Ο αποκλεισμός από τα ΜΜΕ και το «επικοινωνιακό αντάρτικο»

Του Γιώργου Καραμπελιά 

Επειδή κάποιος φίλος έκανε δύο μάλλον σχετλιαστικά σχόλια για την εμφάνισή μου σε εκπομπή του Γ. Τράγκα, την Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2016, θέλησα με ένα εκτενές σχόλιο να πραγματευτώ το ζήτημα της εμφάνισης στα ΜΜΕ, το οποίο συνδέεται με τη γενικότερη πολιτική και ιδεολογική πρακτική του Άρδην. Η ανάγκη μιας τέτοιας διευκρίνισης  καθίσταται επιτακτικότερη επειδή αυτή τη στιγμή προσεγγίζουν το κίνημα Άρδην πολλοί νέοι φίλοι, ή νεαρότεροι άνθρωποι που δεν γνωρίζουν τα καθέκαστα μιας διαδρομής και μιας συμπεριφοράς.

 

Όπως, λοιπόν, γνωρίζουν πολλοί, οι απόψεις μου, οι απόψεις του Άρδην –και γενικότερα οι απόψεις του δημοκρατικού πατριωτισμού, τις οποίες εκφράζει– αποκλείονται συστηματικά και διά ροπάλου από τη δημόσια σφαίρα, επί δεκαετίες. Ο εθνομηδενισμός έχει κυριαρχήσει απόλυτα στην Αριστερά και την «κεντροαριστερά», που ελέγχουν προνομιακά τον χώρο των ΜΜΕ και αποκλείουν, με τις πλέον σταλινικές και φασιστικές μεθόδους, κάθε αντίθετη άποψη, κατ’ εξοχήν τις δικές μας.

Επί πλέον, ακόμα χειρότερα, η εθνομηδενιστική Αριστερά εξαφάνισε ή περιθωριοποίησε σταδιακώς, και από τα ίδια τα νεολαιίστικα και τα κοινωνικά κινήματα, τις πατριωτικές απόψεις, με κατάληξη οι νέοι «αγωνιστές του Πολυτεχνείου» να καίνε την ελληνική σημαία αντί την τουρκική ή την αμερικάνικη… Έτσι κατέστη δυσκολότερη και η άμεση επικοινωνία, προπαντός με τις νεώτερες γενιές  – για παράδειγμα, τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια, ελάχιστες φορές οργανώθηκαν εκδηλώσεις του Άρδην σε πανεπιστημιακά ιδρύματα και μόνο σε επαρχιακές πόλεις.

Ο αποκλεισμός και η συκοφαντία που αντιμετωπίζουμε, από τις αρχές της δεκαετίας του 90, ως «εθνικιστές» ξεπερνάει κατά πολύ την προηγούμενη περίοδο, όταν χαρακτηριζόμασταν αναρχικοί, τρομοκράτες ή «πράκτορες των Αμερικανών»  –  το τελευταίο από τους σταλινικούς του ΚΚΕ που, ως δούλοι και υποτακτικοί μιας υπερδύναμης, δεν μπορούσαν να φανταστούν τους αντιπάλους τους παρά μόνο ως ενεργούμενα της αντίπαλης υπερδύναμης.

Και όμως, το «εθνικιστής» σήμανε ακόμα μεγαλύτερο αποκλεισμό και απομόνωση, διότι το σύστημα ανέχεται την ύπαρξη ενός ακίνδυνου περιθωρίου, με παγκοσμιοποιητικές απόψεις, όπως οι Έλληνες αναρχικοί, αλλά βδελύσσεται και απεχθάνεται πριν από όλα τον πατριωτισμό και τις εθνικές ταυτότητες, που συνιστούν το μεγαλύτερο εμπόδιο στην παγκοσμιοποίηση.

Απέναντι σε αυτή την απομόνωση, μία χούφτα άνθρωποι αντισταθήκαμε και αντέξαμε χρησιμοποιώντας μία τακτική που στηριζόταν σε τρεις πυλώνες.

Ο πρώτος ήταν μια ασίγαστη θεωρητική και ιδεολογική δουλειά που εκφράζεται με τα δεκάδες βιβλία που έχουμε γράψει και τα εκατοντάδες που έχουμε εκδώσει, με τα τρία έντυπα που εκδίδουμε (Άρδην, Ρήξη, Λόγιος Ερμής), με τις εκατοντάδες διαλέξεις και ομιλίες σε όλη την Ελλάδα.

Ο δεύτερος πυλώνας ήταν η διαρκής μας προσπάθεια να μένουμε συνδεδεμένοι με τα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα της χώρας, από τα εργοστάσια, στη δεκαετία του 1970, στο οικολογικό και το νεολαιίστικο κίνημα, στη δεκαετία του 1980· με τις κινητοποιήσεις ενάντια στον διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας και την παράδοση του Οτσαλάν, στη δεκαετία του 1990· με τους νικηφόρους αγώνες ενάντια στο σχέδιο Ανάν και το ανοσιούργημα της Ρεπούση, στα 2000· τέλος, με το αντιμνημονιακό κίνημα, τους αγανακτισμένους και την καταγγελία της απάτης ΣΥΡΙΖΑ στην τρέχουσα δεκαετία.

Τέλος, ο τρίτος πυλώνας αφορούσε την αδιάκοπη προσπάθειά μας να επικοινωνήσουμε αυτές τις απόψεις μας στο ευρύτερο λαϊκό σώμα και, επομένως, να σπάσουμε με όλα τα μέσα τον κύκλο της απομόνωσης που προσπαθούσαν να επιβάλουν οι αντίπαλοί μας από όλες τις πλευρές του πολιτικού φάσματος (τρομοκράτες για τη Δεξιά και το ΠΑΣΟΚ, εθνικιστές για την Αριστερά). Γι’ αυτό προσπαθούσαμε πάντοτε να εκμεταλλευτούμε όλες τις δυνατότητες που είχαμε για πρόσβαση στον Τύπο, και ιδιαίτερα στα ηλεκτρονικά μέσα, μετά το 1990. Και αυτή η προσπάθεια καθίστατο πολύ πιο αναγκαία όσο τα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα βυθίζονταν στην παρακμή, οι άνθρωποι καθηλώνονταν στις πολυθρόνες τους και η έμμεση επαφή γινόταν σχεδόν μονόδρομος.

Προφανώς δε, αυτές οι προσπάθειές μας αντιμετωπίστηκαν με δρακόντεια μέσα αποκλεισμού της άποψής μας. Όποτε μάλιστα, κατά καιρούς, ανάλογα με τη συγκυρία, κατόρθωνε να ακούγεται δυνατότερα η φωνή μας, η ανταπάντηση του συστήματος ήταν ένας ακόμα εντονότερος αποκλεισμός! Έτσι, για πάνω από δέκα χρόνια, δεν είχα εμφανιστεί σε κανένα από τα πανελλαδικής εμβέλειας ιδιωτικά κανάλια διότι, όπως μου είχε εξομολογηθεί, ίσως την τελευταία φορά που με είχε καλέσει σε εκπομπή του, πριν δεκατρία χρόνια, ο Νίκος Χατζηνικολάου, ήμουν «πρώτος στη λίστα των κομμένων» που κυκλοφορούσε σε όλα τα ΜΜΕ – εντολή κάποιων κυρίων, την οποία, προφανώς, φρόντισε και αυτός να ακολουθήσει, στη συνέχεια, κατά γράμμα!

Απέναντι σε αυτό τον συστηματικό πνιγμό μιας άποψης που ακουμπάει –είμαστε πεισμένοι γι’ αυτό– την πλειοψηφία του ελληνικού λαού, είχαμε τρεις δυνατότητες. Είτε να εγκαταλείψουμε κάθε προσπάθεια δημοσιοποίησης των απόψεών μας στον ευρύτερο κόσμο, είτε, το ευκολότερο, να μεταβάλουμε απόψεις ή έστω να τις στρογγυλέψουμε ώστε να γίνουμε αποδεκτοί, είτε να προσπαθήσουμε παρ’ όλα ταύτα να σπάσουμε το φράγμα της σιωπής.

Στην πρώτη περίπτωση, θα είμαστε καταδικασμένοι να περιοριστούμε σε μια δραστηριότητα «εσωτερικού χώρου» ή στη δραστηριότητα διανοουμένων χωρίς πολιτική παρέμβαση και πρακτική.

Στη δεύτερη εκδοχή, την οποία τόσοι και τόσοι ακολούθησαν προκειμένου να γίνουν αποδεκτοί και να προβάλλονται από το σύστημα –χαρακτηριστικές περιπτώσεις ο Ζουράρις ή ο Ράμφος–, προφανώς θα εγκαταλείπαμε σταδιακώς ή αιφνιδίως τις ίδιες τις ιδεολογικές και πολιτικές μας προτεραιότητες.

Μας έμενε λοιπόν μόνον ο τρίτος δρόμος. Να προσπαθούμε με κάθε μέσο να παρακάμψουμε τους φραγμούς στην επαφή μας με τον πλατύ κόσμο. Έτσι, εμφανιζόμαστε κατ’ εξοχήν σε επαρχιακά ή αθηναϊκά, μικρής εμβέλειας, ραδιόφωνα ή κανάλια (για ένα διάστημα εγώ διατηρούσα εκπομπή στο Seven ή στο «περιθωριακό» High tv), επιμέναμε ιδιαίτερα στην επικοινωνία μέσω διαδικτύου, ενώ εμφανιζόμουν, αραιά και που σε πολιτικές εκπομπές στο Alter, το Κontra, το Blue Sky και αλλού.

Την τελευταία περίοδο, ιδιαίτερα μετά τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και τις τραγικές της συνέπειες, όταν αρχίζουμε να μπαίνουμε σε έναν νέο ιστορικό κύκλο και να αναπτύσσεται το Άρδην και η πολιτική του επιρροή, πληθαίνουν και οι τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές μου εμφανίσεις, που αγγίζουν έστω και λίγο τα ΜΜΕ πανελλαδικής εμβέλειας.

Και αίφνης εμφανίζονται και πάλι επικρίσεις, όπως το συγκεκριμένο σχόλιο, «ε όχι και στον Τράγκα». Σε κάθε περίοδο πύκνωσης των τηλεοπτικών μου εμφανίσεων αντιμετώπιζα το ίδιο πρόβλημα. «Έ όχι και στον Τριανταφυλλόπουλο», στα μέσα της δεκαετίας του 1990, «Έ όχι και στον Ει(Ευ)σαγγελάτο», όταν εμφανιζόμουν σχεδόν καθημερινά στα μεγάλα κανάλια την εποχή της σύλληψης της 17ης Νοέμβρη.

Όλοι αυτοί οι φίλοι, με θέλουν «αμόλυντο», ειδικά εμένα! Από μία πλευρά το κατανοώ και το εκτιμώ. Από την άλλη αναρωτιέμαι. Άραγε, είναι καλύτερα να μην ακούγονται καθόλου οι σχετικές απόψεις και να ακούγεται μόνο ο Αλέξης Τσίπρας, που είχε δώσει αποκλειστική συνέντευξη στην εκπομπή του Γιώργου Τράγκα ( 4-10-11); Σταχυολογώντας τυχαία από το διαδίκτυο, είδα πως στην εκπομπή του έχουν εμφανιστεί ο Μανόλης Γλέζος και ο Αλέκος Αλαβάνος (π.χ. 24-3-2013), η Ζωή Κωνσταντοπούλου (21-3-2014), ο Παναγιώτης Λαφαζάνης (σε αναρίθμητες εκπομπές) ή ο Γιώργος Κοντογιώργης (30/1/2014, 20/12/2015, κ.ά).

Καθόλου «περιθωριακός» λοιπόν ο Γιώργος Τράγκας! Main stream! Εξάλλου, κάθε πρωί, επί πολλά χρόνια, διατηρεί ραδιοφωνική εκπομπή με την πρώτη ακροαματικότητα, στο πρώτο ραδιόφωνο της χώρας (Real fm) και έβαλε και αυτός το λιθαράκι του, μαζί με τον εργοδότη του, Χατζηνικολάου, για να εκλεγεί ο Αλέξης Τσίπρας!

Έτσι λοιπόν ή επιλέγουμε να μην εμφανιζόμαστε ποτέ στην εκπομπή του Τράγκα και άλλες τηλεοπτικές εκπομπές, ή επιλέγουμε να πηγαίνουμε όταν και όποτε το επιθυμούμε, όσες φορές αυτός το επιθυμεί. Και αυτό ακριβώς κάνει και ο «Καραμπελιάς». Επειδή δεν θέλει να μένει αποκλεισμένος μονοδιάστατα στον κόσμο των ιδεών και επιθυμεί να συνδυάσει τη θεωρία με την πολιτική πρακτική, είναι υποχρεωμένος να εμφανίζεται και στα ΜΜΕ, εκών ή άκων – αποκλείοντας βέβαια εκείνες τις εκπομπές που έχουν ανοικτά φασιστικό, σεξιστικό ή κουτσομπολίστικο χαρακτήρα και το έχει κάνει αναρίθμητες φορές, και ίσως κάποτε καθ’ υπερβολήν και με ακριβό επικοινωνιακό τίμημα. Και επειδή  ερωτήθηκα «τι σχέση έχει ο Τράγκας με την ελληνικότητα;», θα ήθελα να απευθύνω ένα ερώτημα, με τη σειρά μου, «Τι σχέση έχει ο… Παύλος Τσίμας με την ελληνικότητα;»  Ή να μη βγαίνουμε και σε αυτόν;

Έχω παρατηρήσει μάλιστα, με μεγάλη μου λύπη, πολλούς φίλους που έχουν και υψηλό επίπεδο και σοβαρή πνευματική παραγωγή, αλλά θεωρούν μάταιη κάθε πολιτική προσπάθεια που γίνεται από τον χώρο μας, να συντάσσονται πολιτικά, όταν φθάνει η ώρα των επιλογών, με τον Σημίτη, τον ΓΑΠ, τον Τσίπρα και tuttti quanti. Ενοχλεί ο Καραμπελιάς στον Τράγκα, αλλά ανεχόμαστε τον Βαρουφάκη  και τον Τσίπρα και τους στηρίζουμε.

Εάν μάλιστα όλοι οι φίλοι, οι οποίοι κατά καιρούς διαφωνούν με τις τηλεοπτικές επιλογές μου, αποφάσιζαν να συμπαραταχθούμε σε ένα κίνημα ανατροπής της υπάρχουσας εθνομηδενιστικής τάξης πραγμάτων, ίσως και να μη χρειαζόταν να εμφανιζόμαστε σε τηλεοπτικές εκπομπές! Το έκανε ο Μπέπε Γκρίλο στην Ιταλία, όταν είχε ήδη μαζί του εκατομμύρια συνοδοιπόρους. Στην Ελλάδα, όμως, το μόνο «αντισυστημικό κίνημα» που έχει εμφανιστεί τον τελευταίο χρόνο, είναι ο … Αρτέμης Σώρρας. Εάν, αγαπητοί φίλοι, είχαμε και εμείς του Άρδην 180 γραφεία σε όλη την Ελλάδα, όπως ο Σώρρας, άλλη γλώσσα θα μιλάγαμε. Αλλά επειδή τα 180 γραφεία τα έχει ο Σώρρας και εμείς έχουμε μόλις… τρία, πράγμα που καταδεικνύει το επίπεδο της χώρας, είμαστε υποχρεωμένοι να χρησιμοποιούμε κάθε τρόπο για να έλθουμε σε επαφή με τους… υπνώττοντες φίλους μας. Είμαστε υποχρεωμένοι σε ένα διαρκές και μακρόχρονο επικοινωνιακό αντάρτικο.

 

Ο αποκλεισμός από τα ΜΜΕ και το «επικοινωνιακό αντάρτικο»