Το Βολικό Φάντασμα του Λαϊκισμού

Εδώ και αρκετά χρόνια ο όρος λαϊκισμός έχει εγκατασταθεί στο λεξιλόγιο της πολιτικής ζωής της χώρας- για να παραφράσω την πρόταση – ένα φάντασμα πλανάται πάνω από την πολιτική ζωή, και εμφανίζεται σταθερά με διαφορετικό περιεχόμενο στο δημόσιο λόγο.

Από: EBR – Δημοσίευση: Δημοσίευση: Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

της Φανής Γιαννούση*

«Δύο είναι οι εχθροί της πολιτικής και του πολιτισμού: ο λαϊκισμός και ο ελιτισμός» Μάνος Χατζιδάκις
«Φοβάμαι ότι θα νικήσει ο λαϊκισμός και θα κινδυνεύσει η δημοκρατία» Ευγενία Μπουρνόβα (aixmi.gr , 28-8-2012)
«Ο λαϊκισμός της τρόικας», Γ. Λακόπουλος, (protagon.gr, 1-9-2012)

Η ad nauseam πολεμική χρήση του όρου δεν έχει αφήσει ασημάδευτο κανέναν τόπο, από τις κόσμιες ακαδημαϊκές επιφυλλίδες ως τις πιο αγοραίες φυλλάδες. Συχνά οπαδοί διαφορετικών πολιτικών τον αποδίδουν στους αντιπάλους τους.

Ο λαϊκισμός έχει εξομοιωθεί με παθολογία. Όπως παρατηρεί η φιλόσοφος M. Canovan, «συνήθως απεικονίζει ένα είδος ασθένειας, δεν πρόκειται απλώς για αναφορά σε ένα κοινωνικό φαινόμενο αλλά συσχετίζεται με ένα πολιτικό αλλά και ηθικό πρόβλημα». Έτσι η αναφορά στο λαϊκισμό επιτρέπει πρώτα από όλα το στιγματισμό των αντιπάλων κάποιου, όποιοι κι αν είναι.

Πως ορίζεται σήμερα ο λαϊκισμός; Ο λαϊκισμός μοιάζει να είναι μια από τις πλέον απείθαρχες έννοιες της πολιτικής κοινωνιολογίας.

Όπως γράφει ο ιστορικός Α. Λιάκος, «τα πάθη των όρων… [] δείχνουν τη διαφορά ανάμεσα στα δύο περιβάλλοντα εκείνο της θεωρητικής κατασκευής, δηλαδή το ακαδημαϊκό, κι εκείνο της κυκλοφορίας και της χρήσης, το πολιτικό».

Στην ακαδημαϊκή συζήτηση υπάρχει προβληματισμός για τη δυνατότητα να αναχθεί ο λαϊκισμός σε αναλυτική έννοια. Η δυσκολία στον ορισμό έχει διπλή προέλευση. Από τη μια είναι η αμφίσημη (ή και πολύσημη) χρήση του. Από την άλλη, η πληθώρα διαφορετικών και συχνά αντιφατικών, ιστορικών φαινομένων τα οποία, μέσα από αναδρομική ανάλυση, χαρακτηρίζονται ως λαϊκιστικά. Στα σχετικά παραδείγματα απαντώνται ριζοσπάστες και συντηρητικοί, δικτάτορες και δημοκρατικοί, φασίστες και κομμουνιστές, λαϊκισμοί δεξιοί και αριστεροί, των άκρων, θρησκευτικοί και εγκόσμιοι, αντιδραστικοί και προοδευτικοί. Όπως παρατηρεί η Margaret Canovan «ο όρος παραμένει ιδιαίτερα ασαφής και αναφέρεται, εντός διαφορετικών πλαισίων, σε μια ποικιλία φαινομένων που ξαφνιάζει.

Υπάρχει η παραδοσιακή θεώρηση σύμφωνα με την οποία ο λαϊκισμός αποτελεί μια νέα επεξεργασία της ηθικής αντίληψης της οικονομίας και της κοινωνίας αλλά σε συνθήκες όπου η επαναφορά της δεν είναι πλέον δυνατή. Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση ο λαϊκισμός εκφράζει μια ιδεολογία και έναν τύπο πολιτικού λόγου ο οποίος παίρνει τη μορφή μιας έκκλησης του «λαού» ενάντια στις «ελίτ», υπερασπιζόμενος τα πραγματικά συμφέροντα αυτού του λαού ενάντια «στις κυρίαρχες πολιτικές των ελίτ». Όπως και η πολιτική που στηρίζει, είναι δυιστική, αντιπαραθέτοντας το καθαρό «εμείς» στο κακό «αυτοί», διακηρύσσοντας ότι όποιος δεν είναι μαζί μου είναι εναντίον μου. Είναι αλλοτριωτικός, από τη άποψη ότι αμφισβητεί, επιτίθεται και απεργάζεται τους καθιερωμένους πολιτικούς θεσμούς.

Είναι δογματικός επειδή διεκδικεί την απόλυτη και αποκλειστική πολιτική αλήθεια και δηλώνει εχθρός του συμβιβασμού. Είναι ολοκληρωτικός, επειδή δηλώνει ότι στοχεύει στην οργάνωση ολόκληρης της πολιτικής και κοινωνικής ζωής κατ’ εικόνα των ιδεωδών του, και προσανατολισμένος προς την ουτοπική κορύφωση της ιστορίας, κατά την οποία θα πραγματοποιηθεί αυτή η οργάνωση του πολιτικού. Πρόκειται για λόγο που υπεραπλουστεύει πολιτικά ζητήματα εγγενώς πολύπλοκα και αντιφατικά Με λίγα λόγια δεν είναι το είδος του λόγου που θα ομολογούσε ότι χρησιμοποιεί ένας καθωσπρέπει αστός ή ακόμη και ένας καλός δημοκράτης..
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η θέση του Ernesto Laclau ο οποίος αποπειράθηκε να ορίσει τα τυπικά χαρακτηριστικά κάθε λαϊκισμού.

Στην τυπολογία του, το πολιτικό υποκείμενο που εγκαλεί ο πολιτικός λόγος είναι ο λαός. Προκειμένου ένας λόγος να χαρακτηριστεί λαϊκιστικός πρέπει να πρόκειται για έναν λόγο που διχοτομεί την κοινωνία μεταξύ κυρίαρχων και κυριαρχούμενων. Δεν υπάρχει λαϊκισμός χωρίς τη ρηματική κατασκευή ενός εχθρού.

Για τον Laclau ο λαϊκισμός σημαίνει την αμφισβήτηση της θεσμικής τάξης μέσω της κατασκευής του μη προνομιούχου ως ιστορικού δρώντος- δηλαδή ενός δρώντος που είναι άλλος σε σχέση με τον τρόπο που έχουν τα πράγματα. Αυτό όμως είναι ταυτόσημο με την πολιτική. Γιατί τι άλλο είναι η πολιτική παρά μια διαρκής πάλη ανάμεσα σε διαφορετικές ομάδες με στόχο την αλλαγή της υπάρχουσας κατάστασης. Άρα το τέλος του λαϊκισμού σηματοδοτεί και το τέλος της πολιτικής. Το τέλος της πολιτικής σημαίνει ότι η πολιτική αντικαθίσταται από τη διαχείριση και παύει να υφίσταται κάθε ίχνος κοινωνικής διαίρεσης. Μαζί του συμφωνεί και η Canovan. «Τα λαϊκιστικά κινήματα είναι του λαού και όχι του συστήματος».

Περιλαμβάνουν κάποια μορφή εξέγερσης κατά της κατεστημένης μορφής εξουσίας στο όνομα του λαού. Κατά συνέπεια, ο λαϊκισμός όχι μόνο δεν συνιστά επάνοδο αρχαϊκών και ανορθολογικών δυνάμεων, έναν αναχρονισμό στη σύγχρονη εποχή που πρέπει να αντιμετωπιστεί με περισσότερο εκσυγχρονισμό αλλά αντίθετα αποτελεί ένα φυσιολογικό φαινόμενο της δημοκρατικής ζωής και μπορεί μάλιστα να μεταγγίσει λίγο από το πάθος του στις θλιβερά αποστεγνωμένες δυτικές μας δημοκρατίες. Ένα πάθος που μοιάζουν να το έχουν ανάγκη καθώς η ηθικό-λογία μοιάζει να έχει πνίξει τον πολιτικό λόγο. Η ηθική έχει αναγορευθεί σε κυρίαρχη αφήγηση και ως τέτοια αντικαθιστά τους θλιβερά απονομιμοποιημένους πολιτικούς και κοινωνικούς λόγους. Η ηθική μετατρέπεται γρήγορα στο μόνο νόμιμο λεξιλόγιο. Ωθούμαστε πλέον να μην σκεπτόμαστε με όρους αριστεράς ή δεξιάς αλλά λάθους και ορθού. Αυτός ο εκτοπισμός της πολιτικής από την ηθική σημαίνει μια σταδιακή αποδυνάμωση του πραγματικού αντίλογου στη δημοκρατική πολιτική δημόσια σφαίρα που θα διασφάλιζε πιθανές εναλλακτικές στην υπάρχουσα ηγεμονική τάξη.

Αυτή η διατύπωση ίσως ξαφνιάζει , ιδιαίτερα καθώς στον δημόσιο λόγο στην Ελλάδα ο λαϊκισμός είναι η ασθένεια και ο εκσυγχρονισμός το φάρμακο της. Όμως η πολιτική του εκσυγχρονισμού δεν βρίσκεται σε μια σαφή αντιπαράθεση με το λαϊκισμό. Η πολιτική του εκσυγχρονισμού, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην Ελλάδα μετά τη δεκαετία του ενενήντα, δεν εκφράζει το σύνολο του πληθυσμού. Περιγράφει μια προσπάθεια αλλαγής των κοινωνικών ισορροπιών. Αναζητώντας ευρύτερες συμμαχίες η νέα αυτή πολιτική πρόταση εκφράστηκε με όρους προπολιτικούς, ηθικούς ή ακόμα χειρότερα ιατρικούς και παρήγαγε ένα λόγο εντυπωσιακό αλλά κενό.

Ο «λαός» του εκσυγχρονισμού προικίστηκε με πολλές χάρες: ορθολογικό πνεύμα, ανιδιοτέλεια, δυτικό προσανατολισμό, ηθική αρτιότητα, πνεύμα κοινωνικής ευθύνης. Αν όμως κάποιος κοιτάξει πιο προσεκτικά θα δει ότι ο ελληνικός εκσυγχρονισμός διέπραξε εξίσου την αμαρτία του λαϊκισμού και κάποιες άλλες ίσως χειρότερες. Γιατί πως θα χαρακτήριζε κανείς αυτή τη διανοητική υπεροψία, τον ευτελισμό του λόγου σε ηθικολογία και μάλιστα μικροαστική, την καταστροφή της πολιτικής γλώσσας, τη μετατροπή της πολιτικής σε διαχείριση (με τα γνωστά ζητήματα με τους διαχειριστές και τα κοινόχρηστα), τη συστηματική καλλιέργεια μιας ελιτίστικης αντίληψης για την πολιτική όπου οι ειδικοί θα μας σώσουν γιατί ο λαός είναι άπλυτος, ηλίθιος και ιδιοτελής- αλλά με μικρά συμφέροντα ενώ οι ειδικοί ξέρουν από μεγάλα-, την μόνιμη υποβολή της ιδέας της Balkan Greece που πρέπει να σωθεί από τον εαυτό της, μιας ενδογενούς παθογένειας που έχει να κάνει με το DNA μας και που θεραπεύεται με την άκριτη μίμηση της φωτισμένης Δύσης και βέβαια την κακοποίηση της έννοιας του εκσυγχρονισμού που δεν είναι ελληνική, μαϊμού made in Greece εκσυγχρονισμός που ένωσε τον κοτσαμπασισμό με κλικοθρεμμένους επιχειρηματίες και αριστεροθρεμμένους διανοητές.

Τα άλλα, τα τρανταχτά παραδείγματα της επικαιρότητας, για σκάνδαλα οικονομικά, δικαστικά κλπ και ανάδειξη ηλιθίων ας μείνουν ασχολίαστα γιατί δεν είναι αμαρτίες μόνο δικές του.

Το σχήμα ο καλός αντιλαϊκισμός, ο κακός και άσχημος λαϊκισμός είναι λοιπόν βολικό αλλά όχι τόσο αυτονόητο τελικά. Βολικά σχήματα κατασκευάζονται στο λόγο. Όμως δεν πρόκειται απλά για μια ακαδημαϊκή συζήτηση ή μια ιστορική αφήγηση αλλά για λόγο πού ασκείται πάνω στη ζωή μας. Η ιστορία του λαϊκισμού από κοινωνικοπολιτική σκοπιά είναι η ιστορία της ανόδου μιας πολιτικής θεμελιωμένης στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και της ανάγκης για νέες εικόνες και μυθολογίες της συλλογικότητας καθώς επίσης και για νέα μοντέλα πολιτικής δράσης και διαμεσολάβησης και για το λόγο αυτό δεν μπορεί απλά να απορριφθεί.

* Η Φανή Γιαννούση είναι υποψήφια διδάκτωρ στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ. Έχει σπουδάσει φιλοσοφία, και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές επικοινωνιολογίας, φιλοσοφίας και πολιτικών επιστήμων.

http://www.europeanbusiness.gr/page.asp?pid=777