηφόρα. Δεν κάνουμε δίκη προθέσεων καλοπροαίρετων πλην πασίδηλα, λυπάμαι να πω, μπερδεμένων διανοουμένων, αλλά μόνο υπενθυμίζουμε το γεγονός ότι η ιστορία είναι σπαρμένη με μεγάλα νεκροταφεία που οφείλονται σε δεδηλωμένες καλές προθέσεις και πολιτικό ανορθολογισμό.