Απαισιόδοξες και για μερικούς Αμφιλεγόμενες πτυχές της συζήτησης της Θουκυδίδειας παράδοσης

Του Παναγιώτη  Ήφαιστου

Αναμφίβολα, η προαναφερθείσα θουκυδίδεια θεώρηση των διεθνών σχέσεων για τα αίτια του πολέμου οδηγεί σε συμπεράσματα πως τα κράτη, μέχρι τουλάχιστον να εξαλειφθούν τα αίτια πολέμου, παραμένουν εγκλωβισμένα σε διαρκείς ηγεμονικές και αναθεωρητικές αντιπαραθέσεις. Έτσι, σταθερότητα υπάρχει όταν υπάρχει ισορροπία που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και αστάθεια υπάρχει όταν νέοι ηγεμονικοί διεκδικητές αποκτήσουν επαρκή ισχύ για να κυριαρχήσουν επί του διεθνούς συστήματος.

Όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Robert Gilpin, ίσως ο κυριότερος σύγχρονος εκφραστής της θουκυδίδειας παράδοσης,

«ο τερματισμός ενός ηγεμονικού πολέμου είναι η απαρχή ενός ακόμη κύκλου μεγέθυνσης, επέκτασης και τελικής παρακμής. Ο νόμος της άνισης μεγέθυνσης, συνεχίζει να ανακατανέμει την ισχύ υπονομεύοντας το status quo που εγκαθιδρύθηκε από τον τελευταίο ηγεμονικό αγώνα. Η ανισορροπία αντικαθιστά την ισορροπία και ο κόσμος κινείται προς ένα νέο γύρο ηγεμονικής σύγκρουσης. Πάντα ήταν και πάντα θα είναι έτσι, μέχρις οι άνθρωποι είτε θα καταστραφούν είτε θα μάθουν να αναπτύσσουν έναν αποτελεσματικό μηχανισμό ειρηνικής αλλαγής»[57].

 

Σχετικά με αυτά τα –όντως βαθύτατα απαισιόδοξα– συμπεράσματα της θουκυδίδειας θεώρησης θα μπορούσαν να γίνουν μερικά σύντομα σχόλια.

Κατά πρώτον, η διάγνωση ενός προβλήματος που αφορά την ανθρώπινη ζωή και μάλιστα την συλλογική στο διεθνές επίπεδο δεν είναι υπόθεση δημοσίων σχέσεων αλλά αντίθετα υπόθεση που απαιτεί περιγραφική ακρίβεια, σύνθετη συνάρτηση πραγματικών αιτίων και αποτελεσμάτων και επιστημολογική αξιοπιστία απαλλαγμένη από ιδιοτελείς θέσεις που υποτάσσουν τον επιστημονικό διάλογο στις εφήμερες ηγεμονικές ή άλλες αξιώσεις για διεθνείς αλλαγές. Τέτοιες αξιώσεις αλλαγών μπορούν να είναι μόνο είτε νόμιμες (και αρμοδιότητα απόφασης γι’ αυτό όπως ήδη υποστηρίχθηκε πιο πάνω έχουν οι διεθνείς θεσμοί) είτε επαναστατικές (οπότε αντιβαίνουν βαθύτατα με την οντολογική διαμόρφωση του διακρατικού συστήματος, δηλαδή την ύπαρξη των πολιτικά κυρίαρχων κρατών που τον τελευταίο αιώνα το διεθνές δίκαιο και οι θεσμοί συλλογικής ασφάλειας αποστολή έχουν να κατοχυρώσουν και να διασφαλίσουν).

Η θουκυδίδεια παράδοση στην αξιολογικά ελεύθερη εκδοχή της, το μόνο που ουσιαστικά κάνει είναι να διαγνώσει τα αίτια πολέμου. Η ίαση δεν είναι υπόθεση του ενός ή του άλλου αναλυτή αλλά των κοινωνιών και των αντιπροσώπων τους. Εμμέσως, βεβαίως, με το να εντοπίζονται τα αίτια υποδεικνύεται και η αντιμετώπισή τους[58]. Εύστοχα, ο Παναγιώτης Κονδύλης παρατήρησε ότι «οι απαντήσεις στα ιστορικά προβλήματα δεν βρίσκονται μέσα στην κατασκευασμένη θεωρία, αλλά αντίθετα «οι απαντήσεις στα θεωρητικά προβλήματα βρίσκονται μέσα στην ιστορία»[59], στην συγκεκριμένη περίπτωση στο οντολογικά διαμορφωμένο εθνοκρατικό γίγνεσθαι των τελευταίων αιώνων. Απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ, πρώτον, ανάλυσης-διάγνωσης και δεύτερον, πολιτικών αποφάσεων που αφορούν δύο διαφορετικές σφαίρες. Η αξιολογικά ελεύθερη θουκυδίδεια παράδοση[60]δεν κάνει ηθικοπρακτικές προτάσεις αλλά μόνον περιγράφει-διαγιγνώσκει τα αίτια πολέμου και κατά το δυνατό θεμελιώνει συναρτήσεις μεταξύ αιτίων και αιτιατών[61]. Η μεγάλη της αξία και το γεγονός ότι είναι εξαιρετικά δημοφιλής μεταξύ των πολιτικών ηγετών έγκειται στο γεγονός ότι ο καθείς μπορεί να αντλήσει ορθολογιστικά και ορθά συμπεράσματα και να τα προσαρμόσει στα δικά του δεδομένα.

Δεύτερον, όσον αφορά την τελευταία επισήμανση, εάν κάποιος επιθυμεί να συναγάγει ηθικά κριτήρια πανανθρώπινης παραδοχής όπως η αντιμετώπιση της φτώχιας και της υπανάπτυξης και εάν γι’ αυτό επιθυμεί να δράσει προς την κατεύθυνση αναίμακτης επίλυσης των αιτιών πολέμου η επίλυση του προβλήματος της άνισης μεγέθυνσης φαντάζει προκλητικά ως πεδίο για αγαθοεργή προσωπική ή συλλογική-κρατική δράση[62]. Αν και κανείς δεν εμποδίζει ένα άτομο ή ένα  κράτος να λειτουργήσει αγαθοεργά και αλτρουιστικά προς την κατεύθυνση επίλυσης της άνισης ανάπτυξης, ομολογουμένως κανείς δεν ενδιαφέρεται να το κάνει[63]. Πανανθρώπινης παραδοχής επίσης, είναι οι θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου όπως κατοχυρώνονται στον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ και που σκοπό έχουν να κατοχυρώσουν την συλλογική ελευθερία των κυρίαρχων κοινωνιών[64]. Ηθικό κριτήριο, ακριβώς, εμπεριέχεται στο δικαίωμα (που είναι ταυτόχρονα και υποχρέωση) διασφάλισης της κυριαρχίας ενός ανεξάρτητου κράτους κατά εξωτερικών απειλών και κατά αποφάσεων που παραβιάζουν την διεθνή νομιμότητα.

 

Το ζήτημα που τίθεται όσον αφορά την θουκυδίδεια παράδοση, κατά συνέπεια, είναι ότι δεν ενδιαφέρει η κανονιστική ερμηνεία των αιτιών πολέμου αλλά η απλή περιγραφή τους αφήνοντας έτσι το πεδίο ελεύθερο για ατομική και συλλογική πολιτική δράση. Ο ορθολογισμός κάθε πολιτικής δράσης, όμως, είναι προϋπόθεση ορθής κατανόησης αυτών των αιτιών πολέμου. Η θέση ότι οι δημοκρατίας δεν πολεμούν, ακριβώς, προκαλεί ανορθολογισμό συχνά βαθύτατων προεκτάσεων και μεγάλων συνεπειών. Όσον αφορά την ηθική κρίση περί τα διεθνή, τα κριτήρια πρέπει να είναι οντολογικά θεμελιωμένη και όχι αυθαίρετα ή μεταφυσικά προσδιορισμένα. Σε μια δοκιμαστική θεώρηση οντολογικά θεμελιωμένων ηθικών κριτηρίων περί τα διεθνή συνάγεται ότι αφορούν α) το γεγονός ύπάρξης οντολογικού περιεχομένου αξιώσεων συλλογικής ελευθερίας-ανεξαρτησίας κατά των δαρβινιστικών-αυτοκρατορικών και κατά ηγεμονικών αξιώσεων και β) το γεγονός της κοσμοθεωρητικής και ηθικοκανονιστικής ετερότητας κάθε διακριτής κοινωνικής ένωσης. Αυτό, εξάλλου, καταγράφουν οι  θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου που ενσαρκώνονται στο καθεστώς της εσωτερικής-εξωτερικής κυριαρχίας, δηλαδή στο σύμφυτο με την ελεύθερη ύπαρξη των κρατών δικαίωμα για εθνική ανεξαρτησία[65].

 

[57] Gilpin R. Πόλεμος και αλλαγή, ό.π., σελ. 351.

[58] Η οποία είτε θα είναι συμβατή με τον πολιτικό πολιτισμό των ανθρώπων στις διακρατικές σχέσεις και θα προνοεί, όπως επισημαίνει ο Gilpin, ένα αποτελεσματικό μηχανισμό ειρηνικής αλλαγής, είτε οι αναφερθείσες μόλις επαναστατικές αξιώσεις θα προκαλούν επιστροφή σε δαρβινιστικές και αυτοκρατορικές αντιλήψεις ηγεμονίας και επικυριαρχίας. Μια τέτοια επιστροφή, βεβαίως, όπως και στο παρελθόν, δεν θα οδηγήσει σε κοινωνική και ηθικοκανονιστική εξομοίωση του κόσμου αλλά μόνο θα αυξήσει και βαθύνει αίτια πολέμου.

[59] Κονδύλης, ό.π., σελ. 17. Λίγο πιο κάτω στην ίδια σελίδα συμπλήρωσε, «στην προοπτική της ιστορίας τα φαινόμενα έχουν μονιμότερο ενδιαφέρον απ’ ότι η προοπτική της δημοσιογραφίας. Και δεν θα έπεφτε κανείς έξω αν ισχυριζόταν ότι το γνήσιο ιστορικό ενδιαφέρον αρχίζει ν’ αναπτύσσεται αφού πια έχει εξαντληθεί το δημοσιογραφικό»

[60] Στο σημείο αυτό καλά θα κάνουμε να διακρίνουμε μεταξύ της περιγραφικής θουκυδίδειας παράδοσης των διεθνών σχέσεων και όσων θεωρητικοποιώντας ή μιλώντας πολιτικά για την ισχύ υποστηρίζουν ότι «ο ισχυρός πρέπει να επιβάλει ότι του επιτρέπει η δύναμή του». Η θουκυδίδεια παράδοση θέλει τον αναλυτή των διεθνών σχέσεων να προχωρεί σε αξιολογικά ελεύθερη «διάγνωση» των αιτιών πολέμου και αναπόδραστα καταλήγει στο βάσιμο συμπέρασμα ότι στο άναρχο διεθνές σύστημα η ισχύς διαδραματίζει σημαντικό διαμορφωτικό ρόλο. Ένα τέτοιο συμπέρασμα δεν συνδέεται με οποιαδήποτε θεώρηση περί φυσικού δικαίου και «δικαιώματος του ισχυρού» που η μια ή άλλη πλευρά θα μπορούσε να υιοθετήσει στο πλαίσιο της διακρατικής διαμάχης. Δηλαδή, η διάγνωση του προβλήματος με κανένα τρόπο δεν ισοδυναμεί με υποστήριξη ότι «ο ισχυρός πρέπει να επιβάλλεται επί των λιγότερο ισχυρών». Ούτε η διάγνωση ύπαρξης των υπόλοιπων αιτιών πολέμου σημαίνει υιοθέτησή τους ως επιθυμητών καταστάσεων, όπως μερικές αγοραία επιχειρήματα συχνά υποστηρίζουν (βλ. Ήφαιστος Π. Ο πόλεμος και τα αίτιά του (εκδ. Ποιότητα, Αθήνα 2002). Αντίθετα, αν δεχθούμε τον οντολογικό χαρακτήρα των κοινωνικοπολιτικών δομών του έθνους-κράτους, θα μπορούσε να σημαίνει τα εξής: α) Έμμεση έστω υπόδειξη αποφάσεων για την εξάλειψη των αιτιών πολέμου, όπως για παράδειγμα ροή πλουτοπαραγωγικών πόρων και τεχνολογίας για να αντιμετωπιστεί η άνιση ανάπτυξη μεταξύ περιφερειών και κρατών. Β) Ορθά συμπεράσματα για τα φιλειρηνικά κράτη των οποίων τα συμφέροντα ή και η επιβίωση απειλούνται για να αποκτήσουν επαρκή εσωτερική και εξωτερική ισχύ διασφάλισής τους. Γ) Ορθά συμπεράσματα στην βάση της θουκυδίδειας διαπίστωσης ότι «όσοι είναι ελεύθεροι το χρωστούν στην δύναμή τους» για να διασφαλίσουν επαρκώς την εσωτερική-εξωτερική τους κυριαρχία σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.

[61] Από την στιγμή που κάνει το αντίθετο δεν είναι πλέον επιστημονική ανάλυση αλλά πρόταση πολιτικής στρατευμένη στην εξυπηρέτηση εκατέρωθεν ιδιοτελών συμφερόντων της διακρατικής διαμάχης. Όσον αφορά οντολογικού περιεχομένου και ηθικά αμάχητα κριτήρια έχει ήδη γίνει λόγος πιο πάνω.

[62] Είναι χαρακτηριστικό ότι κεντρική θέση του John Rawls στο Δίκαιο των λαών (ό.π.) είναι ότι η αρωγή μεταξύ των κοινωνιών αποτελεί βασική προϋπόθεση μιας διεθνούς «Κοινωνίας των Λαών».

[63] Εξαιρουμένων ασφαλώς κάποιων ομάδων με ιεραποστολικές προθέσεις. Όσον αφορά την βοήθεια προς λιγότερο αναπτυγμένα κράτη, όχι μόνο θεωρείται από πολλούς παντελώς ανεπαρκής αλλά επιπλέον συχνά θεωρείται ως μέσο διείσδυσης και όχι ως μέσο ανιδιοτελούς αρωγής. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν κάποιος εμπνέεται από αλτρουιστικές και αγαθοεργές ιδέες, για να τις υλοποιήσει απαιτείται προηγουμένως να έχει ακριβή και ορθολογιστική κατανόηση της πραγματικότητας που μόνο μια υψηλών προδιαγραφών περιγραφική ανάλυση μπορεί να το κάνει.

[64] Ήδη τονίστηκε ότι και αυτό το θεμελιώδες κριτήριο συχνά δεν είναι αποτελεσματικό επειδή συχνά στις περιπτώσεις διακρατικών διενέξεων υπάρχουν λίγο πολύ διαφορετικές ηθικοπρακτικές προσεγγίσεις αντιμετώπισής τους, ενώ ιστορικά προβλήματα δυσχεραίνουν την ειρηνική επίλυση των διαφορών.

[65] Βλ. Ήφαιστος, Οι διεθνείς σχέσεις ως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης…, ό.π., ιδ. κεφ. 2.

 

http://www.ifestosedu.gr/