Οι μακροοικονομικές Εξελίξεις το 2012

 

ΙΟΒΕ Οι κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2012 διαμορφώθηκαν από τις διαπραγμα­τεύσεις επί των δημοσιονομικών ζητημά­των της χώρας που είχαν ξεκινήσει το προηγούμενο τρίμηνο και τις επακόλου­θες εξελίξεις. Πιο συγκεκριμένα, από τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων με την τρόικα που είχαν ξεκινήσει τον περασμένο Ιούλιο, την ψήφιση στη συνέχεια του προϋπολογισμού του 2013 και του Με­σοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 και κατόπιν, τις διαβουλεύσεις μεταξύ Ευρωζώνης και ΔΝΤ για τους όρους χορήγησης της επό­μενης δόσης του δανείου στην Ελλάδα, οι οποίες κατέληξαν στην απόφαση του Eurogroup της 26ης Νοεμβρίου. Ακολού­θως, υλοποιήθηκε εντός στενών χρονικών περιθωρίων η επαναγορά από το ελληνικό κράτος ομολόγων, ενέργεια που περιλαμ­βανόταν στην απόφαση του Eurogroup ως προϋπόθεση για την έγκριση χορήγη­σης του μέρους του πρώτου τμήματος της δόσης του δανείου που αντιστοιχεί στην Ευρωζώνη (από τον ESM). Ευνόητα, εξαιτίας των προαναφερθέντων γεγονό­των και διαδικασιών, η αβεβαιότητα για τη δυνατότητα συνέχισης από την Ελλάδα της δημοσιονομικής προσαρμογής έφτασε σε πολύ υψηλά επίπεδα στο συ-γκεκριμένο χρονικό διάστημα, με αντίκτυπο στο εσωτερικό της χώρας αλλά και στη διεθνή της εικόνα.

 

Πάρα ταύτα, η ύφεση επιβραδύνθηκε στο καταληκτικό τρίμηνο του πε­ρασμένου έτους, στο 5,7%, από 6,7% το αμέσως προηγούμενο τρί­μηνο, ενώ στο τελευταίο τρίμηνο του 2011 ήταν 2,2 εκατοστιαίες μονάδες υψηλότερη[1]. Ως αποτέλεσμα, η πτώση του ΑΕΠ στο σύνολο του 2012 ήταν της τάξης του 6,4%, ελαφρά μικρό­τερη εκείνης το 2011 (7,1%). Έτσι, ολοκληρώνοντας το πέμπτο έτος σε τροχιά ύφεσης, η ελληνική οικονομία έχει απολέσει σωρευτικά το 20,1% του προϊόντος της το 2007.

Η υποχώρηση του ΑΕΠ κατά το 2012 διαμορφώθηκε πολύ κοντά στην έκταση που είχε προβλέψει το ΙΟΒΕ από τα μέσα του προηγούμενου Οκτωβρίου (6,6%) και σε λίγο μεγαλύ­τερη απόσταση από την εκτίμησή του τον Ιούλιο (6,9%). Επισημαίνεται πάντως ότι -όπως θα αναλυθεί παρακάτω, κατά την παρουσίαση των τάσεων στις βασικές συ­νιστώσες του ΑΕΠ- η χαμηλότερη από όλα τα περυσινά τρίμηνα μείωσή του στο τελευταίο οφείλεται στην αύξηση των επενδύσεων, εξαιτίας της ιδιαίτερα υψη­λής, πρωτοφανούς τα τελευταία χρόνια συσσώρευσης αποθεμάτων (€2,5 δισεκ. σε σταθερές τιμές, σχεδόν 1,5% του ετή­σιου ΑΕΠ). Αυτή η εξέλιξη κρίνεται δυσ-ερμήνευτη, δεδομένου ότι εξαιτίας της παρατεταμένης ύφεσης οι επιχειρήσεις είναι ιδιαίτερα συγκρατημένες στην πα­ραγγελία πρώτων υλών και στον καθο­ρισμό του μεγέθους της παραγωγικής  τους δραστηριότητας.   

Περνώντας στις εξελίξεις στις βασικές συ­νιστώσες του ΑΕΠ στο τελευταίο τρίμηνο της περασμένης χρονιάς, σημειώθηκαν ορισμένες ανατροπές των τάσεων που είχαν κυριαρχήσει στην υπόλοιπη διάρκειά της, στις επενδύσεις και στις εισαγωγές. Από την άλλη πλευρά, η εκτεταμένη υποχώρηση της κατανάλωσης των νοικοκυριών συνεχίστηκε και διευρύνθηκε, αποτελώντας τη βασική αιτία της πτώσης του ΑΕΠ για ακόμα ένα τρίμηνο και καταλαμβάνοντας τη θέση του πλέον καθοριστικού παρά­γοντα της ύφεσης στην ελληνική οι­κονομία το 2012. Μικρότερες ήταν οι περικοπές στη δημόσια κατανάλωση, παρά τη σημαντική καθυστέρηση στην έναρξη της εκταμίευσης της επόμενης δόσης του δανείου από την ΕΕ και το ΔΝΤ. Στο πεδίο του εξωτερικού τομέα της οικονομίας, η σημαντική επιβράδυνση της συρρίκνωσης της ζήτησης για εισαγωγές αποτέλεσε τη βασική αιτία της αύξησης του ελλείμματος του, μετριάζοντας το πολύ καλό επίπεδο στο είχε διαμορφωθεί στο αρχικό εννιά­μηνο πέρυσι.

Πιο συγκεκριμένα, η εγχώρια κατανά­λωση (σύνολο ιδιωτικού – δημόσιου τομέα) ήταν στο τρίμηνο Οκτωβρίου – Δεκεμβρίου 9,0% χαμηλότερη από ότι στο ίδιο χρονικό διάστημα του 2011, μείωση που ήταν η μεγαλύτερη που σημειώθηκε σε περυσινό τρί­μηνο. Ακολούθως, η πτώση των κα­ταναλωτικών δαπανών το 2012 ήταν της τάξης 8,2%, ελαφρά υψηλότερη εκείνης του προηγούμενου έτους (7,2%) και η ευρύτερη από την είσοδο της ελλη­νικής οικονομίας σε ύφεση το 2008. Ο εντονότερος περιορισμός τους προήλθε αποκλειστικά από την όλο και περισσό­τερο αποδυναμωμένη καταναλωτική ζή­τηση των νοικοκυριών. Η εξασθένισή της έλαβε τις μεγαλύτερες διαστάσεις στο κα­ταληκτικό τρίμηνο του 2012 (-9,6%) και διαμορφώθηκε στο σύνολό του στο 9,1%, σε συνέχεια της υποχώρησης κατά 7,7% το 2011. Στον αντίποδα, παρά την απότομη κλιμάκωση που σημείωσε στο τρίτο τρίμηνο (-10,2%), η πε­ριστολή της δημόσιας κατανάλωσης καθ΄ όλο το περασμένο έτος ήταν μικρότερης έκτασης από ότι το 2011, 4,2%, όταν ένα χρόνο νωρίτερα είχε φθάσει το 5,2%. Στο τέταρτο τρίμηνο δεν ξεπέρασε το 5,8%, παρά το σχετικά υψηλό επίπεδο-βάση σύγκρισης στο οποίο βρέθηκε στα τέλη του 2011.

Στο πεδίο των επενδύσεων, η τάση στο τελευταίο τρίμηνο δεν διαμορφώθηκε από το σχηματισμό πάγιου κεφαλαίου, που αποτελεί το βασικό συστατικό στοιχείο των επενδύσεων, αλλά από τη συσσώρευση αποθεμάτων. Έτσι, ενώ οι επενδύσεις παγίου παρέμειναν σε πτωτική τροχιά, υποχωρώντας κατά 10,2%, μείωση που είναι αρκετά μικρότερη σε σύγκριση με το μέσο όρο του αρχικού εννιαμήνου του 2012 (22,0%), η συσσώρευση αποθεμάτων έφθασε τα 2,5 δισεκ, μέγεθος που είναι το μεγαλύτερο από το 2008, όταν τα επίπεδα βασικών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας (ΑΕΠ, επενδύσεις παγίου) διέφεραν σημαν­τικά των αντίστοιχων στα τέλη του 2012. Ανεξάρτητα από την επίδραση των αποθεμάτων, το σχετικά μεγάλο ύψος του σχηματισμού πάγιου κεφαλαίου θεωρείται ότι αντανακλά την έντονη επιτάχυνση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και όχι μια ενίσχυση της επενδυτικής ροπής του ιδιωτικού τομέα, ο οποίος παρέμεινε επιφυλακτικός απέναντι στην έκβαση των διαπραγματεύσεων κατά το δεύτερο πε­ρυσινό εξάμηνο για τη συνέχιση της δη­μοσιονομικής προσαρμογής. Υπό τις πα­ραπάνω επιδράσεις, οι επενδύσεις κινήθη­καν ανοδικά στην περίοδο Οκτωβρίου-Δε­κεμβρίου, για πρώτη φορά από την αντίστοιχη περίοδο του 2007, κατά 4,9%. Στο σύνολο του 2012 οι επενδύσεις ήταν 17,6% λιγότερες από ότι το 2011, όταν είχαν υποχωρήσει περί­που στον ίδιο βαθμό (-16,4%). Έτσι, η σωρευτική συρρίκνωσή τους από το 2007 έχει φτάσει το 57,5%.

Σε ότι αφορά τις τάσεις στις βασικές κα­τηγορίες παγίου κεφαλαίου, την εντονό­τερη υποχώρηση παρουσίασε το 2012 η κατασκευή κατοικιών, της τάξης του 32,9%, με τις επενδύσεις σε εξοπλισμό μεταφορών να έπονται (-28,9%), παρότι βρίσκονταν στην πρώτη θέση στο εννιάμηνο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου, όμως η μείωσή τους στο τελευταίο τρίμηνο ήταν μικρή (-5,5%). Το 2011 οι επενδύσεις σε εξοπλισμό μεταφο­ρών είχαν πάλι σημειώσει τη δεύτερη με­γαλύτερη πτώση (-18,4%), πίσω από τις λοιπές κατασκευές (-25,1%). Στη διάρκεια του περασμένου έτους ακολούθησαν σε υποχώρηση, σαφώς μικρότερης έκτασης από ότι των δύο πρώτων κατηγοριών, οι λοιπές κατασκευές (-7,9%) και τα μεταλ­λικά προϊόντα-μηχανήματα (-7,3%). Οι επενδύσεις σε λοιπά προϊόντα περιορίστη­καν κατά 2,6%, ενώ οι επενδύσεις σε αγροτικά μηχανήματα ήταν οι μόνες που παρέμειναν αμετάβλητες, ενώ και το 2011 είχαν μειωθεί λιγότερο από όλες τις υπό­λοιπες κατηγορίες (-1,5%).

Στον εξωτερικό τομέα της οικονο­μίας, η συνεχής βελτίωση του ισοζυ­γίου του στο πρώτο εννιάμηνο του 2012, ανακόπηκε στο τέλη του έτους, εξαιτίας της σημαντικής επιβρά­δυνσης της μείωσης των εισαγωγών. Η υποχώρησή τους δεν ξεπέρασε το 8,1% στο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, από 17,4% στην περίοδο Ιανουαρίου-Σεπτεμ­βρίου και 12,0% στο ίδιο τρίμηνο του 2011. Προήλθε από την αισθητά χαμηλό­τερη μείωση αμφότερων των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών. Παρά τη μικρό­τερη πτώση των εισαγωγών στο τέ­ταρτο τρίμηνο, η συρρίκνωσή τους παρέμεινε η αποκλειστική αιτία περι­ορισμού του ελλείμματος του εξωτε­ρικού τομέα, καθώς η υποχώρηση των εξαγωγών διευρύνθηκε περαι­τέρω. Ακολούθως, σε ολόκληρο το πε­ρασμένο έτος οι εισαγωγές υπολεί­πονταν κατά μέσο όρο κατά 13,8% του επιπέδου τους το 2011, στη διάρ­κεια του οποίου μειώθηκαν κατά 7,3%. Οι εισαγωγές αγαθών ήταν πέρυσι 14,8% λιγότερες, ενώ οι εισαγωγές υπηρεσιών μειώθηκαν κατά 9,5%.

Στο έτερο σκέλος του εξωτερικού το­μέα, τις εξαγωγές, η εξασθένιση της  ζήτησής τους συνεχίστηκε για τρίτο τρίμηνο τους μήνες Οκτώβριο -Δε­κέμβριο, παρουσιάζοντας ταυτόχρονα οριακή διεύρυνση. Η μείωσή τους έφτασε το 4,8%, έκταση που είναι η δεύτερη μεγαλύτερη την τελευταία τριετία μετά από εκείνη στο τέταρτο τρίμηνο του 2011 (-5,1%). Όμως η πτώση εξαγω­γών το 2012, της τάξης του 2,9%, είναι η πρώτη που σημειώνεται τα τελευταία τρία χρόνια, μετά τις δια­δοχικές αυξήσεις τους το 2010 (+5,2%) και το 2011 (+0,3%). Επι­σημαίνεται πάντως ότι η υποχώρησή τους προήλθε αποκλειστικά από τις εξαγωγές υπηρεσιών (-6,7%), καθώς οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν, έστω σε μικρό βαθμό (+1,8%). Παρά τις αρνητικές τάσεις στην εξαγωγική ζήτηση και την αποκλιμάκωση της μείωσης των εισαγωγών στο καταληκ­τικό τρίμηνο του 2012, το έλλειμμα του ισοζυγίου του εξωτερικού τομέα σε εθνικολογιστικούς όρους ήταν την προηγούμενη χρονιά 52,7% μικρό­τερο από ότι το 2011, μόλις στα €5,9 δισεκ. (3,5% του ΑΕΠ), όταν το 2008 έφθανε τα €29,6 δισεκ. (14,1% του ΑΕΠ).

Προσεγγίζοντας το ΑΕΠ από την πλευρά της παραγωγής, η εγχώρια ακαθάριστη προστιθέμενη αξία παραγωγής ήταν το 2012 6,2% χαμηλότερη σε σύγ­κριση με το 2011, κατά το οποίο μει­ώθηκε κατά 6,6%. Όπως είχε επιση­μανθεί από τα πρώτα τρίμηνα του 2012, η καθίζηση των επενδύσεων παγίου κεφα­λαίου στις κατασκευές, ιδίως στις κατοι­κίες, είχε ιδιαίτερα αρνητικό αντίκτυπο στο προϊόν του κατασκευαστικού κλάδου, το οποίο συρρικνώθηκε πέ­ρυσι κατά 15,6%, περισσότερο από ότι στους υπόλοιπους βασικούς το­μείς της ελληνικής οικονομίας. Έτσι, ο κατασκευαστικός τομέας παρέμεινε αυτός με την εντονότερη πτώση παραγωγικής δραστηριότητας για δεύτερη χρονιά, κα­θώς και το 2011 η κατακόρυφη υποχώ­ρηση του προϊόντος του κατά 28,4% τον είχε φέρει στην πρώτη θέση της σχετικής κατάταξης. Έπονται ήδη από τις αρχές του 2012 το Χονδρικό-λιανικό εμπόριο, Επισ­κευές οχημάτων-μοτοσικλετών και Υπηρε­σίες παροχής καταλύματος – εστίασης (-13,3%), που παρουσίασε το 2011 την τρίτη υψηλότερη μείωση προϊόντος (-10,9%) και οι Τέχνες-διασκέδαση-ψυχαγωγία (-11,4%). Ακολουθούν οι Χρηματοπιστωτικές-ασφαλιστικές δραστηριότητες ο τομέας Ενημέρωσης-Επικοινωνίας (-9,4% και -5,7% αντίστοιχα). Μικρής έκτασης ανά-σχεση της παραγωγής σημειώθηκε στη Βιομηχανία (-1,7%), ενώ η Διαχείριση ακί­νητης περιουσίας ήταν για δεύτερη συ­νεχή χρονιά ο μοναδικός τομέας του οποίου το προϊόν αυξήθηκε, έστω και οριακά (+0,3%).

Η εκ νέου κλιμάκωση της αβεβαιότητας στο τέταρτο τρίμηνο του 2012 για τη δυνατό­τητα συνέχισης της δημοσιονομικής προ­σαρμογής στην Ελλάδα και τις εξελίξεις στην οικονομία της στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, σε συνδυασμό με την προσαρμογή της παραγωγικής διαδικασίας στην υψηλότερη της αναμενόμενης ύφεση επιδείνωσαν περαιτέρω την κατάσταση στην αγορά εργασίας. Η σημαντική μείωση της απασχόλησης συνεχίστηκε, αν με ελαφρά μικρότερο ρυθμό από ότι στο αρχικό εννιάμηνο πέρυσι, κατά 6,4% έναντι 8,5% (μέσος όρος έτους: 8,0%). Ακολούθως, η ανεργία ανήλθε το καταληκτικό τρίμηνο στο 26,0%, 5,3 εκατοστιαίες μονάδες υψηλότερα από ότι στην ίδια περίοδο του 2011. Έτσι, διαμορφώθηκε το 2012 κατά μέσο όρο στο 24,2%, 6,5 εκατοστιαίες μονάδες υψηλότερα από ότι το 2011.

Η περαιτέρω κλιμάκωση της εξασθένισης της εγχώριας ιδιωτικής κατανάλωσης το τρίμηνο Οκτωβρίου – Δεκεμβρίου αναχαίτισε την επίδραση στον πληθωρισμό της αύξησης του ειδικού φόρου στο πετρέλαιο θέρμανσης.


 

Πίνακας 3.1

Εξέλιξη βασικών μακροοικονομικών μεγεθών –Τριμηνιαίοι Εθνικοί Λογαριασμοί (σταθερές τιμές 2005)

Τρίμηνο

ΑΕΠ

Τελική

Κατανάλωση

Επενδύσεις

Εξαγωγές

Εισαγωγές

 

εκατ. €

Ετήσιος ρυθμός μεταβολής

εκατ. €

Ετήσιος ρυθμός μεταβολής

εκατ. €

Ετήσιος ρυθμός μεταβολής

εκατ. €

Ετήσιος ρυθμός μεταβολής

εκατ. €

Ετήσιος ρυθμός μεταβολής

2001

165.023

4,2%

146.095

4,1%

38.908

-3,9%

39.522

0,0%

59.274

4,2%

2002

170.700

5,2%

153.724

5,2%

39.399

1,3%

36.205

-8,4%

58.532

-1,3%

2003

180.847

2,4%

157.479

2,4%

46.687

18,5%

37.262

2,9%

60.267

3,0%

2004

188.746

3,8%

163.422

3,8%

45.578

-2,4%

43.712

17,3%

63.682

5,7%

2005

193.049

3,8%

169.662

3,8%

41.321

-9,3%

44.807

2,5%

62.741

-1,5%

2006

203.688

4,1%

176.612

4,1%

50.048

21,1%

46.739

4,3%

69.711

11,1%

2007

210.895

4,3%

184.176

4,3%

56.524

12,9%

50.066

7,1%

79.820

14,5%

α’ 2008

49.525

0,1%

47.982

3,1%

11.243

-11,4%

10.170

5,7%

19.863

2,6%

β’ 2008

53.148

0,1%

48.142

3,3%

12.864

-0,6%

12.955

4,6%

20.806

10,5%

γ’ 2008

55.247

-0,1%

47.219

2,9%

11.894

-9,5%

16.902

5,2%

20.771

4,8%

δ’ 2008

52.522

-0,9%

46.091

2,2%

14.671

-17,4%

10.871

-9,3%

19.095

-12,4%

2008*1

210.443

-0,2%

189.436

2,9%

50.672

-10,4%

50.899

1,7%

80.535

0,9%

α’ 2009

47.439

-4,2%

45.860

-4,4%

9.258

-17,7%

8.296

-18,4%

16.017

-19,4%

β’ 2009

51.254

-3,6%

47.727

-0,9%

9.072

-29,5%

10.368

-20,0%

15.961

-23,3%

γ’ 2009

53.607

-3,0%

47.941

1,5%

8.526

-28,3%

13.378

-20,9%

16.279

-21,6%

δ΄ 2009

51.543

-1,9%

47.396

2,8%

11.135

-24,1%

8.973

-17,5%

16.004

-16,2%

2009*

203.843

-3,1%

188.924

-0,3%

37.992

-25,0%

41.014

-19,4%

64.261

-20,2%

α’ 2010

46.972

-1,0%

46.939

2,4%

7.305

-21,1%

8.310

0,2%

15.707

-1,9%

β΄2010

49.816

-2,8%

44.856

-6,0%

8.979

-1,0%

10.826

4,4%

14.828

-7,1%

γ΄2010

50.064

-6,6%

43.437

-9,4%

7.916

-7,2%

13.677

2,2%

14.829

-8,9%

δ΄ 2010

46.916

-9,0%

40.884

-13,7%

10642

-4,4%

10328

15,1%

14932

-6,7%

2010*

193.768

-4,9%

176.116

-6,8%

34.842

-8,3%

43.142

5,2%

60.297

-6,2%

α’ 2011

42.840

-8,8%

41.632

-11,3%

7.180

-1,7%

8.282

-0,3%

14.274

-9,1%

β΄2011

45.889

-7,9%

41.433

-7,6%

7.576

-15,6%

10.922

0,9%

14.051

-5,2%

γ’ 2011

48.072

-4,0%

41.932

-3,5%

6.229

-21,3%

14.278

4,4%

14.406

-2,9%

δ’ 2011

43.201

-7,9%

38.424

-6,0%

8.138

-23,5%

9.801

-5,1%

13.141

-12,0%

2011*

180.001

-7,1%

163.421

-7,2%

29.124

-16,4%

43.282

0,3%

55.871

-7,3%

α’ 2012

39.954

-6,7%

38.512

-7,5%

4.947

-31,1%

8.626

4,1%

12.152

-14,9%

β’ 2012

42.951

-6,4%

38.406

-7,3%

6.092

-19,6%

10.594

-3,0%

12.234

-12,9%

γ’ 2012

44.873

-6,7%

38.227

-8,8%

4.429

-28,9%

13.674

-4,2%

11.718

-18,7%

δ’ 2012

40.737

-5,7%

34.947

-9,0%

8.535

4,9%

9.334

-4,8%

12.074

-8,1%

2012*

168.515

-6,4%

150.093

-8,2%

24.003

-17,6%

42.227

-2,4%

48.179

-13,8%

*προσωρινά στοιχεία

Πηγή: Τριμηνιαίοι Εθνικοί Λογαριασμοί, Μάρτιος 2013, ΕΛ.ΣΤΑΤ.


Ως αποτέλεσμα, ο πληθωρισμός στο δ’ τρίμηνο δεν ξεπέρασε κατά μέσο όρο το 1,1%, υποχωρώντας εκ νέου κατά 0,2 εκατοστιαίες μονάδες σε σχέση με το αμέ­σως προηγούμενο τρίμηνο, ενώ ένα χρόνο πριν βρισκόταν στο 3,0%. Λαμβάνοντας υπόψη και την πορεία του πληθωρισ­μού στο τελευταίο περυσινό τρίμηνο, διαμορφώθηκε το 2012 στο 1,5%, όπως είχε προβλέψει το ΙΟΒΕ από τον περασμένο Ιούλιο, 1,8 εκατοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από ότι το 2011. Η περαιτέρω κλιμάκωση της εξασθένισης της εγχώριας ιδιωτικής κατανάλωσης το τρίμηνο Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου αναχαίτισε την επίδραση στον πληθωρισμό της αύξη­σης του ειδικού φόρου στο πετρέλαιο θέρ­μανσης. Ως αποτέλεσμα, ο πληθωρισμός στο δ’ τρίμηνο δεν ξεπέρασε κατά μέσο όρο το 1,1%, υποχωρώντας εκ νέου κατά 0,2 εκατοστιαίες μονάδες σε σχέση με το αμέσως προηγούμενο τρίμηνο, ενώ ένα χρόνο πριν βρισκόταν στο 3,0%. Λαμβάνοντας υπόψη και την πορεία του πληθωρισμού στο τελευταίο περυσινό τρίμηνο, διαμορφώθηκε το 2012 στο 1,5%, όπως είχε προβλέψει το ΙΟΒΕ από τον περασμένο Ιούλιο, 1,8 εκατοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από ότι το 2011.

Συνοψίζοντας, για ακόμα ένα τρίμηνο, η αβεβαιότητα εγχωρίως και διεθνώς γύρω από τις εξελίξεις σε δημοσιονομικό επί­πεδο στην Ελλάδα παρέμεινε ο βασικός προσδιοριστικός παράγοντας των τεκται­νόμενων σε κοινωνικοοικονομικό επίπεδο. Όπως είχε αναλυθεί στην προηγούμενη τριμηνιαία έκθεση του ΙΟΒΕ, η παρατετα­μένη ρευστότητα γύρω από τις δημοσιο­νομικές προοπτικές της χώρας, λόγω των συνεχών διαπραγματεύσεων της ελληνικής κυβέρνησης με τους δανειστές, των δια­βουλεύσεων σε διεθνές επίπεδο για το ελληνικό ζήτημα (μεταξύ ΕΕ-ΔΝΤ) και των συχνών αλλαγών και ανακατατάξεων σε κυβερνητικό επίπεδο τον τελευταίο ενά­μισι χρόνο έχει υψηλό αντίκτυπο στο εγχώριο οικονομικό κλίμα και στην οικο­νομική δραστηριότητα, πέραν των άμεσων επιπτώσεων των δημοσιονομικών μέτρων. Από την επίδραση των δύο παραγόντων δεν καθίσταται δυνατή η αποκλιμάκωση της ύφεσης και της ανεργίας.



[1]Τριμηνιαίοι Εθνικοί Λογαριασμοί, Μάρτιος 2013, ΕΛ.ΣΤΑΤ.